Παππούς – Γιαγιά: 1-1

«Ο παππούς μου ήταν αριστερός, θα έφριττε αν μάθαινε πως νηστεύω». Αυτό το είπα πριν από λίγο σε έναν συνάδελφο και θυμήθηκα τον μακαρίτη τον παππού μου, με τι μανία κάθε Πάσχα το έβαζε πείσμα να μας πείσει πως έχει απεμπλακεί από το βρόχο που λέγεται «οργανωμένη θρησκεία». Έχουν περάσει πολλά χρόνια από εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή στο χωριό, που ξυπνήσαμε έντρομοι από κάτι γκάπα-γκούπα και τα ουρλιαχτά της γιαγιάς μου: «θα με πεθάνεις, αντίχριστε, κατέβα από εκεί!». Κατεβήκαμε τρέχοντας και είδαμε τον παππού μου (ο οποίος, σημειωτέον, δεν στεκόταν καλά στα πόδια του, λόγω πολλών χρόνων στα καράβια) σκαρφαλωμένο σε μια καρέκλα να καρφώνει μια πόρτα που είχε λίγο λασκάρει. «Μπαμπά, Μεγάλη Παρασκευή βρήκες να καρφώσεις; Περίμενε μέχρι αύριο», τον είχε συμβουλεύσει η μαμά μου, σε μια προσπάθεια διαμεσολάβησης, μεταξύ της βαθιά ριζωμένης πίστης της γιαγιάς μου και της προσπάθειας εκσυγχρονισμού και απεμπλοκής από τις δεισιδαιμονίες, που πρόσταζε τότε η εποχή για τον παππού μου.
Κλάμα η γιαγιά, πονηρό χαμόγελο ο παππούς, ο οποίος, πάντως τη λάτρευε τη γυναίκα του. Κάθε χρόνο, όμως, στις γιορτές της έτρωγε τα σωθικά. Έτσι μεγαλώσαμε, στη μέση από δύο άκρα: από τη μία η γιαγιά να μας τραβάει στις εκκλησίες και από την άλλη ο παππούς (και όχι μόνο) να προσπαθεί να μας εμφυσήσει την ανάγκη να μην πιστεύουμε σε κάτι άκριτα, να το τσεκάρουμε από όλες τις πλευρές.
Είχα λόγο που θυμήθηκα τον παππού μου αυτές τις μέρες. Τον θυμάμαι κάθε χρόνο, όταν ξεκινάω τη νηστεία της Σαρακοστής. Κυρίως γιατί ήταν εκείνος που κάθε φορά που ερχόταν στο σπίτι, μας έδινε κρυφά μια σοκολάτα Lacta, παρόλο που – τουλάχιστον όσο πήγαινα σχολείο – τα κιλά μου δεν μου επέτρεπαν τέτοιες παρασπονδίες, και η μαμά μου το απαγόρευε. Ακόμη και όταν νηστεύαμε – μάλλον ιδιαίτερα όταν νηστεύαμε – ο παππούς πάντα μας έβαζε κρυφά μια μικρή Lacta στο χέρι και μας έκλεινε το μάτι. «Σατανάς ο παππούς», θα πεις. Όχι, όχι Σατανάς. Το μονοπάτι των παιδικών ψυχών μας προς τη διερεύνηση.
Δεν είναι, όμως, μόνο η Σαρακοστή. Εξάλλου, τη νηστεία δεν την κάνω για λόγους θρησκείας, αλλά για λόγους υγείας. Δύο φορές τον χρόνο, μια την άνοιξη και μια το φθινόπωρο, καλό είναι να καθαρίζει ο οργανισμός από τις τοξίνες. Τον θυμήθηκα και για άλλο λόγο τον παππού μου. Τον θυμήθηκα όταν, καθώς ήμουν σταματημένη στο φανάρι, καθ’ οδόν για τη δουλειά, παρατήρησα στο πεζοδρόμιο, απέναντι από μια εκκλησία, έναν κύριο ακίνητο. Περίμενε για μερικά δευτερόλεπτα κοιτώντας την εκκλησία, και μετά έκανε έναν σταυρό τόσο μεγάλο που φοβήθηκα ότι αν ήμουν στην αριστερή λωρίδα, θα είχε πάρει και το αυτοκίνητό μου μαζί. Αμέσως μετά έκανε μεταβολή και έφυγε. Μου θύμισε έναν φόβο έμφυτο που έχω για τους ανθρώπους που παιανίζουν τα στοιχεία εκείνα του χαρακτήρα τους που θεωρούν θετικά. «Είμαι πολύ πιστός Χριστιανός», «είμαι πολύ καλός άνθρωπος», «δεν υπάρχει μάγειρας σαν εμένα». Και έχω δει «καλούς Χριστιανούς» να καταστρέφουν σπίτια, έχω δει πραγματικά καλούς ανθρώπους να πληγώνονται ανεπανόρθωτα από τις συμπεριφορές άλλων, αυτοτιτλοφορούμενων «καλών ανθρώπων», και έχω φάει το πιο άνοστο φαγητό από τους «καλύτερους μάγειρες» στον κόσμο. Μου έλεγε η γιαγιά μου – επίσης συχωρεμένη, αν και δεν είχε και πολλά να της συγχωρέσεις: «να είσαι ταπεινή και να λες πολλά καλά για τους άλλους, αλλά λίγα για εσένα. Γιατί αν χρειαστεί να δείξεις τι είσαι, τότε σημαίνει πως δεν είσαι». Και έκανε έναν σταυρούλι τόσο δα, και πήγαινε στην εκκλησία της και μόνο τον άντρα της μάλωνε, όταν κάρφωνε τη Μεγάλη Παρασκευή.

Advertisements

Όσκαρ στο πόδι της Άντζι

Αν αναρωτιέσαι, όχι, δεν ξεπέρασα ακόμη τη μετακόμιση. Αλλά στη ζωή υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα από το αν εγώ νιώθω άσχημα ή αν εσύ δεν έχεις λεφτά. Και ένα από αυτά είναι το δεξί πόδι της Αντζελίνα Τζολί.
Ναι, καλά διάβασες. Τουλάχιστον εγώ αυτό κατάλαβα από όσα έχω δει αυτές τις δύο μέρες που ακολούθησαν την απονομή των Όσκαρ, τα ξημερώματα της Δευτέρας. Σε περίπτωση που ζεις σε άλλον πλανήτη, να σε ενημερώσω πως το πανηγύρι που ονομάζεται «Βραβεία της Ακαδημίας» – για τους φίλους «Όσκαρ» – έγινε και φέτος, όπως και κάθε χρόνο, την τελευταία Κυριακή του Φλεβάρη, δηλαδή αυτή που μας πέρασε. Δεν πτοούνται αυτοί ούτε από οικονομικές κρίσεις, ούτε από πολέμους, ούτε από τίποτα. Πριν από λίγα χρόνια έφτασαν τόοοοοοοοοοοοοοοοοοοσο κοντά στο να πτοηθούν από την απεργία των κειμενογράφων, αλλά τελικά τη γλίτωσαν στο τσακ. Το είπε και ο Μπίλι Κρίσταλ, που τα παρουσίασε για ένατη φορά: «τίποτα δεν μπορεί να ανακουφίσει τον κόσμο από τα οικονομικά του προβλήματα περισσότερο από το να παρακολουθούν εκατομμυριούχους να δίνουν χρυσά αγαλματάκια ο ένας στον άλλον». Πράγματι, κι εγώ γι’ αυτό τα είδα. Μπας και ξεχάσω την πίκρα μου και βρω και πάλι την όρεξη να στηθώ στο μπάνιο, με το σαμπουάν στο χέρι, να βγάζω το acceptance speech που βγάζαμε με την Αντιγόνη πριν από χρόνια: «I am so shocked! I never thought this would happen!».

Michelle Williams (BBC)

Viola Davis (Just Jared)

Η αλήθεια είναι ότι το πρώτο που μου χτύπησε στο μάτι δεν ήταν το πόδι της Αντζελίνας. Μάλλον ήταν η παντελής έλλειψη φαντασίας στα ρούχα. Φτάνει. Τα έχουμε δει όλα τα ρούχα. Όσο εντυπωσιακό κι αν είναι το χρώμα τους (και, μεταξύ μας, αυτό το σμαραγδί Vera Wang της Βαϊόλα Ντέιβις και αυτό το κόκκινο-δενείναικόκκινο-κοραλλί-πορτοκαλί-δενξέρωπώςνασεπω Louis Vuitton της Μισέλ Γουίλιαμς λίγο με συγκλόνισαν), κάνε κάτι που δεν έχουμε δει, βρε παιδί μου. Ας πούμε, κάντο όπως θα έπρεπε να το έχει κάνει σε 10 χρόνια η Σεϊλίν Γούντλεϊ, με ένα θεόκλειστο καταπληκτικό Valentino.

Shailene Woodley (Just Jared)

Ναι, κούκλα μου, ακριβώς αυτό, αλλά όχι στα 20, βρε πουλάκι μου. Θα ξαναπάς στα Όσκαρ, τόλμησε λίγο παραπάνω. Props, όμως, γιατί θέλει θράσος – και γούστο – για να το κάνεις.

Gwyneth Paltrow (Just Jared)

Εκεί που έβγαλα ουρλιαχτό, σήκωσα τα κασκόλ, πέταξα τα χαρτάκια και ξέσπασα σε χειροκροτήματα ήταν όταν πάτησε κόκκινο χαλί η Γκουίνεθ. Ναι, δεν τη χωνεύεις, κάτι κατάλαβα. Πώς να παραγνωρίσεις, όμως, ότι έσκασε μύτη με κάτασπρο Tom Ford με κάπα – ναι, κάπα – πετώντας με από τον καναπέ;

Rooney Mara (Just Jared)

Jessica Chastain (BBC)

Πολύς λόγος για τη Ρούνεϊ Μάρα με το Givenchy και τη φράντζα-για-καφέ-στη-Ζεύξιδος-για-ποτό-Βαλαωρίτου αλλά δεν τρελάθηκα. Όπως δεν τρελάθηκα και με τη Τζέσικα Τσαστέιν και το McQueen, παρότι τρελάθηκα με το McQueen. Τώρα βγάζει νόημα αυτό; Δεν ξέρω. Πάντως αληθεύει.

George Clooney, Stacy Kiebler (Just Jared)

Meryl Streep (BBC)

 Το γέλιο το μεγάλο το έκανα με τη συνοδό του Τζορτζ (του Κλούνεϊ). Οφείλω να ομολογήσω, εδώ, πως κάθε χρόνο ρίχνω απαραιτήτως ένα γέλιο με τη συνοδό του Τζορτζ, γιατί ενδόμυχα θέλω να τη σαμποτάρω για να την παρατήσει και την επόμενη χρονιά να πάει μαζί μου. Αλλά φέτος γέλασα αλήθεια. Δεν είσαι σοβαρή όταν εμφανίζεσαι στο πλάι υποψήφιου για Όσκαρ ντυμένη… Όσκαρ. Όπως σχολίασα και στο τουίτερ, ο Τζορτζ οπωσδήποτε θα γυρίσει σπίτι με το χρυσό αγαλματίδιο. Ξερακιανή με χρυσό φόρεμα – γοργόνα; Γι’ αυτό δεν του το έδωσαν, για να μην μπερδευτεί και βάλει τη Στέισι στο τζάκι και το αγαλματίδιο στο ταξί για το σπίτι. Χρυσό, αγαπημένη εσύ-που-του-χρόνου-θα-με-βλέπεις-στο-κόκκινο-χαλί-στο-πλευρό-του-Τζορτζ επιτρέπεται να φοράει μόνο η μία και μοναδική Μέριλ Στριπ, με χάρη, ανεμελιά, ΚΑΙ το Όσκαρ παραμάσχαλα. Γιατί έτσι μόνο γίνεται.

Sandra Bullock (BBC)

Ατύχημα στιλιστικό ήταν και η Σάντρα Μπούλοκ, η οποία, μάλιστα, είπε πως το φόρεμα που επέλεξε ήταν το πρώτο που είδε και της άρεσε, και αφού κοίταξε όλα τα υπόλοιπα επέστρεψε σε αυτό. You should have slept on it, honey, ή να έπινες έναν καφέ πριν πεις το «ναι». Μάλλον σε έπιασαν σε στιγμή αδυναμίας.

Emma Stone (Celebuzz)

Έμα Στόουν, γιου ροκ μάι γουόρλντ, παρόλο που είμαι κάθετα αντίθετη στο φιόγκος-δίπλα-στο-λαιμό, γιατί μπορεί να είσαι το δώρο του Θεού στη γη, αλλά δεν χρειάζεται να το δείχνεις έτσι. Στο πάρτι με αποζημίωσες. Εκεί που πέταξα τυροπιτάκι στην τηλεόραση και μετά σφουγγάριζα σαν τη χαζή ήταν στον Κόλιν Φερθ. Καλά, όχι στον ίδιο τον Κόλιν.

Colin Firth και σύζυγος (Just Jared)

Ο Κόλιν, που λες, αν πάρει τον τηλεφωνικό κατάλογο και αρχίσει να διαβάζει ένα ένα τα ονόματα, θα τον κοιτάω μαγεμένη και θα του δώσω και τον Χρυσό Οδηγό. Ακριβώς αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έχουμε αποδεχθεί όλα αυτά τα χρόνια τη σύζυγό, γιατί βρίσκεται πάντα δίπλα του και πώς να πεις όχι στον Κόλιν; Αλλά, αγαπημένε μου, το καταλάβαμε εδώ και καιρό ότι τη σύζυγο την εκτιμάς για τα πνευματικά της χαρίσματα. Κάντης, τώρα, δώρο έναν στιλίστα για το Πάσχα, γιατί δεν θα αντέξω να ξαναδώ κάτι παρόμοιο με το custom Valentino, που μάλλον το έκανε custom για να μας κάνει πλάκα. Κάτι έπαιζε με τα χέρια της, κάτι με το μπούστο, κάτι έπαιζε γενικά… Κάτι σαν το vintage Dior της Νάταλι Πόρτμαν, που μάλλον δεν ήταν σωστά σιδερωμένο.

Natalie Portman (BBC)

Την παράσταση, όμως, φαίνεται ότι έκλεψε το πόδι της Αντζελίνας. Το δεξί, μην μπερδεύεσαι. Μου έκανε σαν την ουρά της γάτας, που ακόμη και όταν το υπόλοιπο ζώο κοιμάται, αυτή ξαγρυπνά και παραφυλάει να αρχίσει να κουνιέται μόλις ακουστεί η πόρτα του ψυγείου ή πλησιάσεις το χέρι προς το αυτί της.

Άντζι, πόζα 1 (Buzzfeed)

Άντζι, πόζα... πάλι 1 (Buzzfeed)

Άντζι πόζα... στάσου... πάλι 1 (Buzzfeed)

Άντζι πόζα... ε... πόζα... ε, δεν φταίω εγώ, πάλι 1! (Buzzfeed)

Στηνόταν η «Άντζι» – όπως τη φωνάζει ο Μπραντ, κουτό – για φωτογραφία, τσουπ! Πετιόταν και το πόδι από το πουθενά. Πήγαινε λίγο παρακάτω, ξαναστηνόταν, τσουπ! Να σου ξανά το πόδι! Πάνω στη σκηνή για να παρουσιάσει το Όσκαρ; Τσουπ! Και πάλι το δεξί πόδι, να κλέβει την παράσταση. Κρίμα να χάσει πόντους η πιο όμορφη γυναίκα στον πλανήτη επειδή ξαφνικά άρχισε να παίρνει πρωτοβουλίες ένα μέλος του σώματός της. Γιατί επίτηδες να το έκανε η ίδια, αποκλείεται. Το αποκλείω. Το φόρεμα το είδε κανείς; Atelier Versace ήταν αν αναρωτιέσαι, και ο μόνος λόγος που φαντάζομαι ότι μπορεί να αναρωτιέσαι είναι για να το αποφύγεις, μιας και δεν φαίνεται να έχει καλές επιπτώσεις στο σώμα!

Υ.Γ. Απολαυστικός και πάλι ο Μπίλι Κρίσταλ στον αγαπημένο του, πια, ρόλο του οικοδεσπότη των Όσκαρ. Εννιά φορές το έχει κάνει, και μάλιστα φέτος με ειδική αποστολή, μετά από την απόσυρση του Έντι Μέρφι και το περσινό φιάσκο με τους (αγαπημένους κατά τα άλλα) Τζέμις Φράνκο και Αν Χάθαγουεϊ. Ωστόσο, όπως και η μόδα του κόκκινου χαλιού, ήταν κάτι εντελώς αναμενόμενο. Ναι, γελάσαμε, χαλαρώσαμε, όλα καλά, αλλά, βρε Χόλιγουντ, πού πήγε η σπιρτάδα σου; Πού πήγε η ευφυΐα σου; Πού πήγε η ευρηματικότητά σου; Εγώ άσχημη κουβέντα για τον Μπίλι Κρίσταλ δεν θα πω. Αλλά μήπως ήρθε η στιγμή για καμία έκπληξη; Λέμε τώρα…

Υ.Γ.2 Αυτός ο Σάσα Μπάρον Κοέν, που τόσο πολύ γελούσαμε πριν από δέκα χρόνια με τον Άλι Τζι του, μήπως έχει κουράσει λίγο; Ρωτάω εγώ τώρα, και ξέρω ότι οι μισοί κουνάτε το κεφάλι και οι άλλοι μισοί με βρίζετε, γιατί «μα είναι τολμηρός και καλτ» και δεν ξέρω κι εγώ τι. Εμένα, πάντως, λίγο με κούρασε…

Τα θύματα μιας μετακόμισης

Ίσως το σημαντικότερο που μου στέρησε εμένα η οικονομική κρίση είναι η ανεξαρτησία μου. Σήμερα ολοκλήρωσα τη διαδικασία μετακόμισης της ζωής μου από το σπίτι που με νύχια και με δόντια κρατούσα εδώ και περίπου έναν χρόνο στο σπίτι του κυρίου Μαριονέτα. Δεν λέω «ολοκληρώθηκε» μιας και κάτι τέτοιο δεν συνέβη ούτε κατά διάνοια. Λέω «ολοκλήρωσα» γιατί οι δυο μας, που κάναμε και τη μετακόμιση, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία είναι για εμένα εξαιρετικά επώδυνη. Μεταφέραμε «τα χοντρά», που λέμε (πολλές κούτες βιβλία, πολλές κούτες βινύλια, κάτι καρέκλες, κάτι τραπέζια, κάτι τζίτζιλα- μίτζιλα που ήθελα οπωσδήποτε και κάτι πολυθρόνες) και ο κ. Μαριονέτας θα κάνει μερικές βόλτες για να φέρει τα υπολείμματα (ακόμη κάτι βινύλια, κάτι σιντιά, άλλες τόσες κούτες βιβλία, ρούχα, τέτοια).
Καθώς βρισκόμουν πεταμένη στα πατώματα – για πολλοστή φορά – και θρηνούσα μια από τις βασικότερες απώλειες (εκτός, φυσικά, και αν μιλάμε για άνθρωπο ή για την υγειά μας, που σιγά-σιγά μας την κλέβουν κι αυτή) του ανθρώπου, εκείνη της αυτοδιάθεσης, συνειδητοποίησα ότι ξεπερνάω ένα σημείο στο οποίο δεν υπάρχει επιστροφή: τη στιγμή εκείνη που για πρώτη φορά χάνεις ένα κομμάτι του εαυτού σου, όποιο και αν είναι αυτό, και υποχρεώνεσαι να κάνεις κάτι στη ζωή σου, κάτι που δεν ονειρεύτηκες.
Είμαι κάποιος που δεν έχει ανάγκη κανέναν άλλο. Ήμουν, δηλαδή. Αυτό το κομμάτι του εαυτού μου, μου το στέρησε η κρίση.
Δεν θα μας προσπεράσει αυτή η κρίση. Μπορεί να την ξεπεράσουμε, αλλά δεν θα μας προσπεράσει. Κάθε μέρα που περνάει χάνουμε και κάτι. Την οξυδέρκειά μας, τον εγωισμό μας, το σεβασμό μας, την υπομονή μας, την αγάπη μας για ζωή. Κλείνεται ο Έλληνας στο καβούκι του για να επιβιώσει, και, ακόμη και αν βγούμε ζωντανοί από αυτή την τρικυμία, δεν θα βγούμε ολόκληροι. Για δύο ημέρες δύο άνθρωποι, μια γυναίκα 50 κιλών και ένας άντρας με μισή μέση, παλεύαμε να μεταφέρουμε ένα σπίτι σε ένα άλλο. Δεν ζητήσαμε βοήθεια από κανέναν, αλλά, ως γνήσιοι Έλληνες, όλοι οι φίλοι μας προσφέρθηκαν να βοηθήσουν. Έψησα γλυκό και περίμενα, αλλά την κρίσιμη στιγμή δεν φάνηκε κανείς. Μόνο το βράδυ ήρθε ένας φίλος – κι ευτυχώς, γιατί δεν αντέχαμε άλλο – και βοήθησε να μεταφέρουμε ό,τι απέμενε. Πέραν αυτού, μόνοι μας τα πήραμε και μόνοι μας τα φέραμε όλα. Και μόνοι μας περάσαμε από τη μια κατάσταση – του Έλληνα που δεν χρειάζεται κανέναν – στην άλλη κατάσταση – του Έλληνα που παλεύει να τα βγάλει πέρα. Και μες στο χαμό, μόνος του πέρασε ο κ. Μαριονέτας το λούκι του να μαζεύει εμένα από τα πατώματα, εμένα που έβλεπα μια ολόκληρη ζωή δουλειάς να πηγαίνει στράφι. Γιατί ένας άνθρωπος μορφωμένος, που δουλεύει από τα 18 του ασταμάτητα και πάλεψε με κύματα για να μπορέσει να σπουδάσει δουλεύοντας, στερήθηκε ώρες ύπνου, ξεκούρασης και γλεντιού για να μην είναι ποτέ βάρος σε κανέναν, χωρίς δική του υπαιτιότητα αντιλαμβάνεται άξαφνα πως δεν μπορεί να κρατήσει το σπίτι του. Και πρέπει να φύγει.
Άδικα πάλευε να με πείσει ο κ. Μαριονέτας, όταν κλαίγοντας εκλιπαρούσα να βρούμε έναν τρόπο να πάρουμε μαζί μας «τη μυρωδιά του σπιτιού μου» πως κάτι τέτοιο γίνεται. «Βρε χαζή», μου είπε, «αυτή τη μυρωδιά την κουβαλάς εσύ μαζί σου, όπου πας». Δεν είναι όμως αλήθεια αυτό. Η μυρωδιά που έχει το σπίτι σου, εκεί που είσαι εσύ και ο εαυτός σου και όλες οι προσπάθειες που έχεις καταβάλει μες στα χρόνια για να μπορείς να το κρατάς, όλες οι θυσίες που έχεις κάνει για να είσαι ελεύθερος, χάνεται στον αέρα τη στιγμή που αποφασίζεις πως δεν μπορείς πια να ζεις εκεί.
Μέσα στα αναφιλητά μου λίγο πριν κλείσω για τελευταία φορά την πόρτα της εισόδου, αντιλήφθηκα τον κ. Μαριονέτα να σφίγγει τα δόντια και να απαντάει ευγενικά σε μια «κυρία» που μας έκανε παρατήρηση γιατί κρατάμε την πόρτα ανοιχτή και «χαλάει ο μηχανισμός της». Αμέσως μετά με βοήθησε να σηκωθώ, φορτωθήκαμε κουτιά, σακούλες, καρέκλες και χαλιά, οι δυο μας, και φύγαμε. Σε μια πολυκατοικία που πάντα σφύζει από ζωή, που παιδιά ανεβοκατεβαίνουν τρέχοντας και σε ξυπνάνε στις 7 το πρωί, και οι γείτονες παίρναμε τον καφέ μας και τον πίναμε στον κοινόχρηστο, στις δύο μέρες που κάναμε μετακόμιση έτυχε να βγει από την πόρτα της μόνο μια «κυρία». Για να μας κάνει παρατήρηση. Λες και ο μόνος που είχε μείνει από όλα τα διαμερίσματα ήταν ο σκύλος των από πάνω, που δεν σταμάτησε ποτέ να γαβγίζει.
Σε κάθε μετακόμιση λένε πως υπάρχουν θύματα. Άλλοι χάνουν βιβλία, άλλοι δίσκους, άλλοι ρούχα ή παπούτσια και άλλοι κοσμήματα. Ξέρω κάποιον που έχασε τη γάτα του, έφυγε κάποια στιγμή και δεν την είδε ποτέ ξανά. Εγώ αυτό το διήμερο έχασα τον αυτοσεβασμό μου. Την ελπίδα πως, έστω και αν χρειαστεί να περάσουμε όλες αυτές τις δυσκολίες και βιώσουμε τις απώλειές μας, ίσως τουλάχιστον βγούμε καλύτεροι άνθρωποι. Και τον έναν λόγο που είχα πάντοτε για να είμαι υπερήφανη: ότι δεν έγινα ποτέ βάρος σε κανέναν.

Γιατί δεν λες απλά «βαριέμαι»;;

Πάει ο Άλλος με την κάρτα στο ψιλικατζίδικο για να πάρει ένα γάλα. «Καλά» του λέει ο ψιλικατζής, «κάρτα για ένα γάλα;». Και αρχίζει ο Άλλος την απαγγελία. «Δηλαδή να πάρω την κάρτα, να πάω στο ΑΤΜ, να βάλω το πιν, να βγάλω λεφτά, να γυρίσω πίσω, να σου δώσω πενηντάρικο, να μην έχεις ψιλά, να πας δίπλα να χαλάσεις, να γυρίσεις πίσω, να μου δώσεις τα ρέστα, ένα γάλα και κανένα μπόνους, σου φαίνεται λογικό;».
«Όχι», λέει ο άλλος.
Δηλαδή για 1,20 να δώσει κάρτα, να πάρει ο ψιλικατζής το χαρτάκι, να πάει στην τράπεζα, να στηθεί στην ουρά για μια ώρα, να φτάσει στο ταμείο, να δώσει το χαρτάκι, να τον βρίσει ο ταμίας που τον απασχολεί για 1,20, να τον βρίσει κι αυτός γιατί δεν κάνει τη δουλειά του, να την ψωνίσει, να πάρει τελικά τα λεφτά, εκνευρισμένος να γυρίσει στο σπίτι του αργά, γιατί καθυστέρησε στην τράπεζα, να βρει τη γυναίκα του να τον περιμένει όλο νεύρα γιατί, και άργησε, και ξέχασε να πάρει τα παιδιά από το σχολείο, να τρέξει καταϊδρωμένος, να βρει τις δίδυμες κόρες του να περιμένουν όλο νεύρα, να τις πάρει, να γυρίσει σπίτι, να μην του μιλάει καμία από τις γυναίκες του στο σπίτι, επειδή είναι εκνευρισμένος να τους φωνάξει, να τον διώξουν από το σπίτι και ο δικαστής να βγάλει εναντίον του το διαζύγιο και να του αφαιρέσει το δικαίωμα να βλέπει τα δίδυμα, τους φαίνεται πιο λογικό;
Καμιά φορά δεν τους καταλαβαίνω τους άντρες.

Μπες μες στο καμπριολέ, πάμε για κάναν καφέ

Έχω να κάνω μια εξομολόγηση: καμιά φορά προτιμώ τον φτηνότερο καφέ από τον νοστιμότερο. Όταν πηγαίνω στη δουλειά παίρνω πάντα καφέ από τον Σάββα, καπουτσίνο με 1,5 ευρώ συν νερό. Δηλαδή ένα ευρώ, μόνο που δεν έχεις επιλογή να μην πάρεις το νερό. Μάρκετινγκ του καφενείου, στην κυριολεξία. Δεν είναι ο καλύτερος καπουτσίνο του σύμπαντος, αλλά πίνεται. Και, παρόλο που, σας βεβαιώ, δεν με χαλάει καθόλου να πίνω έναν πολύ πολύ καλό καφέ, δεν είμαι και ο Χάντσον Χοκ, να φτύνω το κάθε «ξέπλυμα», σε αναζήτηση του τέλειου καπουτσίνο.
Στη δουλειά επίσης κάνει καφέ και ο Θωμάς. Ομολογουμένως λίγο καλύτερο από του Σάββα, αν και όχι και σκάλες ανώτερο. Ας πούμε, αν του Σάββα παίρνει ένα 3, του Θωμά παίρνει ένα 3,2. Και οι δύο κάτω από τη βάση. Γιατί, όμως, τότε συνεχίζω να αγοράζω του Σάββα; ΟΚ, τον συμπαθώ λίγο παραπάνω. Λίγο πιο χαμογελαστός, λίγο πιο ειλικρινής η καλημέρα, μετράνε όλα αυτά. Περισσότερο από όλα, όμως, μετράει το 1,80 που στοιχίζει ο καπουτσίνο του Θωμά, ΧΩΡΙΣ νερό. Ουσιαστικά 80 λεπτά παραπάνω, για έναν καπουτσίνο καλύτερο κατά 0,2 με άριστα το 10, ε, δεν τα δίνω. Είμαι αρκετά γύφτισσα, μάλιστα, ώστε να υπολογίσω τι σημαίνει αυτό: 0,80 επιπλέον κάθε μέρα, πέντε μέρες την εβδομάδα, σημαίνει 4 ευρώ την εβδομάδα επιπλέον, για ένα 0,2 παραπάνω με άριστα το 10. Είκοσι ευρώ τον μήνα. Και αυτό ΑΝ πιω έναν καφέ μόνο μέσα στη μέρα, πράγμα που, επειδή είμαι τζάνκι, δεν συμβαίνει ποτέ.
Έχοντας στο μυαλό μου την παράλογη διαφορά τιμής από το ένα μπουγατσατζίδικο (μπουγατσάδικο;;;;) στο άλλο και γενικά τον παραλογισμό που δέρνει πόλεις σαν τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα στο θέμα του καφέ, βγήκα σήμερα να απολαύσω τη μέρα. Έκτος και αν ζείτε σε ένα μπουντρούμι με τσιμεντωμένα παράθυρα και καμία πρόσβαση στον έξω κόσμο, και δεν έχετε Θεσσαλονικιούς στο τουίτερ σας (για κάποιον λόγο οι Θεσσαλονικείς τουιτάρουν συνέχεια τον καιρό), μάλλον καταλάβατε ότι σήμερα για μερικές ώρες ήρθε η άνοιξη. Για να μην την προσβάλλουμε βάλαμε τα καλοκαιρινά μας και πήγαμε για καφέ. Λουσμένοι από ήλιο, ζέστη, μυρωδιές της άνοιξης και τον βόμβο του κόσμου που κατέκλυσε το κέντρο με όρεξη να απολαύσει αυτές τις αλκυονίδες – όσο κρατήσουν – καθίσαμε τους κώλους μας σε μια καφετέρια και παραγγείλαμε: έναν καπουτσίνο ζεστό και έναν φρέντο.
Ήρθαν μαζί με την απόδειξη.
3,50 ευρώ για τον ζεστό καπουτσίνο και 4,00 ευρώ για τον φρέντο.
Σταματήσαμε για λίγο να μιλάμε, και κοιτάξαμε καλά το ποτήρι με τον φρέντο. Ένα ψηλό ποτήρι, φαρδύτερο στο στόμιο από ό,τι στη βάση, είχε ήδη αρχίσει να ιδρώνει. Στεκόταν επάνω στο τραπέζι μας, δίπλα στο φτωχό φλιτζάνι που περιείχε το ζεστό ξαδερφάκι του και μας κοιτούσε όλο αναίδεια. Με ένα ύφος του στυλ «δεν θα με καταλάβετε ποτέ».
Κοιταχτήκαμε και λίγο μεταξύ μας. Ποτέ άλλοτε δεν είχα κατανοήσει περισσότερο από εκείνη τη στιγμή την αξία του πάγου. Γιατί, προφανώς ήταν ο πάγος που έκανε τη διαφορά. Τέσσερα παγάκια, στημένα σε άψογο σχηματισμό το ένα πάνω από το άλλο, άλλαζαν με τρόπο μαγικό ένα φτωχό αφέψημα των 3,50 ευρώ σε ένα ποτό (γιατί έτσι ήταν χτυπημένο στην απόδειξη) των 4,00. Κοιτάξαμε ο καθένας αυτό που είχε παραγγείλει. Εγώ ένα φτωχομπινεδιάρικο ζεστό καπουτσίνο, που τώρα μου φαινόταν λίγο και συνηθισμένος, ενώ ο κύριος Μαριονέτας ένα ψηλό, περήφανο, μοντέρνο ποτό, που σαν να λαμπύριζε λίγο στο φως του φλεβαριάτικου ήλιου.
Μου ήρθε στο μυαλό η περίοδος που μέναμε στη Φλωρεντία. Η Φλωρεντία είναι ίσως – όχι ίσως, βγάλε το ίσως – η ακριβότερη πόλη της Ιταλίας. Το σπίτι όπου μέναμε έφτανε ίσως τα 400 χρόνια σε ηλικία, αλλά και πάλι η γλυκιά ξαδέρφη μου που το πλήρωνε έδινε κοντά δύο βασικούς μισθούς για ενοίκιο. Ήταν λίγο πάνω από το Παλάτσο Πίττι, δέκα λεπτά με τα πόδια από την Πιάτσα ντελ Ντουόμο, αν πας με το πάσο σου και βλέπεις και βιτρίνες. Κι όμως. Κάθε πρωί παίρναμε έναν καπουτσίνο, δύο γλυκά και νερό για πρωινό. Κάθε πρωί πληρώναμε 4,5 ευρώ. Δεν τα λυπόμασταν, γιατί ξέραμε πως στη Θεσσαλονίκη θα πληρώναμε τα διπλάσια.

Τι είναι πια αυτό το #STOPNovartis που βλέπεις παντού;

Πρόσφατα υπέπεσε στην αντίληψή μου κάτι που δεν θα το φανταζόμουν ποτέ: οι μεγάλες πολυεθνικές ενδιαφέρονται για τα λεφτά!
Κατάφερες να συμμαζέψεις το σοκ σου; Ναι, κι εμένα μου πήρε λίγη ώρα.
«Όπου φτωχός και η μοίρα του» έλεγε η γιαγιά μου. Και αυτό στον πλανήτη Γη μεταφράζεται με μερικά εκατομμύρια ανθρώπους που προσβάλλονται από aids και διάφορα είδη καρκίνου με ρυθμούς ιλιγγιώδεις σε χώρες τόσο φτωχές που σε πολλές περιπτώσεις δεν μπορούν να εξασφαλίσουν για τους πολίτες τους ούτε καν σωστή διατροφή, πόσο μάλλον φάρμακα που στοιχίζουν πολλές χιλιάδες δολάρια το κουτί.
Ναι, οι άνθρωποι αυτοί πεθαίνουν σωρηδόν. Και θα πέθαιναν με ακόμη ταχύτερους ρυθμούς – αν μπορεί να υπάρξει, δηλαδή, κάτι πάνω από το «σωρηδόν» – αν δεν είχε κάνει η Ινδία μια μαγκιά – ναι, θα κάνω μια απόπειρα να αποκρυπτογραφήσω τη μαγκιά, μη γελάσεις, θα σε βρω.
Οι φαρμακευτικές εταιρείες – προς τιμήν τους, όποιος και αν είναι ο λόγος που τους οδηγεί σε αυτό – ξοδεύουν εκατομμύρια στην έρευνα, με στόχο να βρουν ένα φάρμακο για τις ασθένειες που σκοτώνουν. Όταν ανακαλύπτουν μια αποτελεσματική ουσία, την κάνουν φάρμακο, το κατοχυρώνουν σαν πατέντα και για πέντε χρόνια μπορούν να χρεώνουν γι’ αυτό πολλά λεφτά για να βγάλουν τα εκατομμύρια που έριξαν στην έρευνα και να επιβιώσουν.
Όλα καλά.
Βέβαια, όχι και τόσο καλά για τον δόλιο κάπου εκεί στις παράγκες της Ινδίας (θυμάσαι το Slumdog Millionaire; Ένας από αυτούς), που ξαφνικά κοπανάει έναν καρκίνο και απλά κάθεται εκεί στις λάσπες του και περιμένει την ώρα του, γιατί που να τα βρει τα 3.000 ευρώ που κάνει ένα κουτί Glivec και σε πάει μόνο ένα μήνα;
Ε, κάπου εδώ μπαίνει στην ιστορία η μαγκιά της Ινδίας. «Πατέντα θες;», σου λέει. «Άψογα, καλά κάνεις. Να εντοπίσεις νέα ουσία. Όχι μια πατέντα για κάθε καινούργιο φάρμακο, απλά και μόνο επειδή έχεις αναμείξει την ουσία με κάτι άλλο, κάνοντάς τη λίγο πιο ενεργή. Και πού ξέρω εγώ, δηλαδή, ότι δεν θα το κάνεις αυτό κάθε πέντε χρόνια, ανανεώνοντας ουσιαστικά την πατέντα της μιας ουσίας; Βγάλε από την αρχή το καλύτερο φάρμακο, αν θες, και άρχισε να ψάχνεις κάτι καινούργιο. Πατέντα στην ίδια ουσία, μια φορά». Ή κάπως έτσι. Πάντως, αυτό που μετράνε είναι «η αποτελεσματικότητα στην καταπολέμηση της ασθένειας» και όχι «το πόσο ισχυρό είναι το φάρμακο στην καταπολέμηση της ασθένειας» για να δώσουν την πατέντα.
Αυτή η μαγκιά έχει κάνει την Ινδία «το φαρμακείο των αναπτυσσόμενων χωρών», μιας και εκεί πλέον υπάρχει η δυνατότητα παρασκευής γενόσημων φαρμάκων, που σώζουν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων που χτυπήθηκαν από νόσους όπως το AIDS και πολλοί καρκίνοι. Μην ακούτε «γενόσημα» και τρομάζετε, επειδή ζείτε στην Ελλάδα. Η Ινδία – ναι η Ινδία – διαθέτει μια πολύ αξιόπιστη βιομηχανία παραγωγής γενόσημων και μια ακόμη πιο αξιόπιστη – και γρήγορη – υπηρεσία ελέγχου, η οποία τσεκάρει και εγκρίνει όπως θα έπρεπε να γίνεται και σε κάποιες πιο «ανεπτυγμένες» χώρες που «ανήκουν στη Δύση». Α, και κρατάνε και τις τιμές σε επίπεδα προσιτά.
Η μαγκιά αυτή είναι που παλεύει να καταργήσει η Novartis στην Ινδία, με μια δικαστική διαμάχη που ξεκίνησε πριν από έξι χρόνια και θα αρχίσει να εκδικάζεται την ερχόμενη Τρίτη. Η πολυεθνική επιχειρεί να πατεντάρει στην Ινδία το Glivec, για το οποίο, πρωτόδικα, κρίθηκε πως δεν έχει καινούργια δραστική ουσία και πως πρόκειται, απλά, για βελτίωση παλαιότερου φαρμάκου. Το επίμαχο σημείο είναι η ερμηνεία της λέξης «efficacy». Σύμφωνα με τη Novartis, ενδεχόμενη νίκη της δεν θα σημαίνει και πολλά, γιατί το Glivec θεραπεύει μόλις δύο καρκίνους, ενώ, ούτως ή άλλως, η συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών εντάσσονται σε ένα πρόγραμμα δωρεάν προμήθειας του φαρμάκου. Εξάλλου, όπως τονίζουν, «ενδιαφερόμαστε για τους ασθενείς».
Προτού χειροκροτήσετε και σκουπίσετε το δάκρυ που τρέχει από τη γωνία του ματιού σας από τη συγκίνηση για τις αγαθές προθέσεις της εταιρείας, αναλογιστείτε τι θα σημαίνει μια αλλαγή της έννοιας «efficacy» για το «φαρμακείο των αναπτυσσόμενων χωρών». Θα σταματήσει η κατοχύρωση πατέντας μόνο στο Glivec, αφήνοντας την κατάσταση ως έχει για όλα τα υπόλοιπα φάρμακα; Νομίζω πως όχι. Αυτό που φοβούνται όλοι όσοι μάχονται για την υγεία είναι ότι θα προκληθεί ένα είδος χιονοστιβάδας, που θα παρασύρει τα περισσότερα γενόσημα και θα βάλει λουκέτο στο μοναδικό «μαγαζί» που επέτρεπε σε εκείνους που χτυπήθηκαν διπλά και τριπλά από τη μοίρα να έχουν μια ελπίδα για ζωή.

ΥΓ. Η παράληψη ήταν σημαντική, για το λόγο αυτό θα αυτομαστιγωθώ όταν γυρίσω σπίτι. Όχι εδώ, γιατί μας βλέπουν.
Αν θέλετε να βοηθήσετε στην εκστρατεία των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, πάτε εδώ και βάλτε το ονοματάκι σας. Για καλό είναι. Εκτός αν είστε ο πρόεδρος της Novartis, περίπτωση στην οποία δεν περιμένω να υπογράψετε, αλλά παρακαλώ αφήστε ένα email για να στείλω ένα βιογραφικό, ποτέ δεν ξέρεις.

Ε όχι! CERN, γιατί μου το έκανες αυτό!

Σε μια εξέλιξη που έχει βυθίσει στο πένθος το σπιτικό της Μαριονέτας, λάθος στις συνδέσεις, λεει, ίσως ήταν αυτό που προκάλεσε εκείνα τα εκπληκτικά αποτελέσματα με τα νετρίνα και την ταχύτητα του φωτός. Θυμάσαι, όταν είχε βουίξει το σύμπαν (εεε… ναι, το Σύμπαν) επειδή κάποια νετρίνα στο πλαίσιο πειράματος του CERN είχαν ξεπεράσει την ταχύτητα του φωτός. Η Μαριονέτα, ως γνήσιο παιδί της φυσικής και θηλυκός Σέλντον, είχε βυθιστεί σε συζητήσεις επί συζητήσεων, για εβδομάδες, σχετικά με την ακύρωση ή όχι της θεωρίας του Αϊνστάιν (όχι, είπαμε, ας μην το ξανασυζητήσουμε – θα μπορούσαμε, ωστόσο), την απόδειξη ύπαρξης παράλληλων συμπάντων (λες και το αμφισβητήσαμε ποτέ, τέλος πάντων), από τα νύχια μας δεν γλίτωσε ούτε η μεταθανάτια ζωή. Οι θεωρίες, οι συζητήσεις, οι καφέδες, η φυσική, οι τύποι, το αλκοόλ, τα νετρίνα, όλα ένας στρόβιλος που χόρευε σε ένα ατέλειωτο μεθύσι για μήνες. Μεθύσι καλύτερο και από πολλή βότκα με πάγο. Ε, πάρε το χανγκόβερ, τώρα. Τι κατάλαβες; Η ομάδα που διεξήγαγε το πείραμα Opera (έτσι το λένε) ανακάλυψε δύο προβλήματα που ίσως επηρέασαν τα αποτελέσματα, ένα στο μηχανισμό χρονομέτρησης και ένα άλλο στις συνδέσεις των οπτικών ινών. Θα ακολουθήσουν νέες δοκιμές, τον Μάιο, για να εντοπίσουν πώς ακριβώς και αν μεταβλήθηκαν οι ταχύτητες που μετρήθηκαν. Έχουμε ακόμη μια μικρή ελπίδα τα αποτελέσματα να επιβεβαιωθούν, επειδή είμαι Τοξότης και πάντα αισιόδοξη. Επίσης, επειδή τα δύο προβλήματα που εντοπίστηκαν θα επηρέαζαν με τρόπο αντίστροφο τα αποτελέσματα – δηλαδή το ένα θα επιβράδυνε τα νετρίνα και το άλλο θα τα επιτάχυνε – οπότε ακόμη δεν γνωρίζουν τι ακριβώς συνέβη. Αυτό ξέρετε τι σημαίνει: δαχτυλάκια σταυρωμένα μέχρι τον Μάιο και το μποζόνιο του Χιγκς μαζί μας!

Γριάς πεσούσης, πας ανήρ σκυλεύεται

Σήμερα, λέει, κατέρρευσε το lifestyle στην Ελλάδα. Άραγε πού ανάβουμε ρεσώ γι’ αυτή την τραγωδία; Έξω από τα γραφεία της ΙΜΑΚΟ; Στην Αράχωβα; Σε κλαμπ της Μυκόνου; Η μεγαλύτερη τραγωδία, αν με ρωτάς, είναι ότι δεν έλαβα πρόσκληση για την ρεσω-εκδήλωση: ούτε στο θάνατο του λάιφστάιλ δεν θεωρούμαι αρκετά κοσμική. Θα ανάψω ρεσώ δίπλα στα Louboutin μου και δεν θα ξαναφάω σούσι. Ποτέ.
«Απολογισμό», λοιπόν, δημοσιοποίησε ο Κωστόπουλος, και έφριξαν τα σόσιαλ μύδια. Οι μισοί γιατί «χέσε μας ρε Κωστό» και οι άλλοι μισοί γιατί «τώρα θυμηθήκατε να τον κράξετε, όταν τον παίζατε με το Nitro αγκαλιά ήταν ο θεός σας». Εγώ τον λυπήθηκα. Κάτι που είμαι ψυχοπονιάρα γενικά, κάτι που είναι και εκείνες οι μέρες του μήνα, δεν έμεινα ασυγκίνητη. Ναι, ρε, ο άνθρωπος χάνει ό,τι έχει και δεν έχει κι εσείς βγάζετε τσιτάτα στο τουίτα. Και, να ξέρετε, όσο περισσότερα έχεις, τόσο δυσκολότερο είναι να τα χάσεις. Εγώ, ας πούμε, αν φαλιρίσω (χτύπα ξύλο/δάγκα γλώσσα/κατούραναφύγουμε) θα χάσω ένα ποδήλατο Ideal που βούτηξα από την αδερφή μου και της είπα ότι μου έκλεψαν την μπροστά ρόδα και τώρα εκείνη έχει ξεκινήσει εκστρατεία στο Facebook για να βρει τους ληστές, μια φούστα μπέρμπεριζ που μου πήρε η μαμά μου πριν από 18 χρόνια και προσέχω να μην βάλω κιλά και δεν μπορώ να τη φορέσω και ένας χαλασμένος iMac του 2003 (τον οποίο μια από αυτές τις μέρες θα φτιάξω, μαζί με το Atari του 1988 που έχω στο πατάρι – α, ομοιοκαταληξία! Οιωνός, μάλλον στο πατάρι θα μείνει το Atari). Τα Louboutin είναι στο όνομα της μαμάς μου ενώ τα βινύλια είναι καλά κρυμμένα σε καταφύγιο στα βόρεια προάστια της πόλης για να μην πέσουν σε ξένα χέρια. Την Πόλη μας την πήραν, τα βινύλια ποτέ. Venceremos.
I digress. Είμαστε ζώα αχάριστα οι άνθρωποι και με πολύ μικρή μνήμη. Ας σου υπενθυμίσω, λοιπόν, τι σημαίνει Π.Κ. Ως βασιλιάς του lifestyle (δεν τον έδωσα εγώ τον τίτλο, τον είχε ο Πέτρος Κώστοπουλος πολύ πριν εγώ αποκτήσω πρόσβαση στο Ίντερνετ και αρχίσω να ενημερώνομαι), ήταν εκείνος που σου έμαθε να ζεις. Ποιοι σελέμπριτιζ είναι χοτ και ποιοι είναι νοτ. Ποιος κώλος αξίζει το σφύριγμά σου και ποιος όχι. Πόσες Σβετλάνες αξίζει η κάθε γκόμενα. Πού κάνεις το καλύτερο βυζί, κι ας είσαι από το Διδυμότειχομπλουζ. Ποια θα ήταν η Μύκονος αν δεν υπήρχαν τα περιοδικά του; Και εσύ, βλαχάκι, μην κάνεις πως δεν θυμάσαι ότι πρώτη φορά που πάτησες το πόδι σου στο νησί των ανέμων τα περιοδικά της ΙΜΑΚΟ συμβουλεύτηκες για το πού να πας, ώστε να μην καταλάβουν πως είσαι τσαρούχιφουστανέλα και ασχετάκι. Και έριξες και γκόμενα με τις ατάκες του. Και, ομολογήστε το. Όλοι έχετε/είχατε στο ψυγείο σας τα 50 πράγματα που πρέπει να κάνει ένας άντρας πριν κλείσει τα 40. Με όσα είχατε προλάβει να κάνετε σβησμένα.
Το λάθος του Κωστό είναι το ίδιο που έκανα εγώ με πρώην φίλη πριν από κάνα-δυό χρόνια. Αυτή, που λέτε (κουτσομπολιό τώρα, οι άντρες ας βάλουν για λίγο Champions League), κάθε φορά που βγαίναμε για καφέ, άνοιγε το στόμα της και έθαβε το σύμπαν. Σε επίπεδο νεκροθάφτη στη Χομς, τόσο θάψιμο είχαμε ακούσει στους λίγους μήνες που της κάναμε παρέα. Και αναρωτιόμασταν (τα μοσχάρια): «μα τι ανθρώπους πάει και βρίσκει, τόσο χαζοί/κακοί/ψώνια όλοι γύρω της. Ευτυχώς εμείς δεν είμαστε έτσι». Φυσικά, κι εμείς έτσι ήμαστε. Τουλάχιστον στα μάτια της, γιατί μετά από λίγο καιρό ανακαλύψαμε πως όσα έλεγε για τους άλλους, τα ίδια έλεγε και για εμάς. Γιατί πιστέψαμε ότι θα φερόταν σε εμάς διαφορετικά από ό,τι σε όλους τους άλλους, δεν το κατάλαβα ποτέ.
Πώς κολλάει αυτό με τον Κωστό, θα μου πεις. Θα σου πω. Επί χρόνια ο Π.Κ. έχτισε όνομα και περιουσία στην υποκουλτούρα του Έλληνα. Στο ψώνιο του, στην ελαφρότητά του, του πούλησε «lifestyle» (είχες και στο χωριό σου, μαρίτσα, lifestyle;) και έγινε και ο ίδιος βασιλιάς. Είτε είχε την ποιότητα να καταλάβει ότι πουλάει φούμαρα, καπνό, και στον καπνό δεν μπορείς να ζήσεις για πολύ, είτε όχι, το ζήτημα είναι ένα: βασίστηκε, για να μεγαλουργήσει, σε ένα αρνητικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Σε αυτό που λέμε «μεγαλόπιασμα». «Ψώνιο». Το χαρακτηριστικό αυτό υποχρεώνει τον κάτοχό του να αντιγράφει πιστά τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής εκείνου που θεωρεί «βασιλιά του lifestyle» (ναι, ναι, αυτόν). Έχει, όμως, και μια παρενέργεια: όταν ο εν λόγω «βασιλιάς» εκπέσει, τότε, φίλε μου, ποιος είδε το ψώνιο και δεν το φοβήθηκε. Δεν θα σε λυπηθεί, Πέτρο μου, αυτός, τον οποίο εσύ ο ίδιος, με τα χεράκια σου, τα λογάκια σου και τις παραινέσεις σου διαμόρφωσες. Έπεσες; Έχασες. Όπως ακριβώς και η πρώην φίλη μου, δεν θα φερθεί σε εσένα διαφορετικά, απλά και μόνο επειδή είσαι εσύ.
Δικαίως, πάντως, παθαίνεις το συστριγγλό σου. Όλοι αυτοί που σε κράζουν μέχρι πριν από λίγο σε λάτρευαν. Και τώρα; Αχάριστα ζώα, είπαμε. Και οι δημοσιογράφοι σου. Κι αυτοί. Απλήρωτοι τώρα, αλλά όλα τα χρόνια καλοπληρωμένοι, βολεμένοι, και τώρα απέναντί σου. Βέβαια, για να λέμε και τα σύκα – σύκα (όχι αυτά τα σύκα, Πέτρο μου, δεν γράφουμε στο ΚΛΙΚ) και τη σκάφη – σκάφη, το «καλοπληρωμένοι» και το «βολεμένοι» ήταν κοινή συναινέσει ενώ το «απλήρωτοι» λίγο μονομερές. Αλλά δεν βαριέσαι, συμβαίνουν αυτά. Πόσο μάλλον στην Ελλάδα του 2012 και του μνημονίου.
Ταράχτηκες πολύ, κι αυτό βγήκε στον «Απολογισμό». Άντρας ταραγμένος, ποτέ ορθογραφημένος, αυτό μου το έμαθε η μαμά μου όταν ήμουν 14 και πήρα το πρώτο μου ραβασάκι. «Γράφει το ‘αγαπώ’ με ‘ο’», της είχα πει φρικαρισμένη – ως γνήσιο ψυχάκι. Τότε μου το είπε, και μου έμεινε. Και το συναντάω σε όλη μου τη ζωή. Δίκαιη, λοιπόν, η ταραχή σου. Αλλά, Πιτερ, μην είσαι μπίτερ. Άλλωστε, όλοι αυτοί που σε κακολόγησαν δεν έχουν σημασία. Ψείρες ενοχλητικές, που φεύγουν με μια θεραπεία. Έχει ο καιρός γυρίσματα, όμως, και από εκεί που ήσουν πάνω, βρέθηκες κάτω, αλλά θα ξαναβρεθείς επάνω, και αυτοί κάτω, και όσο είσαι πάνω, κι αυτοί πάνω, κι εσύ κάτω, όχι, αυτοί κάτω, εσύ επάνω, ή κάτω, πάνω κάτω, εγώ πού είμαι; Μπερδεύτηκα, ζαλίστηκα και ξέχασα τι ήθελα να γράψω. Δεν πειράζει. Ας το λήξω εδώ κι ας πιω μια μπύρα. Γιατί στο κάτω-κάτω (ή στο πάνω πάνω; Ή στο πάνω κάτω;) εμένα το λάιφστάιλ δεν μου άρεσε ποτέ. Ήμουν πιο πολύ της εναλλακτικής παιδείας. Της Στανίση. Κι έτσι.

ΥΓ. Και τώρα, χωρίς Nitro, τι θα διαβάζουμε στην παραλία; Αυτόν τον πανικό τον σκέφτηκε κανείς; Ή όλα από εμένα τα περιμένετε;