Τα θύματα μιας μετακόμισης

Ίσως το σημαντικότερο που μου στέρησε εμένα η οικονομική κρίση είναι η ανεξαρτησία μου. Σήμερα ολοκλήρωσα τη διαδικασία μετακόμισης της ζωής μου από το σπίτι που με νύχια και με δόντια κρατούσα εδώ και περίπου έναν χρόνο στο σπίτι του κυρίου Μαριονέτα. Δεν λέω «ολοκληρώθηκε» μιας και κάτι τέτοιο δεν συνέβη ούτε κατά διάνοια. Λέω «ολοκλήρωσα» γιατί οι δυο μας, που κάναμε και τη μετακόμιση, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία είναι για εμένα εξαιρετικά επώδυνη. Μεταφέραμε «τα χοντρά», που λέμε (πολλές κούτες βιβλία, πολλές κούτες βινύλια, κάτι καρέκλες, κάτι τραπέζια, κάτι τζίτζιλα- μίτζιλα που ήθελα οπωσδήποτε και κάτι πολυθρόνες) και ο κ. Μαριονέτας θα κάνει μερικές βόλτες για να φέρει τα υπολείμματα (ακόμη κάτι βινύλια, κάτι σιντιά, άλλες τόσες κούτες βιβλία, ρούχα, τέτοια).
Καθώς βρισκόμουν πεταμένη στα πατώματα – για πολλοστή φορά – και θρηνούσα μια από τις βασικότερες απώλειες (εκτός, φυσικά, και αν μιλάμε για άνθρωπο ή για την υγειά μας, που σιγά-σιγά μας την κλέβουν κι αυτή) του ανθρώπου, εκείνη της αυτοδιάθεσης, συνειδητοποίησα ότι ξεπερνάω ένα σημείο στο οποίο δεν υπάρχει επιστροφή: τη στιγμή εκείνη που για πρώτη φορά χάνεις ένα κομμάτι του εαυτού σου, όποιο και αν είναι αυτό, και υποχρεώνεσαι να κάνεις κάτι στη ζωή σου, κάτι που δεν ονειρεύτηκες.
Είμαι κάποιος που δεν έχει ανάγκη κανέναν άλλο. Ήμουν, δηλαδή. Αυτό το κομμάτι του εαυτού μου, μου το στέρησε η κρίση.
Δεν θα μας προσπεράσει αυτή η κρίση. Μπορεί να την ξεπεράσουμε, αλλά δεν θα μας προσπεράσει. Κάθε μέρα που περνάει χάνουμε και κάτι. Την οξυδέρκειά μας, τον εγωισμό μας, το σεβασμό μας, την υπομονή μας, την αγάπη μας για ζωή. Κλείνεται ο Έλληνας στο καβούκι του για να επιβιώσει, και, ακόμη και αν βγούμε ζωντανοί από αυτή την τρικυμία, δεν θα βγούμε ολόκληροι. Για δύο ημέρες δύο άνθρωποι, μια γυναίκα 50 κιλών και ένας άντρας με μισή μέση, παλεύαμε να μεταφέρουμε ένα σπίτι σε ένα άλλο. Δεν ζητήσαμε βοήθεια από κανέναν, αλλά, ως γνήσιοι Έλληνες, όλοι οι φίλοι μας προσφέρθηκαν να βοηθήσουν. Έψησα γλυκό και περίμενα, αλλά την κρίσιμη στιγμή δεν φάνηκε κανείς. Μόνο το βράδυ ήρθε ένας φίλος – κι ευτυχώς, γιατί δεν αντέχαμε άλλο – και βοήθησε να μεταφέρουμε ό,τι απέμενε. Πέραν αυτού, μόνοι μας τα πήραμε και μόνοι μας τα φέραμε όλα. Και μόνοι μας περάσαμε από τη μια κατάσταση – του Έλληνα που δεν χρειάζεται κανέναν – στην άλλη κατάσταση – του Έλληνα που παλεύει να τα βγάλει πέρα. Και μες στο χαμό, μόνος του πέρασε ο κ. Μαριονέτας το λούκι του να μαζεύει εμένα από τα πατώματα, εμένα που έβλεπα μια ολόκληρη ζωή δουλειάς να πηγαίνει στράφι. Γιατί ένας άνθρωπος μορφωμένος, που δουλεύει από τα 18 του ασταμάτητα και πάλεψε με κύματα για να μπορέσει να σπουδάσει δουλεύοντας, στερήθηκε ώρες ύπνου, ξεκούρασης και γλεντιού για να μην είναι ποτέ βάρος σε κανέναν, χωρίς δική του υπαιτιότητα αντιλαμβάνεται άξαφνα πως δεν μπορεί να κρατήσει το σπίτι του. Και πρέπει να φύγει.
Άδικα πάλευε να με πείσει ο κ. Μαριονέτας, όταν κλαίγοντας εκλιπαρούσα να βρούμε έναν τρόπο να πάρουμε μαζί μας «τη μυρωδιά του σπιτιού μου» πως κάτι τέτοιο γίνεται. «Βρε χαζή», μου είπε, «αυτή τη μυρωδιά την κουβαλάς εσύ μαζί σου, όπου πας». Δεν είναι όμως αλήθεια αυτό. Η μυρωδιά που έχει το σπίτι σου, εκεί που είσαι εσύ και ο εαυτός σου και όλες οι προσπάθειες που έχεις καταβάλει μες στα χρόνια για να μπορείς να το κρατάς, όλες οι θυσίες που έχεις κάνει για να είσαι ελεύθερος, χάνεται στον αέρα τη στιγμή που αποφασίζεις πως δεν μπορείς πια να ζεις εκεί.
Μέσα στα αναφιλητά μου λίγο πριν κλείσω για τελευταία φορά την πόρτα της εισόδου, αντιλήφθηκα τον κ. Μαριονέτα να σφίγγει τα δόντια και να απαντάει ευγενικά σε μια «κυρία» που μας έκανε παρατήρηση γιατί κρατάμε την πόρτα ανοιχτή και «χαλάει ο μηχανισμός της». Αμέσως μετά με βοήθησε να σηκωθώ, φορτωθήκαμε κουτιά, σακούλες, καρέκλες και χαλιά, οι δυο μας, και φύγαμε. Σε μια πολυκατοικία που πάντα σφύζει από ζωή, που παιδιά ανεβοκατεβαίνουν τρέχοντας και σε ξυπνάνε στις 7 το πρωί, και οι γείτονες παίρναμε τον καφέ μας και τον πίναμε στον κοινόχρηστο, στις δύο μέρες που κάναμε μετακόμιση έτυχε να βγει από την πόρτα της μόνο μια «κυρία». Για να μας κάνει παρατήρηση. Λες και ο μόνος που είχε μείνει από όλα τα διαμερίσματα ήταν ο σκύλος των από πάνω, που δεν σταμάτησε ποτέ να γαβγίζει.
Σε κάθε μετακόμιση λένε πως υπάρχουν θύματα. Άλλοι χάνουν βιβλία, άλλοι δίσκους, άλλοι ρούχα ή παπούτσια και άλλοι κοσμήματα. Ξέρω κάποιον που έχασε τη γάτα του, έφυγε κάποια στιγμή και δεν την είδε ποτέ ξανά. Εγώ αυτό το διήμερο έχασα τον αυτοσεβασμό μου. Την ελπίδα πως, έστω και αν χρειαστεί να περάσουμε όλες αυτές τις δυσκολίες και βιώσουμε τις απώλειές μας, ίσως τουλάχιστον βγούμε καλύτεροι άνθρωποι. Και τον έναν λόγο που είχα πάντοτε για να είμαι υπερήφανη: ότι δεν έγινα ποτέ βάρος σε κανέναν.

Advertisements

9 responses

  1. Πέρασα μια εβδομάδα με έναν τεράστιο κόμπο στο στομάχι καθώς μάζευα πράγματα και συσκεύασα τις κούτες του πρώτο μου σπιτιού, του δικού μου βασιλείου, του σπιτιού που επέλεξα πριν 5 χρόνια για να πάω σε κάτι που επέλεξε δυστυχώς η ζωή για μένα. Και παρόλο που προετοίμαζα εδώ και 2 μήνες τον εαυτό μου γι’αυτήν την στιγμή όταν το αντίκρυσα γυμνό και άδειο δεν μπορούσα να συγκρατήσω τους λυγμούς και το παράπονό μου. Το σπιτάκι ΜΟΥ που αν και ποτέ δεν ήτανε δικό μου ήτανε όλα όσα επέλεξα και ήθελα να είμαι και δεν ήμουν έτοιμη να το αποχωριστώ,
    Σε καταλαβαίνω και σε νιώθω βαθιά μέσα στην ψυχή μου, αλλά δεν θα τελειώσει έτσι. Θα χτίσω καινούργιες αναμνήσεις, θα φέρω νέα αρώματα και χρώματα, θα κοιτάξω μπροστά και θα βρω την αισιοδοξία να συνεχίσω, να ονειρεύομαι, να ελπίζω, να φτιάχνω μνήμες, να αγαπάω, να αγκαλιάζω και να υπάρχω. Ένα μόνο δεν θα κάνω, δεν θα ξεχάσω ποτέ.
    Σου εύχομαι τα καλύτερα για το μέλλον σου, η ζωή έχει τον τρόπο να σε εκπλήσσει ευχάριστα.

    • Σε ευχαριστώ πολύ! Και για τις ευχές αλλά και για το προνόμιο να συμπάσχω με κάποιον!
      Μια μέρα θα επιστρέψουμε στα σπίτια μας, ρε Σύμπαν! Ακόμη και αν δεν είναι τα ίδια σπίτια, θα είναι, όμως, η ίδια εκείνη αίσθηση ότι «μου ανήκει ο εαυτός μου»! 😀

  2. (Εγώ τώρα τι ήθελα και το διάβασα αυτό πριν πιώ τον τρίτο καφέ; Είμαι ευάλωτη τέτοιες στιγμές και δύσκολα συγκρατώ αυτό που έχω εκπαιδεύσει τον εαυτό μου να συγκρατώ.)

    Σε νιώθω. Γιατί δεν είναι το σπίτι ή η κούτες ή ο μικρός δικός σου τρόπος να αποθηκεύεις τον καφέ στο συγκεκριμένο ντουλάπι. Είναι η αίσθηση της αδικίας για μια απώλεια που ξέρεις πως δεν σου αξίζει. Τη ζω κι εγώ εδώ και 7-8 μήνες.

    (Όχι πως πιο πριν έκανα βουτιές στην πισίνα του Σκρουτζ. Όχι. Πάντα στο τσίμα-τσίμα ήμουν και έμαθα να χορεύω τα βήματα των άκρων και να κάνω το επιλεγόμενο σκατό ένα νοστιμότατο παξιμάδι για ντάκο.)

    Αλλά ήρθε αυτή η στιγμή -που την ξέρεις κι εσύ- όπου όλες οι τεχνικές που ήξερες δεν καταφέρνουν να αποδώσουν. Τότε που τα βήματα που χορεύεις είναι αυτά που αυτοσχεδιάζεις όταν πυροβολούν κάτω από τα πόδια σου. Και μετά αυτή η φρικτή στιγμή που χάνεις ένα κομμάτι σου γιατί εσύ ποτέ δεν ήσουν βάρος σε κανέναν και τώρα η ζωή σου είναι γεμάτη σχοινιά και πνίγεσαι μέσα στο κεφάλι σου.

    Πάω να ψήσω τον καφέ μου.

    • Ναι! Ναι, αυτό!
      Το χειρότερο; Όλοι γύρω σου που σου λένε «μα γιατί σκας; Αφού εδώ και χρόνια έπρεπε να έχεις μετακομίσει και το ξέρεις!»
      Ρε άι από εκεί!
      Πφ

      **καφέ…**

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s