Προσοχή προσοχή: Διεθνής Ημέρα της Πετσέτας

Αν έχεις σκοπό σήμερα να βγεις από το σπίτι (γιατί αναρωτιέσαι; Πολλοί δεν βγαίνουν από το σπίτι τους για μέρες ολόκληρες, αλλά αυτό είναι ένα άλλο ποστ) τότε κάνε μου μια χάρη, και πάρε μαζί σου μια πετσέτα. Έτσι, όλοι μαζί θα θυμόμαστε έναν μεγάλο κύριο (μεγάλο σε αξία και όχι σε ηλικία, μιας και όταν άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο και ανέβηκε στο μεγάλο διαστημόπλοιο για να γυρίσει τον γαλαξία ήταν ΜΟΛΙΣ 49 ετών) που μας συντροφεύει εδώ και δεκαετίες με τις ιστορίες του.

Σήμερα είναι Ημέρα της Πετσέτας, αλλέως πώς Towel Day, και με αυτή γιορτάζουμε τη μνήμη του αγαπημένου Ντάγκλας Άνταμς, ο οποίος στις 11 Μαΐου του 2001 απέδειξε πως έχει μια τόσο μεγάλη καρδιά, που ούτε το τεράστιο σώμα του δεν μπορούσε να κρατήσει.

Η τεράστια σημασία της πετσέτας υπογραμμίζεται σε όλη την έκταση της πενταμερούς τριλογίας (τι δεν καταλαβαίνεις;; τι; δεν; καταλαβαίνεις;;), αλλά εξηγείται συγκεκριμένα στο πρώτο βιβλίο, The Hitchhiker’s Guide To The Galaxy, όπου υπογραμμίζεται ότι: στο Hitchhiker’s Guide To The Galaxy υπογραμμίζεται ότι (είδες τι έκανα εκεί; Ε; Μουαχαχαχαχα!) “μια πετσέτα είναι το πιο απίστευτα χρήσιμο πράγμα που μπορεί να έχει ένας διαστρικός ωτοστοπατζής. Εν μέρει επειδή έχει μεγάλη πρακτική αξία. Μπορείς να το τυλίξεις γύρω σου για ζέστη, καθώς ταξιδεύεις στα κρύα φεγγάρια του Τζάγκλαν Μπετά. Μπορείς να ξαπλώσεις επάνω της στις υπέροχες παραλίες με μαρμαρένια άμμο του Σαντράτζινους V, εισπνέοντας τους μεθυστικούς θαλάσσιους ατμούς. Μπορείς να κοιμηθείς επάνω της κάτω από τα αστέρια, που λάμπουν τόσο κόκκινα στις ερήμους του Κακραφούν. Να τη χρησιμοποιήσεις για να ναυπηγήσεις μια μίνι σχεδία κατά μήκος του αργού βαριού ποταμού Μοθ. Να τη βρέξεις για τη χρησιμοποιήσεις σε μάχη σώμα με σώμα. Να την τυλίξεις γύρω από το κεφάλι σου για να απωθήσεις δηλητηριώδη αέρια ή για να αποφύγεις το βλέμμα του Αδηφάγου Σαχλομανικού Τέρατος του Τράαλ (ένα τόσο απίστευτα ηλίθιο ζώο, που πιστεύει ότι αν δεν μπορείς να το δεις, δεν μπορεί να σε δει ούτε εκείνο). Μπορείς να την κουνήσεις σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης ως σήμα κινδύνου, και φυσικά να σκουπιστείς με αυτή, αν συνεχίζει να σου φαίνεται αρκετά καθαρή.

Ακόμη πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι η πετσέτα έχει τεράστια ψυχολογική σημασία. Για κάποιο λόγο, αν ένας στραγκ (στραγκ: όχι ωτοστοπατζής) ανακαλύψει ότι κάποιος ωτοστοπατζής έχει μαζί του μια ομπρέλα, αυτόματα υποθέτει πως έχει στην κατοχή του και μια οδοντόβουρτσα, ένα σφουγγάρι για το πρόσωπο, σαπούνι, ένα κουτί μπισκότα, φλασκί, πυξίδα, χάρτη, ένα κουβάρι σπάγκο, σπρέι για τα κουνούπια, εξοπλισμό για τη βροχή, διαστημική στολή, κ.ο.κ. Επιπλέον, κατόπιν αυτού ο στραγκ θα δανείσει με χαρά στον ωτοστοπατζή οποιοδήποτε από αυτά ή δεκάδες άλλα αντικείμενα που ο ωτοστοπατζής ίσως ατυχώς να έχει «χάσει». Αυτό που πιστεύει ο στραγκ είναι ότι οποιοσδήποτε μπορεί να ταξιδέψει με ωτοστόπ στα μήκη και τα πλάτη του γαλαξία, να ζήσει με στερήσεις, να ρίξει τόσο πολύ τις απαιτήσεις του, να παλέψει με τα στοιχεία της φύσης, να κερδίσει και να συνεχίσει να ξέρει πού βρίσκεται η πετσέτα του, είναι προφανώς άξιος του σεβασμού του. Εξού και η φράση που έχει περάσει στην αργκό των ωτοστοπατζήδων κάπως έτσι: ‘Έι, φάει αυτόν τον Φορντ Έσκορτ. Ο θείος ξέρει πού έχει την πετσέτα του’ (Φάε: γνώρισε, μάθε για, κάνε έρωτα με. Έτσι: πολύ εντάξει τύπος. Θείος: πολύ καταπληκτικά εντάξει τύπος)».

(Η μετάφραση είναι δική μου, σόρι. Τα Νταγκλασανταμσικά τα έψαξα στο Ίντερνετ, γιατί έχω χάσει πια τα ελληνικά αντίτυπα των βιβλίων. Μου έχουν μείνει μόνο τα αγγλικά!)

Για πολλούς και διάφορους λόγους, όλοι εκ των οποίων έχουν να κάνουν με τα βιβλία του και με το πόσο απίστευτα καταπληκτικός έτσι θείος ήταν ο Ντάγκλας Άνταμς, κάθε 25η Μαΐου οι φανς του σε ολόκληρο τον κόσμο κυκλοφορούν στους δρόμους με μια πετσέτα στην τσάντα. Μην περάσει και κανένα διαστημόπλοιο και πιαστούμε απροετοίμαστοι!

 

 

Τρεις λαλούν και ένας που πριν χόρευε τώρα σηκώθηκε κι έφυγε

Image snatched from http://glaykidarling.com Τουλάχιστον από εκεί την πήρα εγώ, τώρα ποιανού είναι αρχικά, ιδέαν δεν έχω

Θυμάμαι όταν μπορούσα να βάλω δύο σκέψεις στη σειρά χωρίς να βρίσω κάποιον. Ωραίες εποχές, γεμάτες παγωτό, κυνήγια θησαυρού, λάστιχο, σκοινάκι και κρυφτό. Και τώρα παίζουμε κρυφτό, αλλά κυρίως τα φυλάω εγώ.

Είπα «παγωτό» και θυμήθηκα παρουσίες μέσα στο χώρο, οι οποίες με κατέτρεχαν για χρόνια, σαν θερμίδες από παγωτά που κόλλησαν εκεί στο «ψωμάκι» και όσο και αν χτυπιέμαι στην κωπηλατική, παραμένουν γαντζωμένες for dear life. Ευτυχώς φαίνεται ότι κερδίζει έδαφος η υγιεινή διατροφή και αντιλαμβάνονται όλο και περισσότεροι πόσο κακό κάνει ένα αθώο παγωτό στην υγεία. Εγώ, από την άλλη, ανακάλυψα τις πλαστικές. Ποιος με πιάνει! (όχι, αλήθεια, ποιος με πιάνει;;)

Προβληματίστηκα από τη δήλωση μιας υποψήφιας δικαστίνας/εκκολαπτόμενης κουκουλοφόρου, πως γνωρίζει όλους τους «λαθρομετανάστες». Τουλάχιστον έτσι το εξέλαβα εγώ. Όπως και να ‘χει, είναι άκρως ενδιαφέρουσα η, εκ των βαθέων ανάλυσή της του φαινομένου. Κανείς τους, λέει, δεν θέλει να ενσωματωθεί πλήρως στην ελληνική κοινωνία, ενδιαφέρονται περισσότερο να ζουν ζωές παραβατικές, να ληστεύουν και να σκοτώνουν, καθώς εδώ είναι πιο εύκολο από ό,τι ήταν στις πατρίδες τους. Εντυπωσιακό το γεγονός πως είναι πιο δύσκολο να σκοτώσεις στο Αφγανιστάν, άρα μήπως να πάμε εκεί για να είμαστε πιο ασφαλείς; Όπως και να έχει το πράγμα, θα δεχτώ τώρα εκείνες τις προσφορές για μια νέα υπηκοότητα, ευχαριστώ πάρα πολύ.

Στην ίδια παρέα (μα πώς πέφτω πάντα σε τέτοια τραπέζια;) καθηγήτρια δήλωσε πως τα δύο φύλα έχουν σαφώς διακριτούς ρόλους και, παρόλο που δουλεύει 14 ώρες την ημέρα, της αρέσει να επιστρέφει στο σπίτι και να βρίσκει τον φίλο της να την περιμένει για να του δώσει τις παντόφλες και να του μαγειρέψει. Τα Σαββατοκύριακα της, δε, είναι κλεισμένα, για να καθαρίσει, μόνη της. «Είναι αντιαισθητικό ο άντρας να κάνει δουλειές, αν έβρισκα τον άντρα μου να πλένει πιάτα θα τον χώριζα». Δεν είναι η γυναίκα ίδια με τον άντρα, έχει περισσότερες αντοχές και κατασκευάστηκε για να δουλεύει σκληρά και μετά να κρατάει μόνη της το σπίτι. Να είναι καλή νοικοκυρά και να υπακούει τον άντρα του σπιτιού. Κάπου μια σουφραζέτα πήδηξε στη φωτιά, η Κουήνι έσκισε τα πτυχία της και η μαμά μιας καθηγήτριας σήκωσε τα αρθριτικά της δάχτυλα και με προσπάθεια σχημάτισε το σήμα της νίκης.

Της λεωφόρου Νίκης.

υγ. Μόλις μου φώναξε η Χατζηβασιλείου «ΚΟΙΤΑΞΤΕ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΜΠΑΛΑ» και πέταξα από τα χέρια μου το ποτήρι με το τσάι για να βρω τη μπάλα. Μπάλα δεν βρήκα, πρέπει, όμως, να βρω γρήγορα τη σφουγγαρίστρα, πριν ξυπνήσει ο κ. Μαριονέτας και δει τον χαμό που προκάλεσε το ξαφνικό ξέσπασμα της τηλεπερσόνας, και της ζητήσει να έρθει να σφουγγαρίσει. Γιατί είμαστε τόσο κουλ σε αυτό το σπίτι, με ανεπτυγμένο το αίσθημα δικαίου.

Σ’ευχαριστώ, Ελλάδα!

Reblogged from //ΠαραλληλοΓράφος//:

Αναδημοσίευση από το blog του Niko Ago  

Συμπλήρωσα 20 χρόνια στην Ελλάδα και μπήκα αισίως στον εικοστό πρώτο. Από τότε που ήρθα, εργάστηκα σε διάφορες δουλειές. Μετά από πολύ κόπο και κυρίως πολύ διάβασμα,  έμαθα την ελληνική γλώσσα κι έκανα το όνειρό μου πραγματικότητα, που ήταν η δημοσιογραφία. Σήμερα είμαι δημοσιογράφος στα ελληνικά ΜΜΕ. Σε πιο βαθμό καταφέρνω να κάνω καλή δημοσιογραφία, το κρίνουν αυτοί που διαβάζουν αυτά που γράφει η ταπεινότητά μου.

Read more… 8 more words

Slaughterhouse- Five

Και η σφαγή συνεχίζεται…

[edit]

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό μια φάρμα. Όχι, δεν θα πω “φάρμα”, την έχουν πει έτσι άλλοι και δεν θα ήθελα η δική μου οπτική γωνία να μπλεχτεί με  άλλων. Ήταν μια φορά κι έναν καιρό… κάτσε, πρέπει να το σκεφτώ λιγάκι. Δεν είναι εύκολο να βρεις κάτι, πέραν της φάρμας των Ζώων, που να μοιάζει με μια μικρή κοινωνία, όπου: το κάθε μέλος πιστεύει ότι, εφόσον προσφέρει το καλύτερο που μπορεί, ο νόμος το προφυλάσσει από τη σφαγή. Ωστόσο κάτι τέτοιο να αποδεικνύεται αποκύημα της φαντασίας μυθοπλάστη ικανότερου του Αισώπου, με αποτέλεσμα επίλεκτα μέλη να εξοστρακίζονται/θυσιάζονται παρά τη θέλησή τους ώστε να σωθούν κάποιοι άλλοι. Η επιλογή, δε, αυτών, να γίνεται με βάση άκρως υποκειμενικά και αμφιλεγόμενα – αμφισβητήσιμα κριτήρια.

Όστις μπορεί να σκεφτεί μια καλύτερη μεταφορά από τη «φάρμα των Ζώων» ή το «σφαγείο», παρακαλώ, το σχολιάζειν εστί βοηθείν.

Παρέα με μια ανάμνηση και τον Terry Pratchett

Κάθομαι στο μπαλκόνι μου και μου μυρίζει μπόρα. Λίγο αν με γνωρίζεις ξέρεις ότι αυτή είναι η δεύτερη πιο αγαπημένη στιγμή της ύπαρξής μου: η αναμονή της μπόρας (η πρώτη είναι η μπόρα, φυσικά). Όπως κάθομαι, λοιπόν, με κατεβασμένη την τέντα – για να μην γίνει το μπαλκόνι κώλος – στην κουνιστή καρέκλα και παρατηρώ τη μέρα σιγά-σιγά να σκοτεινιάζει, θυμάμαι κάτι που μου είχε πει η αιθέρια, η ουράνια, η Τίνα η Χρόνη: Τι να τα κάνεις τα πολλά; Η ζωή είναι ένα ωραίο καφεδάκι και ένα στραβό χαμόγελο στον ήλιο.

Ήξερε πολλά για τη ζωή η Τίνα – κυρίως γιατί έπρεπε να τα μάθει και να τα ζήσει όλα συμπυκνωμένα. Όταν το τέλος βαριανασαίνει στο σβέρκο σου, φαίνεται ότι σε υποχρεώνει να βιαστείς να πιάσεις το νόημα. Και έλεγε πολλά σωστά πράγματα. Έτσι τη θυμήθηκα κι εγώ σήμερα, που η ζέστη έδωσε τη θέση της στο δροσερό αεράκι της μπόρας και πίσω από το ΣΚΑΪ που ακούει στη διαπασών ο διπλανός μπορώ να ξεχωρίσω κάτι αχνά μπουμπουνητά. Ο ήλιος καίει ακόμη το πάτωμα, αλλά αυτή τη φορά μπορώ να τον χλευάσω στη μούρη και να του πετάξω ένα «χα χα χα, ρε! Είναι μετρημένα τα ψωμιά σου!». Από τα βάθη της κουνιστής μου καρέκλας είδα μια μπαμπαλούκα (έτσι τα λέγαμε όταν ήμασταν μικρές αυτά τα άσπρα βαμβακάκια που πετάνε στον αέρα την άνοιξη) να προσγειώνεται στο φλιτζάνι με τον καφέ μου, αλλά δεν θα το βγάλω. Είναι σημάδι της άνοιξης. Αγκαλιά με το Mort περιμένω τη βροχή να φτάσει και ξέρω πως η Τίνα είχε δίκιο. Η χαρά είναι στην απόλαυση.

Έλεγε πολλά σωστά πράγματα η Τίνα, την οποία δεν είχα ακούσει ποτέ να κακολογεί άνθρωπο, όσο τη γνώριζα – μόνο απέφευγε μία συγκεκριμένη, και η ιστορία τη δικαίωσε πανηγυρικά, κρίμα που δεν ήταν εδώ να το ζήσει, ή ίσως και όχι και τόσο κρίμα, η Τίνα δεν ήταν χαιρέκακη. Αν ήταν ένας άνθρωπος που προσωποποιούσε την αγάπη, ήταν εκείνη. Και ίσως είχα κάνει κάτι καλό στη ζωή μου, γιατί αξιώθηκα να τη γνωρίσω και να μάθω από εκείνη πολλά. Δεν θα της άρεσε της Τίνας ο τρόπος που εξελιχθήκαμε σαν κοινωνία. Το πόσο το μίσος και ο φόβος μας οδηγούνε. Εκείνη πάλεψε τόσα με το χαμόγελο, ακόμη και όταν αυτό ήταν πικρό και με πόνο. Έτσι κι εμένα πολλά δεν μου αρέσουν, για πάρτη της. Και στρέφω το βλέμμα προς εμένα, και κοιτάζω να βελτιωθώ. Κάτι δεν κάνω εγώ σωστά, γι’ αυτό η κοινωνία είναι έτσι. Γιατί από εμένα θα αρχίσει η αλλαγή. «Διάβαζε, μάθαινε», έλεγε, «γίνε καλύτερη». Έτσι θα σώσεις τον κόσμο. Όχι ο άλλος, εσύ.

Τώρα ακούστηκε το πρώτο ξεθαρρεμένο μπουμπουνητό. Η μπόρα έρχεται στη Θεσσαλονίκη, κι εγώ θα κάτσω και θα την απολαύσω. Στο μπαλκόνι μου, μέσα στην κουνιστή πολυθρόνα μου, με τον αχνιστό καφέ μου με τη μπαμπαλούκα και την αλάνθαστη παρέα του Terry Pratchett (προς την πλευρά του οποίου με έσπρωξε η Κουίνι, καλή της ώρα). Την άλλη μπόρα που ήρθε δεν την απολαμβάνω. Ωστόσο, παρόλο που τη μία μπορώ απλά να περιμένω να τελειώσει, την άλλη μπορώ να κάνω κάτι για να την βοηθήσω να περάσει. Γιατί κανένας δεν είναι ανεύθυνος. Όχι όσο είμαστε όλοι κομμάτια του ίδιου παζλ.

Καρκίνε, ψόφα ρε! (Lamenting the loss of Adam Yauch)

Τη φωτογραφία τη βούτηξα από το BBC

Κι όμως, συνέβη. Δύο μέρες πριν από τις εκλογές, κι εκεί που όλοι είχαμε ψιλοξεχάσει πως ήταν άρρωστος και μας έκανε να ανησυχούμε, ο Adam Yauch, a.k.a. MCA, a.k.a. Nathanial Hörnblowér, έκλεισε τα μάτια και πέρασε για πάντα στην αιωνιότητα.

Όσο και αν στέλναμε από εδώ θετική ενέργεια, μπάλες φωτός, κύματα ίασης και προσευχές (όλων των θρησκειών), αυτή η κωλοαρρώστιαπουκακόχρόνοναχει απεδείχθη πιο δυνατή από όλους μας. Σε ηλικία 47 ετών, ο Adam Yauch πέθανε.

Δυστυχώς οι φόβοι μας, που γεννήθηκαν όταν δεν παρέστη στην ένταξη των Beastie Boys στο Rock and Roll Hall of Fame, επιβεβαιώθηκαν. Ο MCA έπασχε από καρκίνο από το 2009, ωστόσο μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχει επιβεβαιωθεί ακόμη ότι αυτό ήταν που τον σκότωσε.

Δεν χρειάζεται να πει κανείς τίποτα για την προσφορά του ανθρώπου αυτού στη μουσική. Είτε φαν της χιπ χοπ είτε όχι, οφείλει κανείς να αναγνωρίσει πως ανήκει στις μπάντες εκείνες που έγραψαν μουσική ιστορία. Έχοντας πουλήσει δεκάδες εκατομμύρια δίσκους (40εκατομμύρια; 50; Πάντως, από ό,τι καταλαβαίνω, τα μισά – από τα πενήντα εκατομμύρια, ε; – τα έχουμε στο σπίτι μας. Και, ναι, καλά το καταλάβατε, ο κ. Μαριονέτας αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε εμβρυακή στάση σε μια γωνία και κλαίει γοερά), δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η μουσική τους και οι στίχοι τους άγγιξαν πολλά εκατομμύρια ανθρώπους. Επιπλέον, μαζί με τους υπόλοιπους Beastie Boys, και μέσω της δισκογραφικής τους εταιρείας Grand Royal, βοήθησαν να «ξεπεταχτούν» πολλά αξιόλογα συγκροτήματα, όπως, για παράδειγμα, οι At The Drive-In (αιθέρια Τίνα Χρόνη, σε αγαπάμε για πάντα, ρε). Αν δεν τους έχετε ακούσει, ψάξτε τους, αξίζει.

Ίσως δεν χρειάζεται καν να πούμε για τη συνολική του προσφορά στην τέχνη. Εξάλλου, είναι μάλλον γνωστό το ότι δεν περιοριζόταν στις ρίμες και τα μπιτ, αλλά επεκτεινόταν και σε άλλα είδη. Ο Adam Yauch, εκτός από το ότι σκηνοθέτησε αρκετά βίντεο κλιπ των Beastie Boys, ήταν ιδιοκτήτης εταιρείας παραγωγής, μέσα από την οποία, τόσο ο ίδιος, όσο και πολλοί άλλοι δημιουργοί κυκλοφόρησαν ταινίες τους. Ανάμεσά τους, ο πολύς Banksy, αλλά και άλλοι.

Κυρίως, όμως, ήταν ο εαυτός του. Κι αυτό φαίνεται μέσα από τη συνολική πορεία του. Έζησε, δημιούργησε, γλέντησε, διασκέδασε, «χάθηκε», βρέθηκε, «τσαλακώθηκε», ξανασηκώθηκε και χάραξε τη δική του πορεία. Βουδιστής, υπέρμαχος της ελευθερίας του Θιβέτ από την κινεζική κατοχή, ιδρυτής ενός ταμείου (με το όνομα Milarepa Fund) που υποστήριζε αυτόν τον σκοπό, διψασμένος να ενημερώσει το κοινό του για τα ενδιαφέροντά του, να ζήσει τη ζωή του με τον τρόπο που επέλεξε αυτός. Εκτός από τους γιατρούς που τον παρακολουθούσαν, ακολουθούσε και τις οδηγίες των Θιβετιανών γιατρών του, ωστόσο τίποτα δεν φάνηκε αρκετό για να τον βοηθήσει.

Ανακαλύπτοντας την πυρίτιδα στην Ελλάδα του 2012

Ξύπνησα ένα πρωί, και τα μέσα ενημέρωσης είχαν ανακαλύψει την πυρίτιδα. «Εντοπίστηκε ιερόδουλη με AIDS» έσκουζαν οι τηλεοράσεις, και ο πανικός των δημοσιογράφων είχε χτυπήσει κόκκινο. Θα έλεγε κανείς πως η πλειοψηφία τους ξημεροβραδιάζεται στους οίκους ανοχής και η είδηση τους χτύπησε κατακούτελα και τους άφησε ξερούς.

Λίγο αργότερα το σοκ έγινε και δικό μου: καταπατώντας κάθε έννοια προστασίας προσωπικών δεδομένων, προσωπικότητας ή ιατρικού απόρρητου, η φωτογραφία της ιερόδουλης μεταδιδόταν από όλα τα κανάλια και όλα τα ειδησεογραφικά πόρταλς, σαν να ήταν Amber Alert. Τα πρωτοσέλιδα της επόμενης ημέρας άγχωσαν κι εμένα, παρότι η μπουρδελότσαρκα δεν είναι στις αγαπημένες μου ασχολίες – άσε που είμαι και κοριτσάκι. «Ο εφιάλτης στον δρόμο με το AIDS», «Αυτή σκόρπιζε το AIDS» και άλλα παρόμοια, μου θύμισαν την περίφημη εκείνη επιστολή του Λοβέρδου, ο οποίος κατηγορούσε τις λαθρομετανάστριες ότι μετέδιδαν το AIDS στους Έλληνες πελάτες τους, κι εκείνοι με τη σειρά τους το μετέδιδαν στις γυναίκες τους. Άρα οι λαθρομετανάστριες ιερόδουλες «έφερναν το AIDS στην ελληνική οικογένεια».

Οι αντιδράσεις και αυτή τη φορά ήταν πάμπολλες, αλλά οι προστάτες της δημόσιας υγείας δεν ίδρωσαν. Για «φαρισαϊσμό» μίλησε λίγες μέρες αργότερα ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, ο οποίος δικαιολόγησε τη δημοσίευση της φωτογραφίας λέγοντας πως «η δημόσια υγεία είναι υπέρτερο αγαθό του δικαιώματος στην προσωπικότητα». Στο ίδιο μήκος κύματος (μπορεί και με τις ίδιες λέξεις) κινήθηκε και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελος Βενιζέλος, επίδοξος αυριανός πρωθυπουργός.

Φυσικά την τρομερή αποκάλυψη ότι μία ιερόδουλη είχε AIDS (ακόμη να το χωνέψω) ακολούθησε η ακόμη πιο τρομακτική, ότι – κρατηθείτε – υπάρχουν κι άλλες! Και φυσικά, οι αρχές έσπευσαν να δημοσιεύσουν τις φωτογραφίες τους, για να ενημερωθεί το κοινό, να τις δουν οι πελάτες και να αγχωθούν ότι τις πήδηξαν «άνευ», και να πάνε να κάνουν εξετάσεις.

Τα προβλήματά μου με όλη αυτή την υπόθεση είναι τόσα πολλά, που με έχει πιάσει πονοκέφαλος. Σε μια ευνομούμενη χώρα, μια «δημοκρατία», δεκαεπτά γυναίκες στιγματίστηκαν με τη ρετσινιά α) της ιερόδουλης (θα μου πεις «το έπαιζαν ταμίες στο σούπερ μάρκετ, μήπως;» Και πού ξέρεις εσύ τι το έπαιζαν; – no pun intended) β) του φορέα του AIDS (μια ρετσινιά που πολύ δύσκολα ξεπερνιέται, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και αλλού), γ) του δολοφόνου. Και όλα αυτά χωρίς σχετική εισαγγελική απόφαση, από ό,τι καταλαβαίνω, σχωράτε με αν κάνω λάθος. Στη χώρα που δεν δημοσιεύονται τα ονόματα καταδικασμένων παιδεραστών (φαίνεται ότι τα παιδάκια δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα με όσους πηγαίνουν στα μπουρδέλα), δημοσιεύτηκαν τα πλήρη στοιχεία 17 (μέχρι τη στιγμή που γράφω) ασθενών του AIDS. Επειδή κάποιοι επέλεξαν να πάνε μαζί τους χωρίς προφυλακτικό.

Θυμάμαι κάποια στιγμή που χρειάστηκε να λείψω από τη δουλειά και πήγα στο ταμείο μου για να πάρω χαρτί από τον γιατρό. Όταν έφτασε η στιγμή να γράψει τον λόγο για τον οποίο έλειψα, πιάστηκε η ψυχή μου. Ο γιατρός το κατάλαβε, με κοίταξε και με ρώτησε: «σε ενοχλεί να το γράψω;». Το σκέφτηκα και αποφάσισα ότι πιθανότατα και να ήταν χειρότερα αν το άφηνα κενό, οπότε είπα «δεν βαριέσαι, γράψε». Το εν λόγω χαρτί πιθανότατα δεν θα το διάβαζε ποτέ κανείς, ενώ ο λόγος για τον οποίο έλειπα δεν ήταν δα και τόσο συγκλονιστικός.

Αναγωγή, τώρα, αυτού του συναισθήματος στην περίπτωσή μας. Πιάστηκε η ψυχή σου, ή ακόμη; Το ιατρικό απόρρητο υπάρχει λόγος που ισχύει. Δεν είναι μια εφεύρεση για να βασανίζεται ο Βενιζέλος και ο Χρυσοχοΐδης προεκλογικά. «Να σώσουμε χιλιάδες ανθρώπους από τα νύχια της μαφίας του AIDS ή να τους αφήσουμε να πεθάνουν ανενημέρωτοι; Θα τους σώσουμε και όπου μας βγάλει». Υπάρχει λόγος που ισχύει, και αν αρχίσει ο καθένας να το παραβλέπει, αλίμονό μας. Και μάλιστα, αν ο λόγος για τον οποίο παρακάμπτεται είναι το ότι είμαστε λίγες μέρες πριν από τις εκλογές, τότε οι ήδη σάπιες κολώνες που στηρίζουν αυτό το οικοδόμημα που θέλουμε να ονομάζουμε «σημερινή κοινωνία» μόλις απέκτησαν από έναν καλικάντζαρο να τις κοπανάει με μια βαριοπούλα.

Γιατί η δικαιολογία περί «δημόσιας υγείας» είναι τουλάχιστον αστεία. Ας το σκεφτούμε λίγο. Είσαι άντρας. Έχεις ματάκια και ξέρεις να διαβάζεις. Έχεις αυτάκια και ακούς. Έχεις, γενικά, επαφές με τον έξω κόσμο. Έστω, όχι πολλές, αλλά έχεις μιλήσει πέντε- έξι φορές με κάποιον πέρα από τη γάτα σου ή τη μπουκαμβίλια που προσπαθείς να μεγαλώσεις στο μπαλκόνι σου αλλά μοιάζει περισσότερο με αθλιόφυτο γραφείου. Τα παραπάνω τα συμπεραίνω, επειδή γνωρίζεις τι σημαίνει σεξ, κι επίσης γνωρίζεις πού να τα βρεις αυτά τα μπουρδέλα (νόμιμα ή μη). Δεν μπορεί, λοιπόν, θα γνωρίζεις τι σημαίνει «AIDS». Αν δεν γνωρίζεις, τσάμπα πάει η δημοσίευση των φωτογραφιών, δεν σε βοήθησαν καθόλου, δεν έχεις καταλάβει τι έχει παιχτεί.

Εφόσον, λοιπόν, γνωρίζεις (πάνω κάτω) περί AIDS και λοιπών σεξουαλικά μεταδιδόμενων ασθενειών, τι ακριβώς σκεφτόσουν όταν ζητούσες να κάνεις σεξ με μια ιερόδουλη χωρίς προφυλακτικό; Πόσο μάλιστα όταν σε ενημέρωσε η εν λόγω κυρία ότι θα πρέπει να πληρώσεις επιπλέον για κάτι τέτοιο. Δεν σου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί, βρε παιδί μου, ίσως, υπάρχει μια πιθανότητα να κολλήσεις κάτι; Αν δεν σου πέρασε από το μυαλό, σου το λέω αλήθεια, δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Εν έτει 2012 θα ήθελα να ξέρω πώς γίνεται να μην γνωρίζει κανείς πως οι πιθανότητες να κολλήσεις, όχι μόνο AIDS, αλλά – τουλάχιστον – δεκάδες άλλα νοσήματα όταν κάνεις σεξ σε έναν (είτε παράνομο είτε νόμιμο) οίκο ανοχής χωρίς προφύλαξη είναι αστρονομικά τεράστιες. Σύμφωνα με το ΚΕΕΛΠΝΟ, δύο χιλιάδες άτομα (μέχρι την ώρα που γραφόταν αυτό) είχαν καλέσει ζητώντας πληροφορίες για τις συγκεκριμένες περιπτώσεις και για το πώς θα κάνουν εξετάσεις. Δύο χιλιάδες άνθρωποι περίμεναν να δημοσιευτούν οι φωτογραφίες των ιερόδουλων για να πιστέψουν ότι ίσως και να έχουν κολλήσει κάτι κάνοντας σεξ με μια άγνωστη, δουλειά της οποίας είναι να κάνει σεξ με αγνώστους (πολλές φορές, δε, χωρίς προφυλακτικό, μια πράξη που χρεώνεται εξτρά). Ο κ. Βενιζέλος πιστεύει πως αυτοί οι άνθρωποι «έχουν δικαίωμα στην πληροφόρηση και στην προστασία της υγείας». Μα αυτοί οι άνθρωποι, όταν υπήρχε άφθονη η πληροφόρηση αναφορικά με το πώς να αποφεύγουν το AIDS, την αγνόησαν επιδεικτικά. Όπως εξάλλου και την υγεία τους, αλλά και την υγεία των ενδεχόμενων συντρόφων τους.

Και σε αυτό το σημείο οφείλω να προβοκάρω: Είμαι μια ελεύθερη γυναίκα, βγαίνω για ένα ποτό και γνωρίζω έναν άντρα. Συζητάμε, τα βρίσκουμε, βγαίνουμε για άλλο ένα ποτό, με πάει και για φαγητό, προχωράει η κατάσταση, ας μην μπω σε λεπτομέρειες, έρχεται, λοιπόν, εκείνη η στιγμή που βρίσκομαι μπροστά σε ένα τεράστιο δίλημμα: να πάω μαζί του, ή είναι μεταξύ των δύο χιλιάδων (τουλάχιστον) που κάλεσαν το ΚΕΕΛΠΝΟ έντρομοι ότι μπορεί να έχουν μολυνθεί. Εγώ πιθανότατα θα έχω το μυαλό να πω «αγαπητέ, το ‘άνευ’ μας τελείωσε, ‘με’ και αν σου αρέσει», αλλά δεν έχω το δικαίωμα να είμαι ενήμερη; Δεν είμαι εγώ μέρος αυτής της περιβόητης «δημόσιας υγείας»;

Πού είναι λοιπόν, κ.κ. Χρυσοχοΐδη και Βενιζέλο, οι φωτογραφίες αυτών των δύο χιλιάδων ανδρών; Για να προστατευθούμε, εμείς και η δημόσια υγεία! Ή μήπως η «δημόσια υγεία» απειλείται μόνο από τις ιερόδουλες; Θα φτάσουμε σε σημείο να μετράμε «πόσες βαθμίδες μας χωρίζουν από το AIDS», όπως το γνωστό παιχνίδι με τον Κέβιν Μπέικον; «Τα ‘φτιαξε ο Μηνάς με την Ανέτα, που τα ‘χε με τον Δήμο τον τρελό, αυτός ο Δήμος, λοιπόν, που ήταν τρελός, ανήκει, άραγε, στους δύο χιλιάδες;». Αν είχα τις φωτογραφίες, θα ήξερα. Περιμένω, λοιπόν, σχετικές κινήσεις. Αλλιώς δεν θα ξέρω τι να σκεφτώ!

«Όταν υπάρχει κίνδυνος να έχουν μολυνθεί εκατοντάδες χιλιάδες νέοι άνθρωποι είσαι υποχρεωμένος να τους προτρέψεις να πάνε να κάνουν μια εξέταση», είπε ο κ. Βενιζέλος, κι εγώ αναρωτήθηκα: μέχρι πότε στην Ελλάδα θα κάνουμε σημαία την αδιαφορία, θα δικαιολογούμε την εγκληματική αμέλεια και θα κάνουμε το άσπρο μαύρο, για να εξυπηρετήσουμε τους σκοπούς του μικρόκοσμού μας;

Περαστικά μας.

ΥΓ. Αφήνω το ότι ο οίκος ανοχής λειτουργούσε, λεει, παράνομα. Εγώ να δεχτώ πως η αστυνομία έχει τόση δουλειά που τη μία μέρα κλείνει έναν οίκο ανοχής, αυτός την άλλη μέρα ανοίγει, μετά τον ξανακλείνει, μετά αυτός ξαναανοίγει, μετά αυτός ξανακλείνει, μετά ξαναανοίγει και αυτό γίνεται συνολικά επτά φορές, και όλοι έχουν κάνει σωστά τη δουλειά τους. Να το δεχτώ γιατί – κατά κοινή ομολογία – είμαι καλός άνθρωπος. Εσύ που σου ήρθαν κάτι άλλες πονηρές καταστάσεις στο μυαλό, είσαι κακόβουλος άνθρωπος και προβοκάτορας. Να το ξέρεις.

Και οι Έλληνες προδίδουν τους Έλληνες – a.k.a. η αληθινή ιστορία του παππού μου

Με τα χέρια σταυρωμένα κάτω από το πηγούνι του, κοιτούσε την ανοιχτή θάλασσα μπροστά του και προσπαθούσε να διασκεδάσει μια ελαφριά ανησυχία που σιγόβραζε μέσα του. Ένας από τους ναύτες του δεν είχε μπαρκάρει χωρίς να ειδοποιήσει, και κάτι τέτοιο δεν συνηθίζεται. Οι ναυτικοί τιμούν το ψωμί τους, γιατί το βγάζουνε με πολύ κόπο και αμέτρητες θυσίες. Έλειπε και ο έμπιστός του, του είχε δώσει άδεια να μην μπαρκάρει. Για την ακρίβεια, τον είχε υποχρεώσει σχεδόν να μην μπαρκάρει, γιατί τον χρειαζόταν η οικογένειά του. Η γυναίκα του μόλις είχε χάσει τα πρόωρα δίδυμα που είχε γεννήσει, και όφειλε να μείνει στο πλάι της γι’ αυτό το ταξίδι. Τα λεφτά θα του τα έδινε ούτως ή άλλως, δικά του ήταν, εξασφαλισμένα. Εκείνος ήθελε να βοηθήσει, όχι μόνο στο ταξίδι, αλλά και στον «σκοπό». Αλλά κάποια πράγματα πρέπει να μπαίνουν πάνω από όλα.

Σκέφτηκε τους «λαθρεπιβάτες» που είχε κρύψει στα αμπάρια. Αγωνιστές της αντίστασης, που τους παραλάμβανε σε κάθε τέτοιο ταξίδι από τα τουρκικά παράλια και τους έβαζε λαθραία στη χώρα. Το σχέδιο ήταν αλάνθαστο, το είχαν καταστρώσει τέλεια με τον Έμπιστο. Οι Γερμανοί τους έδιναν όσο καύσιμο χρειάζονταν για να φτάσουν στον Πειραιά. Εκείνοι στα ανοιχτά άνοιγαν πανιά και φύλαγαν το πετρέλαιο για να κάνουν μεγαλύτερο ταξίδι. Έφταναν στα παράλια, φόρτωναν τους αντιστασιακούς και τους «ξεφόρτωναν» στα λιμάνια που έπιαναν για να συνεχιστεί ο αγώνας. Ο καθένας βοηθούσε από το μετερίζι του.

Είχε μάθει να βοηθάει και να βοηθιέται, από παιδί, όταν, 13 χρονών, η μητριά του είπε: «είσαι πια μεγάλος κι εμείς φτωχοί. Θα πρέπει να βρεις τον δρόμο σου μόνος σου» και τον ανέβασαν για πρώτη φορά στα καράβια. Ήταν άξιος, έπιαναν τα χέρια του και δεν χάθηκε. Στον στρατό μάζευε τα τσιγαρόχαρτα που πετούσαν οι άκαπνοι και τα πουλούσε σε όσους κάπνιζαν. Έκανε έτσι χρήματα και άρχισε την πρώτη του επιχείρηση. Από το τίποτα έφτασε σε μερικά χρόνια να αγοράσει το πρώτο του καράβι. Και λίγο αργότερα να βάλει τα σκαριά για το δεύτερο. Στο χωριό του όλοι έπιναν πια νερό στο όνομά του, αφού τα περισσότερα σπίτια είχαν εξαιτίας του φαγητό στο τσουκάλι. Και το πλήρωμά του τον αγαπούσε. «Αυτή είναι η περιουσία μου» θύμιζε συνέχεια στον εαυτό του, αλλά μετά δούλευε ακόμη πιο σκληρά, γιατί πίσω στη Θεσσαλονίκη είχε μια γυναίκα με ένα παιδί στην κοιλιά.

Με τον διάολο να του τριβελίζει το μυαλό γύρισε στην καμπίνα του και προσπάθησε να κοιμηθεί, αλλά ύπνος δεν τον έπιασε. Έτσι, άυπνο τον βρήκε το ξημέρωμα, και άυπνος ήταν όταν έπιασαν λιμάνι. Άυπνο τον συνέλαβαν οι Γερμανοί, που είχαν μάθει και τους περίμεναν. Άυπνος κατάλαβε πως Έλληνας, συγχωριανός, βοηθημένος, φίλος ήταν αυτός που τους πρόδωσε.

Καταδικάστηκαν όλοι σε θάνατο από τον Γερμανό δικαστή του δικαστηρίου της Θεσσαλονίκης, μια ποινή που αργότερα μετατράπηκε σε ισόβια. «Τι πειράζει, ρε», είπε στο πλήρωμά του. «Ποια ισόβια, δεν θα μείνουν εδώ αυτοί για πάντα. Μέχρι να φύγουν θα είμαστε εδώ, και θα φύγουν γρήγορα». Είχε πάρει θάρρος και γελούσε, γιατί το προηγούμενο βράδυ η γυναίκα του σκαρφάλωσε μέχρι έξω από το κελί του στο Γεντί Κουλέ και του σήκωσε να δει ένα μικρό άσπρο πακετάκι. Ήταν ο γιος του, 40 ημερών, και τον έβλεπε πρώτη φορά. Το βρέφος ούτε και έκλαψε, εξάλλου ήταν Μάιος και η νύχτα ήταν γλυκιά. Εκείνη του ψιθύρισε κάτι κι εκείνος της ψιθύρισε κάτι δικό του. Δεν άκουσαν ο ένας τον άλλον αλλά ήξεραν.

Η ισόβια κάθειρξη  σήμαινε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το βράδυ πριν τους μεταφέρουν στην Αυστρία, ήρθε ο Γερμανός φύλακας και του είπε: «κανόνισα να φύγεις. Όταν σας μεταφέρουν, φύγε από τη σειρά, δεν θα σε κυνηγήσει κανείς». «Και οι άλλοι;», ρώτησε. «Δεν μπορώ να κανονίσω για όλους, θα με εκτελέσουν. Ένας μόνο, μόνο εσύ». Κοίταξε τον Γερμανό φύλακα με ηρεμία και τον ρώτησε. «Έχεις ακούσει ότι ο καπετάνιος δεν εγκαταλείπει ποτέ το καράβι του; Όταν το λες αυτό δεν εννοείς τις λαμαρίνες και τις μηχανές. Εννοείς τους ανθρώπους, των οποίων η ευθύνη τον βαραίνει. Σε ευχαριστώ πολύ για την προσφορά σου, αλλά ή όλοι ή κανείς». «Θα πεθάνεις στο στρατόπεδο», του είπε ο Γερμανός. «Θα δούμε», απάντησε εκείνος.

Την άλλη μέρα πρωί – πρωί τους έβαλαν στα τρένα. Οι φύλακες τον αγνόησαν, όπως του είχε πει ο Γερμανός, αλλά εκείνος ανέβηκε στο βαγόνι και έκανε το ταξίδι. Το τελευταίο της ζωής του. Δολοφονήθηκε σε εκείνο το στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπως ολόκληρο το στρατόπεδο, μαζί με το πλήρωμά του, πλην ενός, μερικές ώρες πριν απελευθερωθούν από τους Συμμάχους. Αυτός ο ένας που έμεινε είπε την ιστορία του πίσω στην πατρίδα. «Μας είπαν ‘κερδίσατε, είστε ελεύθεροι’, και τρέξαμε όλοι για να φύγουμε. Μόνο εγώ γύρισα για να πάρω τα τσιγάρα μου και άκουσα τους πυροβολισμούς. Τους έστησαν ενέδρα και τους σκότωσαν όλους σε ένα ξέφωτο μερικά μέτρα έξω από τις πύλες. Άνοιξαν μια μεγάλη τρύπα και τους έχωσαν εκεί, Χριστιανούς, Εβραίους, Πολωνούς, Αυστριακούς, όλους…».

Δεν έμειναν, όμως, πολλοί για να ακούσουν την ιστορία του. Η γυναίκα του πέθανε «από τον καημό της» λίγο μετά από την είδηση του χαμού του.

Έτσι έφυγε ο παππούς μου. Προδομένος από Έλληνα, γεννημένο στην Ελλάδα, μεγαλωμένο με τα ελληνικά ιδανικά. Έλληνα που βρήκε δουλειά στο καράβι του παππού μου όταν οι δουλειές σπάνιζαν. Έλληνα που το μόνο που είχε να κάνει όταν οι άλλοι βοηθούσαν σε έναν αγώνα για την πατρίδα ήταν να μην μιλήσει και να επιτρέψει λίγο ευνοϊκότερες εξελίξεις για τον τόπο του. Δεν θα άλλαζε τη ροή της ιστορίας ο παππούς μου. Ίσως ήταν, όμως, ένα πολύ μικρό γρανάζι.

ΥΓ. Πολλά χρόνια αργότερα, το βρέφος, άντρας πια, γνώρισε μια κατά επτά χρόνια μικρότερη κοπέλα. Χωρίς να γνωρίζουν ο ένας τον άλλον, αγαπήθηκαν κρυφά από την οικογένεια της κοπέλας και κράτησαν σχέση για έξι χρόνια, πριν αποφασίσουν να αρραβωνιαστούν. Την ημέρα του αρραβώνα αποκαλύφθηκε πως πατέρας της κοπέλας ήταν ο έμπιστος φίλος, που είχε μείνει πίσω σε εκείνο το τελευταίο ταξίδι.

The Avengers – a.k.a. «Εγώ πότε θα γίνω μια από τους Earth’s Mightiest Heroes;;»

«Έλειπε ο Batman», έλεγε ένας τύπος μπροστά μου, απογοητευμένος, καθώς βγαίναμε από την ταινία. «Έπρεπε να βάλουν και τον Batman, ίσως και τον Superman. Τότε θα ήταν πιο πιστευτό, είχαν την άλλη με τα πιστολάκια να βαράει και τον άλλον τον φλώρο με τα βέλη».

Κατάπια την οργή μου και δεν είπα τίποτα. Μου θύμισε λίγο το βράδυ που είχαμε πάει να δούμε στο σινεμά την πρώτη ταινία του Άρχοντα. Ήμουν εκστασιασμένη γιατί, έχοντας λατρέψει τα βιβλία σε (και από) ηλικία 15 ετών, ένιωθα πως ήταν απόλυτα σημαδιακό το ότι η πρώτη ταινία έβγαινε στα γενέθλιά μου. Μόλις λοιπόν η ταινία τελείωσε, με τη γεύση της δικαίωσης και της συγκίνησης στο στόμα, σηκωθήκαμε να βγούμε από την αίθουσα. Η συγκίνηση έγινε σοκ όταν άκουσα τη διπλανή μου να ρωτάει (σοβαρότατα, σε διαβεβαιώ) τον γκόμενό της (ο οποίος είμαι σίγουρη πως για να την πείσει να τον συνοδεύσει της είπε κάποιο ψέμα του στυλ «είναι αισθηματική κωμωδία με εκείνον που έπαιζε τον γκόμενο της Γκουίνεθ Πάλτροου στο ‘Ένας Τέλειος Φόνος’»): «Τελικά ρε αγάπη εγώ δεν κατάλαβα. Το κατέστρεψαν αυτό το δαχτυλίδι ή όχι;» (τρου στόρι).

Με λίγα λόγια, παρέβην έναν από τους βασικότερους κανόνες που έθεσα στον εαυτό μου για να διατηρώ την ψυχική μου υγεία βγαίνοντας από ταινία που μου έχει αρέσει: Απομακρύνσου από το πλήθος και μην ακούς τον έναν και τον άλλο.

Επιστρέφοντας στον (μικρό) φίλο που εξέφρασε την αυθεντική του απορία και απογοήτευση, ας πούμε ότι πιθανότατα και θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν τα γούστα σου. Εξάλλου, κάτι τέτοιο έχει γίνει στο παρελθόν. Με διαφορετικό καστ, βέβαια, αν και σε τουλάχιστον μία περίπτωση ήταν εκεί και ο «φλώρος» ο Hawkeye (εγκεφαλικό, OK, είμαι λίγο καλύτερα τώρα), οπότε δεν ξέρω αν θα χαιρόσουν ιδιαίτερα. Όμως, κάτι θα μπορούσε να γίνει για να σβήσει τη δίψα σου για όλο και περισσότερους υπερήρωες, μιας και η DC Comics και η Marvel τα κάνουν πού και πού τα crossovers. Αν πας λίγα χρόνια πίσω, θα βρεις και τον αγαπημένο σου Batman και τους Avengers και τον Superman και αλλαγμένες πραγματικότητες και διαφορετικά σύμπαντα και έναν κακό χαμό πάνω από το κεφάλι μας και δεν θα απογοητευτείς!

Αλλά, καλέ μου, το Avengers είναι Marvel. Και, όχι, δεν μπορούσαν «να χωρέσουν κι έναν Batman εκεί μέσα» για να χορτάσεις εσύ. Αυτοί που είχαν έφταναν. Και περίσσευαν, μπορώ να πω. Ήταν η πρώτη μέρα που προβαλλόταν η ταινία The Avengers – έκτος από εκείνες τις δημοσιογραφικές τις προβολές, κάποιοι έχουν τις τύχες τις καλές, ε; – και, παρά το εξαιρετικά προχωρημένο της ώρας (πήγαμε στις 11:30, η ταινία άρχισε στις 12, βγήκαμε λίγο πριν από τις 2:30 το πρωί) ο κόσμος ήταν πολύς, και σχετικά νεαρής ηλικίας. Εμείς ανεβάζαμε λίγο τον μέσο όρο ηλικίας που, και πάλι, όμως, κυμάνθηκε γύρω στα 25 και-πολύ-λεω.

Δυόμισι ώρες κύλησαν σαν νερό, παρά το διάλειμμα (διάλειμμα; Αλήθεια;; Αν ήθελα να σταματήσει η ταινία ξαφνικά την ώρα που ο Μπρους Μπάνερ, μετά από έντονο διαπληκτισμό και τεράστια ένταση μέσα στο εργαστήριο έχει αρπάξει το σκήπτρο με το τέσσερακτιο χωρίς να το καταλάβει και μιλάει με ΠΟΛΥ έντονο τόνο στους υπόλοιπους Avengers, θα περίμενα να το δω στο Star!). Αναμειγνύοντας τη δράση με το χιούμορ και αναγνωρίζοντας (επιτέλους, κάποιος) ότι, ρε φίλε, μεταφέρω ένα κόμικ στη μεγάλη οθόνη, δεν θα λυπηθώ τις καρικατουρίστικες σκηνές, ο Whedon κατάφερε να γεννήσει ένα από τα αριστουργήματα εκείνα που θα μείνουν – κατά την ταπεινή μου γνώμη – στην ιστορία του είδους.

Χωρίς «τρύπες» στην πλοκή ή απλωμένες σκηνές σεβάστηκε απόλυτα το πνεύμα της Marvel να φέρνει στην επιφάνεια τον άνθρωπο πίσω από τον υπερήρωα. Με έναν Hulk αποφασισμένο να κρατήσει την ηρεμία του, «αγχωμένο» για το τι θα γίνει αν εμφανιστεί το «μεγάλο πράσινο τέρας με το μωβ παντελόνι» (αν και νομίζω ότι στην ταινία το παντελόνι ήταν καφέ, αλλά η αλήθεια είναι ότι πρέπει να αλλάξω τα γυαλιά μου σύντομα), τον στρατιώτη Captain America, μονίμως σε ετοιμότητα για την επόμενη αποστολή, πάντα πιστό στους ανωτέρους αλλά γνωρίζοντας πως το καθήκον ξεπερνάει κάθε άνθρωπο. Τον ετοιμόλογο πλέιμποϊ Iron Man με τις βαθιές (τόσο βαθιές που δεν φαίνονται) ευαισθησίες, τον μονίμως (τον δόλιο…) απρόθυμο κακό, Hawkeye (δεν λέω παραπάνω, να πας να δεις την ταινία!), τη μυστηριώδη, μια-ανθρώπινη-μια-κατάσκοπο-αλλά-πάντα-μυστηριώδη Black Widow (αν υπάρχει κάποιος που δεν χωνεύει τη Σκάρλετ Γιόχανσον σε αυτόν τον ρόλο, σας παρακαλώ, πείτε το, δεν αντέχω άλλο αυτή τη μοναξιά!), και τον δίκαιο παντοδύναμο Ασγκαρντιανό, πάντοτε έτοιμο να προστατεύσει τη Γη, με ένα soft spot για όλους, κυρίως για αυτόν τον αδερφό, που ίσως κάπου βαθιά εκεί μέσα στη θεϊκή του ψυχοσύνθεση να αντιλαμβάνεται ότι, ρε παιδί μου, δεν μπορεί, κάπου θα έχουμε κάνει κι εμείς κάτι λάθος για να την έχει δει αυτός τόσο στραβά, αλλά και πάλι δεν θα του επιτρέψει να καταστρέψει τον πολύτιμο αγαπημένο του πλανήτη. Και φυσικά, τον Λόκι. Αυτόν τον υπέροχο, σκοτεινό, αυτοκρατορικό, λίγο σαλταρισμένο υπερκακό Θεό, που πιστεύει πως είναι το καλύτερο πράγμα που έτυχε ποτέ σε αυτό το σύμπαν μετά από τη δημιουργία του Large Hadron Collider, μια πεποίθηση που συναντάει – ευτυχώς – το χιούμορ που της αξίζει σε μια ταινία από κόμικ. Έναν Λόκι με βάθος, μεγαλοπρέπεια, μυστικά, το σκοτάδι που πρέπει να τον περιτριγυρίζει, κι ένα “τσικ”, που λέμε, κιτς, τόσο ώστε να μην χαλάει την ταινία, απλά να σταματάει τα κοριτσάκια από το να ερωτευτούν τον κακό.

Οι υπερβολές δεν λείπουν και – ναι, θα το πω πάλι – ΕΥΤΥΧΩΣ! Είτε το πιστεύετε είτε όχι, γι’ αυτό διαβάζαμε κόμικς. Για τις υπερβολές. Για τον υπερήρωα που θα πάρει τον κακό από το πόδι και μέσα σε ένα καρέ θα τον χτυπήσει σαν χταπόδι τρεις φορές από τη δεξιά πλευρά και τρεις από την αριστερή, αφήνοντας στο γρανιτένιο πάτωμα από τη μία πλευρά ένα χαντάκι με το αποτύπωμα του σώματός του και από την άλλη τον ίδιο χωμένο στο πάτωμα μέχρι τα αυτιά. Αλήθεια. Δεν θα πω “αχ, αυτό δεν γίνεται, δεν είναι αληθοφανές”. Κυρίως γιατί ήδη βλέπω έναν πράσινο άνθρωπο ίσα με ένα κτίριο να περπατάει στην Παρκ Άβενιου.

Από όπου και αν την πιάσεις, η ταινία μυρίζει επιτυχία. Και δεν εννοώ “εισπρακτική επιτυχία” γιατί προσωπικά εμένα, που δεν θα πάρω φράγκο, αυτό με αφήνει παγερά αδιάφορη. Όταν λέω “επιτυχία”, εννοώ (εντάξει, βγάλε τώρα το κεφάλι σου από τη διαφήμιση γιατί θα αρχίσω να σπάω τηλεοράσεις) μια επιτυχημένη απόπειρα μεταφοράς, όχι μόνο της ιστορίας ενός υπερήρωα στο σινεμά, αλλά μιας ολόκληρης ατμόσφαιρας, αλλά κι εκείνης της αίσθησης του “δεν ξέρω αν το πιάνετε όλοι, αλλά κάτι παίζει από πίσω. Μάλλον πρέπει να πάω να ασχοληθώ και να διαβάσω λίγο τα κόμικς για να το πιάσω!”.

Για ένα βράδυ, λοιπόν, γέμισε και πάλι η Νέα Υόρκη με υπερήρωες. Και, όχι, δεν με πείραξε που εγώ και ο κύριος Μαριονέτας ήμασταν οι μόνοι που αντιδράσαμε όταν προς το τέλος εμφανίστηκε ένας πολύ γνωστός κύριος στην οθόνη, στο πλαίσιο των “ειδήσεων” και αναφώνησε με κυνισμό: “Superheroes in New York? Gimme a break!”.

Υστερόγραφο μπόνους: Όταν πας να δεις την ταινία (δεν το διαπραγματεύομαι) περίμενε και τους τίτλους. Εκεί, στη μέση, σε περιμένει ένα χιντ για την… TADAAAAAAAAH!!… επόμενη!

[Edit] Θα ήταν παράλειψη να μην πω πόσο μου άρεσε ο Mark Ruffalo ως Hulk. Αυτή η ηρεμία που εκπέμπει είναι ακριβώς ό,τι χρειάζεσαι για να “σοκαριστείς” από τη θέα του “other guy” – όπως τον αποκαλεί ο Μπρους Μπάνερ σε όλη (σχεδόν) την ταινία. Και παρόλο που ο Edward Norton είναι λατρεμένος και μια μέρα θα γίνει και νόμιμος σύζυγός μου, πρέπει να ομολογήσω πως ως Hulk προτιμώ την εκδοχή Ruffalo. Προς το παρόν, τουλάχιστον.

Στο Rock and Roll Hall of Fame χωρίς τον Axl, τον MCA αλλά και τον Frusciante

 

Ο ένας μετά από τον άλλον, οι καλλιτέχνες που επρόκειτο να εμφανιστούν στη σκηνή της 27ης ετήσιας ένταξης συγκροτημάτων στο Rock and Roll Hall of Fame άρχισαν να λακίζουν. Και, εντάξει, ο Rod Stewart και ο Adam Yauch των Beastie Boys είχαν καλή δικαιολογία – ο Rod είπε πως είναι άρρωστος, δεν γνωρίζω τι έχει πάθει, αλλά ο MCA (όπως είναι γνωστός ο Yauch) βασανίζεται εδώ και χρόνια από τον καρκίνο και όποτε λεει πως δεν μπορεί να εμφανιστεί κάπου, εγώ κλείνω τα μάτια, σφίγγω τα δόντια και του στέλνω όλη τη θετική μου ενέργεια για να τη γλιτώσει. Αλλά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, τόσο ο John Frusciante, πρώην κιθαρίστας των Red Hot Chili Peppers (και μελλοντικός σύζυγός μου) όσο και ο… πολύς Axl Rose των Guns ‘N’ Roses, ίσως θα έπρεπε να ξε-ξινίσουν τα μούτρα και να εμφανιστούν.

Δεν καταλαβαίνει, όμως, ο σωστός ο ρόκερ από δυσκολίες. Αυτό, τουλάχιστον, απέδειξαν όσοι πήγαν, τελικά, μιας και, σύμφωνα, τουλάχιστον, με το Rolling Stone, αφού (λόγω Πάσχα, μην νομίζεις) φέτος δεν πήγα, επρόκειτο για μια από τις καλύτερες βραδιές στο Rock and Roll Hall of Fame. Όπως, εξάλλου, είπε και ο μπασίστας των GnR, Duff McKagan, «δεν έχει σημασία ποιος ήρθε απόψε εδώ, γιατί σημασία έχει η μουσική που έπαιξαν αυτές οι μπάντες», και στη συνέχεια άφησε αυτή τη μουσική να μιλήσει για λογαριασμό του: οι GnR, με τον Duff, τον Slash και τον Gilby Clarke στις κιθάρες, τον τραγουδιστή των Alter Bridge, Myles Kennedy (ο οποίος οι «κακές» γλώσσες λένε πως δεν έχασε ούτε μια νότα από τις κορώνες του Axl) και στα ντραμς τους Matt Sorum και Steven Adler έπαιξαν ένα σετ τριών κομματιών και ξεσήκωσαν το πλήθος. Ο ενθουσιασμός ήταν τόσος που ο κόσμος από κάτω φώναζε ρυθμικά «Fuck Axl», ενώ φήμες ότι ο Axl έσπασε την τηλεόρασή του και άρχισε να τρέχει ουρλιάζοντας στους δρόμους του Ελ Έι ελέγχονται ως ανακριβείς.

Η απουσία του Adam Yauch έκανε αδύνατη την άνοδο των Beastie Boys στη σκηνή, αφού κάτι τέτοιο το είχαν αποκλείσει κατηγορηματικά. Έτσι, υπό το βλέμμα των Ad Rock, Mike D αλλά και του Mixmaster Mike, ο οποίος, μάλιστα, «κάθισε» και στην αγαπημένη του θέση στη σκηνή, ανέλαβαν οι Roots, συνοδευόμενοι από τον Kid Rock και τον Travie McCoy των Gym Class Heroes, να «υπενθυμίσουν» στο κοινό τη μουσική ίσως της πιο πρωτοπόρας μπάντας στην ιστορία της χιπ χοπ. Μάλιστα, Rock και McCoy, αλλά και ο MC των Roots, Black Thought, εμφανίστηκαν με ταιριαστές πράσινες φόρμες Adidas και έπιασαν άψογα τον παλμό και την ενέργεια του γκρουπ. «Παλιά όταν τους ακούγαμε στο ραδιόφωνο με τον ξάδερφό μου, νομίζαμε πως είναι Πορτορικάνοι», είπε, μάλιστα, ο Questlove των Roots. «Έπρεπε να είναι Πορτορικάνοι, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση κάποιος λευκός να ριμάρει έτσι, ή να μιλάει έτσι!», πρόσθεσε.

Την ένταξη των Beastie Boys παρουσίασαν ο Chuck D και ο LL Cool J. Όπως είπε ο φρόντμαν των Public Enemy, οι Beastie Boys «ξεστράτισαν από την πεπατημένη στη μουσική βιομηχανία και έφτιαξαν τους δικούς τους κανόνες αναφορικά με το τι σημαίνει να είναι παγκόσμιας φήμης ‘παίκτες’ της χιπ χοπ», υπογραμμίζοντας τη σημασία που έδινε το συγκρότημα στην ωρίμανση, τόσο μουσικά, όσο και σαν άνθρωποι. «Πολλοί μιλούν σήμερα για τον Eminem και τον Jay-Z», είπε αργότερα, μιλώντας στο Rolling Stone, «αλλά θα ήταν αδύνατο να μιλάμε για αυτούς τους τύπους χωρίς το μεγαλείο του LL Cool J και των Beastie Boys». Οι Beastie Boys έγιναν μόλις το τρίτο χιπ χοπ συγκρότημα που μπήκε στο Rock and Roll Hall of Fame, μετά από τους Run DMC και τους Grandmaster Flash and the Furious Five.

Λίγο αργότερα, ο Chris Rock παρουσίαζε στη σκηνή τους Red Hot Chili Peppers, λέγοντας: «την πρώτη φορά που τους είδα» (κατά λάθος, σε ένα κλαμπ της Φιλαδέλφεια – όχι της Νέας Φιλαδέλφειας, προσοχή) «φορούσαν κάλτσες στο πουλί τους. Δεν είχα ξαναδεί συναυλία λευκών, και για χρόνια νόμιζα πως όλοι οι λευκοί βάζουν κάλτσες στο πουλί τους. Χρόνια μετά, είναι ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα στον κόσμο και γίνονται δεκτοί στο Rock and Roll Hall of Fame. Έχουν μαύρες γραβάτες στο πουλί τους απόψε».

Ακόμη και χωρίς τον Frusciante, (όπως, δηλαδή, περιοδεύουν αυτόν τον καιρό), οι Peppers ανέβηκαν στη σκηνή και έπαιξαν τρία κομμάτια (τα «By the Way», «The Adventures of Rain Dance Maggie» και «Give it Away») ενώ στο τέλος κάλεσαν όλους τους μουσικούς στη σκηνή, για μια πανηγυρική έκδοση του Higher Ground του Stevie Wonder. Όπως παραδοσιακά συμβαίνει στο τέλος της εν λόγω τελετής, η εκτέλεση ήταν χαοτική αλλά δικαίωσε τον χαρακτηρισμό «πανηγυρική». Και, όπως υπογραμμίζει το Rolling Stone, «μετά από το τέλος της τελετής το κοινό ξεχύθηκε στους δρόμους του Κλίβελαντ ψάχνοντας τα αυτοκίνητά τους ή κάποιο πάρτι, και κανένας δεν μιλούσε για τον Axl Rose. Φαίνεται πως δεν τον χρειάζονταν καν».

 

 

 

* Όσο σχεδίαζα να γράψω αυτό το post, έμαθα πως πέθανε (ούτε «έφυγε», ούτε «ταξίδεψε»… Πέθανε, ρε παιδιά…) ένας από τους μεγαλύτερους τραγουδιστές που είχε την τύχη αυτή η χώρα να γνωρίσει. Έχοντας προσφέρει πολύ λίγα σε αυτόν, κυρίως όταν είχε την ανάγκη της κατά τη διάρκεια της περιπέτειάς του με την υγεία του, η Ελλάδα πήρε πάρα πολλά από τον Δημήτρη Μητροπάνο. Πήρε λεβεντιά και ευλαβική προσήλωση σε μια ταλαιπωρημένη (όπως όλες, εξάλλου, σε αυτή τη χώρα) τέχνη, τη μουσική, αλλά και μια φωνή, το μέταλλο της οποίας θα μείνει αναπόφευκτα για πάντα χαραγμένο στη μνήμη όλων όσων έχουν τραγουδήσει/κλάψει/ερωτευτεί με τα τραγούδια του.

Δεν γνωρίζω τι σόι άνθρωπος μπορεί να ήταν στην προσωπική του ζωή, αν και, κρίνοντας από τις αντιδράσεις των δικών του, μάλλον καλός θα ήταν. Ωστόσο, μακάρι όλοι να κριθούμε άξιοι να συγκριθούμε με τον άνθρωπο που έδειχνε ότι είναι – ακόμη και αν η σύγκριση αυτή μας εμφανίζει κατά πολύ κατώτερούς του.

Σχεδόν ντράπηκα να πω ότι στεναχωρήθηκα που πέθανε. Με τους  μισούς να κλαίνε και να οδύρονται στα διάφορα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και τους άλλους μισούς να κοροϊδεύουν τους πρώτους, είναι λίγο δύσκολο να δείξεις οποιουδήποτε είδους συναίσθημα. Έχουμε ξεχάσει, ίσως, πως υπάρχει και η μέση οδός, εκείνη της μέτριας στεναχώριας (ελλείψει καλύτερης λέξης), κι εκείνη της αναγνώρισης του άδικου της υπόθεσης, όταν βλέπεις έναν άνθρωπο 64 χρονών να φεύγει από τη ζωή. Ναι, δεν έχω όλους τους δίσκους του και δεν πήγαινα φανατικά σε όλες τις συναυλίες του, αλλά, ακόμη κι έτσι, ο Μητροπάνος ήταν ένας άνθρωπος που έχει ζωγραφίσει κάποια χρόνια μου. Και το ότι ένιωσα μια θλίψη δεν σημαίνει πως δεν χωνεύω τα παιδάκια που πεινάνε και στα παλιά μου τα παπούτσια η οικονομική και κοινωνική κρίση που μαστίζει τη χώρα. Όσο και αν δεν το πιστεύεις, έχω χώρο για όλα αυτά τα συναισθήματα.

Νομίζω πως ο καθένας έχει το δικαίωμα να νιώσει μια θλίψη, χωρίς υστερίες (ναι, γίνεται και αυτό). Τι να κάνω που όποτε ακούω εκείνο «Θάλασσες» θυμάμαι τον μπαμπά μου να τραγουδάει με τη μαμά μου μέσα στο σαλόνι, ενώ εκείνο το «Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη» μου φέρνει στο μυαλό τη χρονιά εκείνη που με γούσταρε ο Γιάννης, αλλά εγώ γούσταρα τον Βαγγέλη, που όμως γούσταρε τη Βάσω και όλοι μαζί ανεβαίναμε στον Βύθο του Ολύμπου τραγουδώντας. Κι ας είμαι εμπορική. Και χαζή. Και χαμηλού επιπέδου.