Περιμένοντας τη μπόρα…

Image
Όλη τη μέρα σήμερα περιμένω τη μπόρα. Μια μπόρα που δεν έρχεται. Έχω καθίσει στην κουνιστή πολυθρόνα δίπλα από το παράθυρο και κάθε φορά που κάτι ακούγεται που μοιάζει με βροχή κοιτάζω έξω λαίμαργα, σαν παιδάκι που περιμένει τον Άγιο Βασίλη.
Από το πρωί η μέρα μου έχει υποσχεθεί μια μπόρα. Σκούρα μπλε φουσκωτά σύννεφα έχουν κρύψει τον ήλιο, ενώ ο αέρας που φυσάει από τη θάλασσα – ούτε δροσερό αεράκι που σβήνει λίγο την κάψα του ανοιξιάτικου ήλιου αλλά ούτε και δυνατός βαρδάρης, μόνο εκείνος ο αέρας που γεμίζει το μπαλκόνι φύλλα και λυγίζει τα κλαδιά των δέντρων τόσο ώστε να τα προετοιμάζει να υποδεχτούν στις ρίζες τους το πότισμα, έχοντας ιδρώσει στον χορό της βροχής – κουβαλάει μαζί του την υπόσχεση της καταιγίδας. Κάθε φορά που σκοτεινιάζει λίγο, τρέχω να ανοίξω τις κουρτίνες για να μην χάσω ούτε σταγόνα. Γρήγορα, όμως, τα σύννεφα ανοίγουν και οι ελπίδες μου σκορπούν.
Δεν νομίζω ότι ο καιρός θα κρατήσει την υπόσχεσή του σήμερα.
Δεν είμαι από αυτούς που περιμένουν με κομμένη την ανάσα την άνοιξη. Το αντίθετο, μάλλον. Ανήκω στη σιωπηλή εκείνη ομάδα των σκοταδόφιλων, εκείνων, δηλαδή, που προτιμούν μια βροχερή μέρα από μια ηλιόλουστη. Ίσως μου έμεινε από τους καιρούς εκείνους που, παιδιά, χαιρόμασταν τη βροχή μέσα στο καλοκαίρι. Τρεις μήνες κάτω από τον καυτό ήλιο δίπλα στην αμμουδιά, ήταν πραγματική γιορτή οι μέρες που η θάλασσα μας δώριζε ένα μπουρίνι. Ευλογία ήταν και το ότι οι γονείς μας δεν ήταν από εκείνους που θα μας έκλειναν στο τροχόσπιτο μέχρι να σταματήσει η βροχή. Τρέχαμε, λοιπόν, ξυπόλητες με τα μαγιώ μέσα από αστραπές, βροντές και νεροποντές, απολαμβάνοντας τη δύναμη της φύσης, εισπνέοντας τον δροσερό αέρα, μούσκεμα από την κορφή μέχρι τα νύχια, γελώντας.
Ίσως σκεφτείς πως «τώρα, όμως, δεν δροσίζεσαι. Ούτε και τρέχεις». Δεν έχεις άδικο. Εξάλλου, αυτό είναι το μειονέκτημα του ενήλικα, έναντι των παιδιών: η απώλεια εκείνης της έλλειψης ντροπής, η άγνοια πως υπάρχει η συνείδηση «μπορώ να κάνω τα πάντα» ή «υπάρχουν πράγματα που δεν μπορώ να κάνω». Η μέρα που θα εντοπίσεις το νεύρο εκείνο μέσα σου που σε ενημερώνει αν κάτι μπορείς να το κάνεις ή όχι, είναι η μέρα που μεγαλώνεις. Άσχετα με το αν τελικά πιστεύεις πως μπορείς να κάνεις τα πάντα. Γιατί είναι άλλη η άγνοια κινδύνου, και άλλη η συνειδητή επιλογή της επικίνδυνης οδού. Άλλη η αυτονόητη απόλυτη ελευθερία και άλλη η συνειδητή επιλογή της.
Εκείνη η αίσθηση με γεμίζει κάθε φορά που πιάνει μπόρα. Κάθε μπουμπουνητό με φέρνει πίσω στις «κουζίνες» του κάμπινγκ όπου ξεκαλοκαιριάζαμε, και νομίζω πως κάθομαι με τα κορίτσια και κοιτάζω τον ορίζοντα, μετρώντας κεραυνούς, τσιμεντώνοντας φιλίες που ακόμη και τότε ήξερα πως θα κρατήσουν για πάντα. Και όταν η μέρα μου υπόσχεται μπόρα και βλέπω τον ήλιο, λίγο με πιάνει το παράπονο και λίγο τα νεύρα μου. Όπως τώρα, που, παρότι ο αέρας κρατάει, στο βάθος ο ουρανός έχει ανοίξει και φώτισε. Δεν αγχώνομαι όμως. Αν όχι σήμερα, τότε σίγουρα μια άλλη μέρα. Αλλά μια μπόρα θα έρθει, γιατί είτε το θέλουμε είτε όχι σε αυτή τη ζωή έχουμε ποικιλία.

Ίσως έρθει και αύριο, γιατί θα πάω στο κομμωτήριο…

Έστιν ουν αμαρτία…

Πριν λίγες μέρες διάβασα ένα ποστ του elasticrash και θυμήθηκα αυτό το περιστατικό. True story

Πριν από αρκετά χρόνια έπινα καφέ με μια φίλη στο Φρουτότυπο. Ήταν μεσημέρι, μόλις είχαμε τελειώσει από τη δουλειά και χαλαρώναμε λίγο, για να περάσει η ώρα ώστε να ξυπνήσει η έτερη φίλη μας, να την παραλάβουμε από το σπίτι της, πριν πάμε για άλλον καφέ – μάλλον πάλι στο Φρουτότυπο – και προετοιμαστούμε για τη βραδινή μας έξοδο. Για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο μας πλησίασε μια κοπελίτσα, με μακριά μαύρα μαλλιά πιασμένα χαμηλά, κάπως άκομψα γυαλιά, φαρδύ πουκάμισο κουμπωμένο μέχρι πνιγμού μέσα από μια ακόμη πιο φαρδιά φούστα μακριά μέχρι το πάτωμα, μια τεράστια μαύρη τσάντα περασμένη σταυρωτά και μαύρα απροσδιόριστου τύπου παπούτσια με κορδόνια. «Καλησπέρα» μας λέει. Κοιταχτήκαμε για τρία δέκατα του δευτερολέπτου, αλλά ανταποδώσαμε την καλησπέρα σχεδόν άμεσα, μην μας περάσει και για αντίχριστες. Που, βέβαια, μας είχε ήδη περάσει…
«Να σας αφήσω αυτό εδώ, για να ενημερωθείτε;», μας είπε με στόμα που έσταζε μέλι, αφήνοντας στο τραπεζάκι (προσεκτικά για  μην μας πολυακουμπήσει) ένα βιβλιαράκι με αρκετές σελίδες, το οποίο είχε τίτλο κάτι σαν «Τι είναι αμαρτία». Έχουν περάσει αρκετά χρόνια, οπότε σχωράτε με, δεν το θυμάμαι πια πολύ καλά. Πριν προλάβουμε να απαντήσουμε πως το ξέρουμε ότι θα καούμε στο πυρ το εξώτερο, μας ευχαρίστησε ευγενέστατα και αποχώρησε από το μαγαζί.
Μείναμε να κοιτιόμαστε, με το δίλημμα να έχει πιάσει την ελεύθερη καρέκλα στο τραπέζι και να πίνει μια από τον δικό μου σκέτο νες, μια από της φίλης μου. Να το ανοίξουμε; Να του δώσουμε υπόσταση, αποδεχόμενες την ύπαρξή του; Ή να το αγνοήσουμε, όπως αγνοεί κανείς μισό ποτήρι κρασί που έπεσε σε μαύρο παντελόνι όσο σπουδάζει στο Λονδίνο, ελπίζοντας πως θα εξαφανιστεί από μόνο του και θα ξεχάσουμε ότι υπήρξε ποτέ.
Δεν είναι να απορεί κανείς που κέρδισε η περιέργειά μας. Εξάλλου, το γνωρίζαμε ότι θα καούμε στο πυρ το εξώτερο, και ως επιβεβαίωση, εντοπίσαμε την «περιέργεια» σε περίοπτη θέση στη λίστα των αμαρτιών που «εμποδίζουν την πρόσβαση στη βασιλεία των ουρανών», ειδικά αν είσαι περίεργος, λέει, για κάτι που δεν σε αφορά, και εμάς ο τρόπος με τον οποίο η εκκλησία απορρίπτει ολόκληρες ομάδες ανθρώπων δεν μας πολυαφορούσε.
Ας δω αν μπορώ να θυμηθώ μερικές (με τη βοήθεια κάποιων στο Ίντερνετ, που προφανώς συνάντησαν την κοπέλα ή τις φίλες της κάποια στιγμή στη ζωή τους), για να τις μοιραστώ με τον κόσμο, μήπως και σώσω κανα-δυό ψυχές εκεί έξω:
> Ας αρχίσουμε από τα light, τα οποία, ωστόσο, δεν ήταν αρκετά light ώστε να σε στείλουν σε κανένα καθαρτήριο ή κάτι τέτοιο, μιας και όλες οι αμαρτίες είναι αμαρτίες και δεν μπορεί κανείς να τις πάρει ελαφρά: καπνίζεις, πίνεις, παίρνεις ναρκωτικά (το να μυρίζεις λιβάνι μετράει;), τεμπελιάζεις και δεν δουλεύεις, αδιαφορείς για τις υποχρεώσεις σου, δεν προστατεύεις το περιβάλλον, ξενυχτάς σε άσεμνα μαγαζιά (ας μου το εξηγήσει κάποιος), ντύνεσαι προκλητικά, βάφεις τα μαλλιά σου, γενικά βάφεσαι, πας σε παραλίες γυμνιστών; Προφανώς η βασιλεία των ουρανών δεν δέχεται περιποιημένους γλεντζέδες με ανοιχτό μυαλό.
> Αν δεν τιμάς τους γονείς σου (μακριά από εμένα!) ή αν θέλεις να δουλεύεις την Κυριακή, μην προσπαθήσεις καν. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, αγαπημένε κύριε Κριτή, έχω δουλέψει πολλές Κυριακές, αλλά καμία από αυτές δεν ήθελα. Δεν ξέρω τι σημαίνει για εμένα το ότι προτιμούσα να πάω για καφέ… Μάλλον χαμένη από χέρι είμαι.
> Κακό είναι, λέει, να είσαι κοιλιόδουλος… Εδώ έχω μια απορία: η μαμά μου μαγειρεύει εξαίσια. Αν το φάω όλο είμαι κοιλιόδουλη, αν όμως φάω λίγο, εκείνη παρεξηγείται και κλαίει και λέει πως δεν την τιμάω γιατί δεν τιμάω το φαγητό της… Άρα, να μην είμαι κοιλιόδουλη και να τιμώ τη μαμά μου δεν γίνεται. Χαμένη από χέρι πάλι;
> Αμαρτάνεις αν κοινώνησες χωρίς να εξομολογηθείς και να νηστέψεις ή χωρίς άδεια. Εδώ είμαι καλά, γιατί δεν κοινωνώ. Λέει, μετά, όμως, ότι πρέπει να πηγαίνω στην εκκλησία κάθε Κυριακή πρωί και στις γιορτές. Πρέπει να μπαίνω και μέσα;
> Καρναβάλια, απόκριες, μασκαράδες, κομμένα. Άρα να πηγαίνουμε στην εκκλησία, τελικά;; Μπερδεύτηκα… Επίσης, μούντζωσες; Έχασες. Χάρηκες με τη φίλη σου που παντρεύτηκε με πολιτικό γάμο; Έχασες. Κουτσομπόλεψες;; Έχασες. Εδώ συμφωνώ κι εγώ, γιατί είμαι καμένη από κουτσομπολιά! Πόντος για την Εκκλησία!
> Πέρασες με κόκκινο, και γενικά οδήγησες επικίνδυνα; Ούτε να το σκεφτείς για βασιλεία των ουρανών. Στο ίδιο πνεύμα κινείται, μάλλον και το αν σκότωσες κάποιον ή αν σκέφτηκες να αυτοκτονήσεις. Θεωρώ ότι θα υπάρχει παραθυράκι για το ενδεχόμενο ο στόχος σου να είναι πολιτικός (αστειεύομαι, κύριε CIA! Or am I…?). Το ίδιο (για τη βασιλεία των ουρανών ΚΑΙ για το παραθυράκι) ισχύουν και για το αν βρίσεις, ή στείλεις κάποιον στο διάβολο. Κάηκα… Επίσης, αν κεράτωσες και αν έκλεψες, ε, duh, αυτά μπορούσα να σου τα πω και χωρίς το βιβλιαράκι!
> Αν λες ψέματα, αν θέλεις κάτι που δεν έχεις, αν ζηλεύεις τον διπλανό σου, αν έχεις φιλαρχία, πλεονεξία, φιλαργυρία, έλλειψη δικαιοσύνης, αν καταριέσαι, αν εκμεταλλεύεσαι, αν προδίδεις, αν υποκρίνεσαι, αν έχεις ορκιστεί ψέματα, γενικά, αν είσαι Έλληνας πολιτικός, σε περιμένει μια καρέκλα με αγκάθια στην κόλαση.
> Αν μισείς τους συνανθρώπους σου, αν είσαι ρατσιστής και δεν αγαπάς τους πάντες, τότε… ώπα… μισό λεπτό… άρα αν είσαι ακροδεξιός δεν μπορείς να είσαι ρατσιστής… Ή δεν μπορείς να είσαι της Εκκλησίας… Τι μπέρδεμα!
> Αν γενικά δεν φέρεσαι στα θεία όπως πρέπει. ΣΤΑ θεία, όχι ΣΤΗ θεία, προσοχή. Αν και, θα πρέπει να ειπωθεί, λογικά ΚΑΙ στη θεία θα πρέπει να φέρεσαι καλά. Θυμήσου, δεν μπορείς ούτε με κραγιόν να φιλήσεις τα θεία σύμβολα. ΤΑ θεία, τη θεία μπορείς να την φιλήσεις με κραγιόν.
> Όσες (και όσοι, μην νομίζετε πως δεν ξέρω!) ρίχνετε πασιέντζες ή διαβάζετε τα ζώδια να ξέρετε πως είναι αμαρτία. Και αν διαβάζετε τον καφέ, και αν πιστεύετε σε όνειρα. Α, και αν παίζετε τυχερά παιχνίδια (ναι, και το λαχείο μετράει). Ούτε ο Νιαγάρας δεν με ξεπλένει…
> Επίσης, αν δεν κάνεις, λέει, τις νηστείες. Είχα μια γνωστή, πολύ θεούσα, η οποία δεν νήστευε ποτέ γιατί, λέει, ζαλιζόταν. Όσο, λοιπόν, εμείς με τις αναιμίες και τα λοιπά δεν τρώγαμε (όλο το χρόνο, καθότι vegan και vegetarians) τίποτα ζωικό, εκείνη τις Σαρακοστές κατέβαζε κάτι πιτόγυρα ίσα με μικρό μωρό. Την κοιτούσαμε ξαφνιασμένοι και έλεγε: «ε τι, αφού ζαλίζομαι!». Η δόλια.
> Αν θεοποίησες, λέει, κάτι ή κάποιον πέραν του Θεού. Φίλοι Αρειανοί, υπάρχει ένα πέταλο στην κόλαση με το όνομά σας επάνω, ελέω Νίκου Γκάλη (σόρι).
> Εκείνη την περίοδο που μας μοίρασαν το βιβλιαράκι δεν μας έσωζε τίποτα, γιατί ήμασταν κοριτσάκια με κοντά μαλλιά και παντελόνια, κάτι που απαγορεύεται. Όπως και το αντίστροφο, εξάλλου, αν είσαι αγόρι και έχεις μακριά μαλλιά (φαντάζομαι και αν φοράς φούστα, ελπίζω, όμως, ότι θα συγχωρέσουν τον Σάκη, γιατί είχε κοντά μαλλιά, και γιατί, ε, είναι ο Σάκης!).
> Μιλώντας για τον Σάκη μου ήρθε στο μυαλό ο Damon Albarn και μετά θυμήθηκα το πιο σημαντικό: το σεξ (ναι, ακριβώς έτσι πήγε). Αν έχεις κάνει σεξ ανύπαντρος, ξέχνα το, τελειωμένη υπόθεση. Αλλά αν νομίζεις ότι αν είσαι παντρεμένος είσαι ασφαλής, κάνεις λάθος. Αν η γυναίκα σου είναι αδιάθετη ή έγκυος ή πολλά άλλα πράγματα που τα ξεχνάω, και αν δεν είναι οι σωστές μέρες του ημερολογίου, αν είναι νηστεία και αν, αν, αν, αμαρτάνεις! Φυσικά, το ίδιο ισχύει αν είσαι ομοφυλόφιλος (ή ομοφυλόφιλη). Αλλά μην ανησυχείς, μάλλον έχεις καλή παρέα.
> Αυτό που πραγματικά με στεναχώρησε είναι που αμαρτάνεις, λέει, αν γιορτάζεις τα γενέθλιά σου, γιατί σιγά και τι έγινε που γεννήθηκες εσύ; Έσωσες, μήπως, τον κόσμο; Κανέναν δεν ενδιαφέρει που γεννήθηκες, ούτε οι Άγιοι, λέει, δεν γιορτάζουν γενέθλια! Κάτι ξέρω εγώ που δεν γιορτάζω τα γενέθλιά μου. Βέβαια, αυτό συμβαίνει μόνο για να μην ξέρει κανείς τα πόσα κλείνω, αλλά φαίνεται πως από αυτή την αμαρτία, έστω και διά της πλαγίας, γλιτώνω. Στεναχωρέθηκα, όμως, γιατί σήμερα είχε γενέθλια η μαμά μου, κι εμείς της τα γιορτάσαμε με όλη τη μεγαλοπρέπεια, με τούρτες και τραγούδια και τα πάντα! Έβαλα τα χεράκια μου και έβγαλα τα ματάκια της μαμάς μου… Αλλά φαίνεται ότι το χάρηκε, οπότε θα με συγχωρήσω. Γιατί αξίζει να χαιρόμαστε λίγο και σε αυτή τη ζωή. Εξάλλου, πιστεύω πως, αν υπήρχε παράδεισος, κάποιοι ίσως να έμπαιναν επειδή είναι πολύ καλοί άνθρωποι. Και η μαμά μου είναι ένας από αυτούς.

 

Milo Manara, σου ’ρχομαι!

Η μεταξοτυπία του Milo Manara πωλείται μέσω της ιστοσελίδας της Comicdom της Αθήνας. Στείλτε το όνομά σας και αγοράστε την. Αν δεν το κάνετε ίσως μπορέσετε να πάρετε ό,τι περισσέψει στους χώρους της εκδήλωσης

Είμαι σίγουρη ότι η αίθουσα της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης – όπου και αν είναι αυτή, είμαι έτοιμη να μάθω να χρησιμοποιώ ακόμη και το gps για να τη βρω – θα είναι γεμάτη από άντρες – αγόρια που μεγάλωσαν με τις δημιουργίες του στο (ένα) χέρι και τη μνήμη της εφηβικής έξαψης που έκαιγε τα μάγουλά τους (τουλάχιστον) όταν ξεφύλλιζαν τις σελίδες που κουβαλούσαν κάθε του έμπνευση, πινελιά, λέξη…
Εντάξει, η πλειοψηφία δεν στεκόταν στις λέξεις, κάποιοι δεν τις διάβαζαν καν. Ίσως θα έπρεπε, όμως, μιας και ο Μίλο Μανάρα είναι ένας από τους καλύτερους αφηγητές. Οι ιστορίες του, αν κάνεις τον κόπο να τις διαβάσεις και δεν μείνεις στις εικόνες (αλλά και πώς να μην μείνεις…), θα διαπιστώσεις πως, όχι μόνο έχουν αρχή, μέση και τέλος, αλλά κάνουν και τον κόπο να αναλύσουν τα θέματα με τα οποία καταπιάνονται. Οι χαρακτήρες του είναι πολυεπίπεδοι, οι περιπέτειες στις οποίες υποβάλλονται συναρπαστικές και οι αλλαγές τις οποίες υφίστανται βαθιές. Οι πρωταγωνιστές δοκιμάζονται, οι σχέσεις εξερευνούνται, η εμπιστοσύνη δοκιμάζεται, οι κοινωνικοί ιστοί διαρρηγνύονται (το παράκανα, λες;)…
Αυτό που θέλω να πω, τέλος πάντων, είναι πως, σε αντίθεση με αυτό που λέτε όλα τα αγοράκια στη μαμά σας όταν βρει το Playboy κάτω από το κρεβάτι («μανούλα, για τα άρθρα το διαβάζω, τι εννοείς έχει φωτογραφίες από γυμνές γυναίκες μέσα, ούτε και το είχα προσέξει, δεν έφτασα ακόμη μέχρι τη μέση, έχει μια καταπληκτική ανάλυση του ‘Παρίσι, Τέξας’ του Βιμ Βέντερς»), αυτή η «δικαιολογία» στην περίπτωση του Μίλο Μανάρα ισχύει. Αλλά, τσάμπα μιλάμε, μιας και οι περισσότεροι δεν έχουν κάνει ποτέ τον κόπο.
Και γιατί να τον κάνουν, άλλωστε; Αν δεν ήταν εκπληκτικός καλλιτέχνης, δεν θα μπορούσε να προκαλέσει τόσο ζωντανό το αίσθημα της διέγερσης (το είπα καλά;). Δεν ξέρω, εξάλλου, κανένα 14χρονο αγοράκι που να κλείστηκε ποτέ στην τουαλέτα με ένα βιβλίο με stick figures για-περίπου-ένα-μισαωράκι. Σαν καλλιτέχνης, ο Μίλο Μανάρα ανήκει σε εκείνη τη χρυσή μπάλα που ίπταται πάνω από το κεφάλι του μέσου όρου, βγάζοντάς του τη γλώσσα κοροϊδευτικά (στην περίπτωση του Μανάρα, βέβαια, μπορεί η κίνηση αυτή να προσλαμβάνει και άλλα χαρακτηριστικά, πέραν του «κοροϊδευτικά»). Ίσως δεν θα μπορούσε να κάνει αλλιώς. Η καλλιτεχνική του φύση βγήκε στην επιφάνεια από πολύ νωρίς – πριν ακόμη καταλάβει την αγάπη του για τα κόμικς. Μάλιστα, σύμφωνα με τον θρύλο (εντάξει, ποιον θρύλο, σε μια βιογραφία το διάβασα), σε εφηβική ηλικία το έσκασε από το σπίτι του για να επισκεφτεί μια έκθεση του Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Με πτυχία αρχιτεκτονικής και ζωγραφικής στο χέρι, ήταν δύσκολο να κρατηθεί μακριά από κάποια – οποιαδήποτε – μορφή τέχνης. Ευτυχώς για εκείνους τους περίεργους τύπους με τα γυαλιά με το σελοτέιπ και τα ψηλοκάβαλα παντελόνια (ωχ, καλά, ποιον κοροϊδεύετε, όλοι λατρεύετε τον Σέλντον Κούπερ, τα γκικς είναι πλέον χοτ!), επέλεξε τα κόμικς.
Είδατε με πόση επιτυχία κατάφερα – πέρα από κάποια ανεπαίσθητα hints – να κρατήσω έξω από ένα ολόκληρο ποστ το βασικό στοιχείο της τέχνης του Μανάρα, το σεξ; Είναι επειδή φοβάμαι πως θα το διαβάσει η μαμά μου. Όμως, σόρι μάμι, αλλά πρέπει να το πω: το σεξ! Το απροκάλυπτο, ενοχοποιημένο, απενοχοποιημένο, αναπόφευκτο, άπλετο, κρυφό, φανερό, ενστικτώδες, ωμό, καλλιτεχνικό, «βρώμικο», παθιασμένο, ενοχικό, σχεδιασμένο, ξαφνικό, σκληρό, αμείλικτο σεξ που ξεπηδάει (χεχε, το έπιασες;; ξε-πηδάει! – Το ‘χασα) από τις σελίδες και γεμίζει το δωμάτιο κάθε φορά που ανοίγεις ένα από τα άλμπουμ. Κανένας δεν έχει βάλει με την πένα του (τώρα το έχεσες, με την πένα του, έκφυλε, όχι με την «πένα» του!) πιο εκφραστικά τον πόθο στα μάτια μιας γυναίκας που ο ίδιος έχει καλλιτεχνήσει. Μιας γυναίκας υπέρκομψης, όμορφης, αέρινης, η οποία, η δόλια, συνήθως παγιδεύεται σε μια περίεργη ιστορία, πάντοτε με ερωτικό περιεχόμενο. Η απαράμιλλη ικανότητα του Μανάρα να πραγματεύεται ερωτικά θέματα μέσα από το βλέμμα του καλλιτέχνη, με μια συμπαγή και συναρπαστική αφήγηση και απεικόνιση πέρα από αυτόν τον πλανήτη είναι ακριβώς ο λόγος που τον κρατούν στην κορυφή τα τελευταία… ε… πολλά χρόνια και εξηγεί το γιατί η φετινή comicdom con θα είναι τίγκα. Κι εκεί, μέσα σε πολλούς ξαναμμένους άντρες, θα είμαι κι εγώ, σε μια γωνία, θαυμάζοντας από μακριά έναν μεγάλο καλλιτέχνη (ναι, λάτρεις της ιστορίας της τέχνης και του συντηρητισμού, #pestenamefate).

ΥΓ. Ο Milo Manara θα συζητήσει με άλλους, ειδήμονες του είδους, την Κυριακή, 1 Απριλίου (όχι, δεν είναι πρωταπριλιάτικο, δεν παλιώνει ποτέ αυτό το αστείο;; ) στις 6:15μμ στον χώρο της Comicdom Con, Μασσαλίας 22, νομίζω ότι είναι στο Κολωνάκι, μην με σκοτώσετε, κι εγώ με χάρτη θα (ξανα)πάω! Θυμάμαι πέρσι φάγαμε κάτι ωραία σουβλάκια κάπου κοντά, ίσως αυτό σας βοηθήσει. Δείτε και αυτό ίσως σας βοηθήσει περισσότερο. Αυτά

Πράγματα που μ(π)αθαίνει κανείς στην παρέλαση

Μεγαλώνοντας σε ένα σπίτι όπου καμία άποψη, όσο διαφορετική και αν ήταν, δεν αποσιωπήθηκε ποτέ και όπου, ό,τι θέλαμε, αν και εφόσον επιχειρηματολογούσαμε επαρκώς υπέρ του, μπορούσαμε να το πράξουμε, μάθαμε να νιώθουμε, όχι υπερήφανοι – περίεργη κουβέντα είναι αυτή – αλλά ασφαλείς και ήρεμοι με αυτό που είμαστε.  Μάθαμε να κατανοούμε πως οι ελευθερίες μας φτάνουν μέχρι εκεί που ξεκινούν οι ελευθερίες του άλλου. Πως όλοι έχουμε ακριβώς τα ίδια δικαιώματα και πως κανένας δεν γεννήθηκε πιο «ίσος» και πιο «έξυπνος» από τους άλλους και πως πάντοτε θα πρέπει να προσέχουμε να μην ενοχλούμε τους δίπλα – αλλά και να μην δεχόμαστε όλα όσα μας σερβίρουν.
Πολύ «Ελληνάρες» δεν είμαστε. Αγαπάμε τη χώρα που μας μεγάλωσε, πάντα εντός λογικών πλαισίων και αναγνωρίζοντας τα καλά και τα στραβά της. Δεν την προσβάλλουμε ποτέ και πάντοτε βρίσκουμε τρόπο να την υπερασπιζόμαστε σε συζητήσεις με φίλους από το εξωτερικό, που αναρωτιούνται τι ακριβώς γίνεται στην Ελλάδα και γιατί φτάσαμε σε αυτά τα χάλια. Αναγνωρίζουμε, επίσης, το δικαίωμα των άλλων – των «βάρβαρων», των ξένων – να κάνουν το ίδιο.
Αυτά φαίνεται πως μας έχουν κάνει λίγο παράξενους.
Πριν από περίπου έναν χρόνο προστέθηκε στην οικογένεια ένα ακόμη μέλος. Η πρώτη του εθνική γιορτή ήταν πέρσι τον Μάρτιο, αλλά ήταν πολύ μικρούλης ακόμη για να μπει σε τόσο κόσμο και σε τόση φασαρία, οπότε έτυχε η πρώτη του επαφή με την «εθνική ανάταση και υπερηφάνεια» να είναι τον περασμένο Οκτώβριο, στην παρέλαση.
Ντύθηκε ο Σπόρος τα καλά του, μπήκε στο γιορτινό καρότσι και ξεχυθήκαμε, γιαγιά, παππούς, μάνα, πατέρας κι εγώ – νουνά και θεία, νουνεία – στους δρόμους για να ζήσει ο μπέμπης αυτή την εμπειρία. Κυρίως για το πανηγύρι, για τις μουσικές, γιατί τα παιδάκια παραδοσιακά αγαπούν τις γιορτές.
Στη συνοικιακή παρέλαση, την οποία επιλέξαμε, ο κόσμος ήταν πολύς από νωρίς. Σκοινιά είχαν δεθεί από τις δύο πλευρές του δρόμου, για να δείχνουν στον κόσμο μέχρι που επιτρεπόταν να σταθεί ώστε να μην ενοχλεί τα «περήφανα νιάτα» που θα επεδείκνυαν τα κάλλη τους στους γονείς, φίλους και γείτονές τους, η εξέδρα των επισήμων είχε στηθεί και γέμιζε σιγά- σιγά κι εμείς οι πεντέμισι βρήκαμε ένα σημείο πίσω από τα σκοινιά για να μην ενοχλούμε και σταθήκαμε. Δύο λεπτά αργότερα ήρθε μια κοπέλα με την κόρη της και στάθηκε δίπλα μας. Το κοριτσάκι, γύρω στα πέντε, ομορφούλι, ντυμένο με τα καλύτερά του (φαντάζομαι) ρούχα, και μια ελληνική σημαιούλα στο χέρι. Η μαμά της όμορφη, καλοντυμένη και χτενισμένη, νέα με ταλαιπωρημένο βλέμμα*, τη χάιδευε συνεχώς και της εξηγούσε. «Από εδώ θα περάσουν τα παιδιά, θα δούμε και τους προσκόπους και τους ναυτοπροσκόπους, αυτός ο κύριος είναι αστυνομικός, φροντίζει να υπάρχει ηρεμία, εκεί θα κάτσουν οι σημαντικοί άνθρωποι της γειτονιάς και θα δουν καλύτερα την παρέλαση» και ούτω καθεξής.
Σιγά- σιγά άρχισε το πλήθος να πυκνώνει. Το κοριτσάκι κουνούσε τη σημαία του κάθε φορά που περνούσε κάποιος από μπροστά, ενώ και ο δικός μας είχε ανασηκωθεί στο καρότσι του, και έδειχνε με το δάχτυλο τον κόσμο. Μια άλλη κυρία από δίπλα είπε «γιατί δεν βάζετε τα παιδάκια μπροστά από το σκοινί, για να βλέπουν καλύτερα;». Τόσο εγώ – ως νουνεία κρατούσα το καρότσι – όσο και η μαμά του κοριτσακίου ευχαριστήσαμε την κυρία για την προτροπή, ωστόσο δεν θέλαμε να ενοχλούμε. «Καλά είμαστε κι εδώ, δεν μας ενοχλεί τίποτα, δεν υπάρχει λόγος».
Η ώρα περνούσε και κάποια στιγμή εμβατήρια γέμισαν τον χώρο και η παρέλαση άρχισε. Πέρασε η πρώτη σειρά από «περήφανα νιάτα», το κοριτσάκι κουνούσε μανιωδώς τη σημαία και ο δικός μας είχε σηκώσει το χέρι ψηλά και ρητόρευε «ου! Ου! Ωωωωωωωω! Ααααααα!» και άλλα παρόμοια δείγματα βρεφικής σοφίας. Το κοριτσάκι χειροκροτούσε και η κυρία από τα μεγάφωνα ανακοίνωνε προσκόπους, ναυτοπροσκόπους και δημοτικά σχολεία.
Τότε ήταν που εμφανίστηκε μέσα από το πλήθος, μεταξύ τρίτου και τέταρτου δημοτικού σχολείου. Πατέρας, με τη σύζυγο και τα τρία παιδιά του, γύρω στα 10, γύρω στα 8 και γύρω στα 6. Πενταμελής οικογένεια που έφτασε στην παρέλαση με καθυστέρηση – παρότι και η παρέλαση ξεκίνησε με καθυστέρηση – αλλά δεν ένιωθε πως αυτό σήμαινε πως έπρεπε να έχει άσχημη θέση στο πλήθος. Η θέση τους, εξάλλου, ήταν εκεί και τους περίμενε: ο πατέρας μπροστά στο κοριτσάκι, η μητέρα μπροστά στο καρότσι και τα παιδιά τους μπροστά σε αυτούς (για να βλέπουν όλοι – ιδιοφυές).
«Συγνώμη», τον χτύπησε η μητέρα του κοριτσακίου απαλά στον ώμο «αλλά μπορείτε να κάνετε λίγο πιο πέρα για να βλέπει και η κόρη μου την παρέλαση;». Εκείνος γύρισε, την κοίταξε με γνήσια – ομολογουμένως – απορία και τη ρώτησε «τι εννοείτε;».
Τι εννοείτε… Δεν αντιλαμβανόταν πως η παρουσία του κάπου μπορεί να ενοχλεί. Εξάλλου είχε φορέσει το καλό του σακάκι, προφανώς για να έχει κάτι όμορφο να κοιτάει όποιος βρεθεί πίσω του.
«Εννοεί ότι καθίσατε και οι δύο μπροστά σε δύο παιδάκια, και μάλιστα μπροστά από τα σκοινιά», συνεισέφερα εγώ στη συζήτηση.
«Εσύ πάλι τι χώνεσαι, ποιος σε ρώτησε;» ανταπάντησε εκείνος, μάλιστα σηκώνοντας το δεξί χέρι ακριβώς μπροστά στο πρόσωπό μου, δείχνοντάς με περιφρονητικά. «Σας παρακαλώ, να είστε πιο κόσμιος και να κάνετε λίγο στο πλάι για να βλέπουν τα παιδάκια, γιατί αυτό είναι το νόημα», ζήτησε η μητέρα μου, αφελώς.
«Ρε άντε παρατήστε με, ήρθα με την οικογένειά μου να δω την παρέλαση και έπεσα επάνω σας, για κάντε μου τη χάρη», ήταν η αφοπλιστική του απάντηση.
Ο χαμός που ακολούθησε από τους γύρω δεν μας αφορούσε πια. Χαιρετίσαμε την κυρία και το κοριτσάκι, οι οποίες είχαν ήδη αρχίσει να φεύγουν και αποχωρήσαμε. Είχαμε γιορτάσει επαρκώς το αθάνατον του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, το οποίο, δυστυχώς, στον «κύριο», την «κυρία» και – κατ’ επέκταση και ως φυσικό επακόλουθο, φαντάζομαι – στα τρία τους παιδιά έχει πεθάνει από καιρό. Κανένας αστυνομικός που φρόντιζε να τηρηθεί η τάξη δεν παρενέβη ενώ, όσο προχωρούσαμε προς τα πίσω, ακούσαμε γιούχες και συνθήματα κοντά στην εξέδρα των επισήμων. Προσπάθησα να φανταστώ τι θα είχε να πει ο «κύριος» για τις γιούχες. Συμφωνούσε άραγε με όσους διαμαρτύρονταν για την καταστροφή της πατρίδας, ή εκνευριζόταν γιατί κάποιος του χάλασε την παρέλαση;

Σήμερα ο μπέμπης μας δεν πήγε στην παρέλαση. Αν θέλουμε, μπορούμε να του μάθουμε κι εμείς να είναι αγενής, εκνευριστικός, φαταούλας και εγωιστής. Δεν χρειάζεται, τώρα που καταλαβαίνει, να το μαθαίνει από τους ξένους.

 

*Αργότερα αντιλήφθηκα πως μάνα και κόρη ήταν μόνες σε όλη τη διάρκεια του επεισοδίου. Αμφότερες ντυμένες στα μαύρα από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Μέχρι και τα μαλλιά, όπου το κοριτσάκι φορούσε δύο μαύρες κορδελίτσες. Δεν έχει, βέβαια, πολλή σημασία για το επεισόδιο… 

Οι μαριονέτες δεν γιορτάζουνε ποτέ

Προς όλους όσους μου ευχηθήκατε χθες «χρόνια πολλά» για το International Puppet Day. Ευχαριστώ πολύ, καλοσύνη σας, και στα δικά σας, ό,τι επιθυμείτε! Όμως δεν γιόρταζα. Βλέπετε, χθες ήταν Puppet Day και όχι Marionette Day. Ποια η διαφορά;;; Βασικά, τεράστια. Πάπετ είναι η κούκλα, εκείνο που βάζεις μέσα το χέρι σου και το κουνάς, κουκλοθέατρο! Μάριονετ, είναι η μαριονέτα. Η κούκλα με τους σπάγγους στα χέρια, τα πόδια και το κεφάλι! Εκείνη που κινείται με χάρη – ναι, χάρη στους σπάγγους – και όχι εκείνη που κινείται σαν το σπαστικό βατράχι πάνω στη σκηνή του κουκλοθέατρου!
Η διαφορά είναι και ηθική, αν θέλεις να ξέρεις. Το πάπετ δεν είναι ποτέ αυτό που φαίνεται. Είναι ένα χέρι ντυμένο σαν κούκλα, δεν έχει ψυχή εκτός και αν έρθει ένα χέρι και το φορέσει, σαν μασκάρεμα ένα πράγμα, και μόνο τότε παίρνει ζωή. Είναι, σαν να λέμε, κάτι ψεύτικο, που, αν δεν το ντυθεί κάτι άλλο δεν μπορεί να σταθεί στον χώρο. Δεν έχει δική του υπόσταση, κλέβει κάποιου άλλου. Αν το χέρι που θα το φορέσει είναι μεγάλο, με μακριά δάχτυλα, με καλή κίνηση, τότε κι εκείνο γίνεται ελκυστικό, κινείται με χάρη και όλα τα συμπαρομαρτούντα. Αν το φορέσει κανένα κοντόχερο με δάχτυλα – πινέζες, γίνεται άχαρο, άμορφο, ούτε τα χέρια δεν μπορεί να κουνήσει. Ομοίως – φαντάζομαι – υιοθετεί τις ιδέες, τις ζωές και τα «θέλω» του χεριού που θα το φορέσει, παίρνει την προσωπικότητά του, εκφράζει τις αισιοδοξίες, τις προσδοκίες και τα σχέδιά του και επιλέγει να περπατήσει τον δρόμο του. Κοινώς, είναι ένα κενό κέλυφος, που χρησιμοποιεί ξένα δάχτυλα για να δικαιολογήσει τις πράξεις και τις κινήσεις του.
Η Μαριονέτα δεν είναι έτσι. Έχει υπόσταση, εμφάνιση, προσωπικότητα, παρουσία στον χώρο. Ακόμη και αν κάποιος δεν κρατάει τους σπάγγους της, έχει την ομορφιά της, την ξεχωριστή μορφή της, τον αέρα της. Χωρίς να αλλάζει ποτέ, όποιος και αν δουλέψει μαζί της. Η παρουσία της είναι πάντα ίδια, η χάρη της ίδια, οι κινήσεις της ίδιες. Τα χέρια της, τα πόδια της, δεν αλλάζουν. Το μόνο που αλλάζει είναι ο άνθρωπος που τη στηρίζει και της δίνει φωνή. Είναι θέμα στήριξης. Η Μαριονέτα χρειάζεται στήριξη για να λάμψει, αλλά και όταν δεν στηρίζεται, κάνει ό,τι μπορεί. Πάντα, όμως, με την ίδια εμφάνιση, την ίδια παρουσία, την ίδια αύρα. Δεν μπορείς να αλλάξεις μια μαριονέτα, όπως και αν το προσπαθήσεις, γιατί έχει δική της ψυχή. Όποια και αν είναι αυτή, έτσι; Καλή ή κακή, όμορφη ή άσχημη, straight up ή messed up, η μαριονέτα μπορεί να είναι πολλά, εκτός από δύο: κενή και ψεύτικη. Έχει, δηλαδή, ήδη διαμορφωμένο εσωτερικό κόσμο. Πριονίδια; Ξυλάκια; Πούπουλα; Αφρολέξ; Η καθεμία άλλο, αλλά δικό της. Και δεν χρειάζεται να «φορέσει» την προσωπικότητα κάποιου άλλου. Έχει δική της. Καλή; Κακή; Απαίσια; Καταπληκτική; Ποιος ξέρει; Αυτή είναι η μαγεία.
Αυτή είναι η διαφορά με την κούκλα, που είχε τη «γιορτή» της. Η δόλια η κούκλα χρειάζεται ολόκληρη προσωπικότητα! Η Μαριονέτα μόνο λίγη στήριξη στους σπάγγους της. Τα… στρινγκς της! Η Μαριονέτα με τα στρινγκ… Ξέρεις εσύ τώρα 😉

Εντάξει, αυτό το τελευταίο μου το είπε κάποιος άλλος. Που χθες έγινε πλούσιος, μαζί με εμένα, χάρη στις φιλότιμες προσπάθειες και τις θυσίες κάποιων άλλων. Άντε, σε καλή μας μεριά – που σε καλή μεριά θα πάνε, να το ξέρεις.

Το βαρετό σου παλτό

Αναρωτιόμουν τις προάλλες, πόσες φορές, άραγε, μπορεί να δεις μια γυναίκα να φοράει το ίδιο αδιάφορο γκρι παλτό, ψαροκόκαλο, με μεσαία μαύρα κουμπιά και ίδια ζώνη για τη μέση, να έχει τα μαλλιά της πιασμένα με τον ίδιο τρόπο (μαζεμένα τα μισά, ξυσμένα στην κορυφή για να έχουν λίγο όγκο και κατά τα άλλα εντελώς ίσια) και να μην την πιάσεις από το μπράτσο, την ταρακουνήσεις και της πεις «βρες κάπου, κάπως, ένα γούστο! Έστω και κλεμμένο!».
Τρεις. Η απάντηση είναι «τρεις».
Η εν λόγω κυρία δεν είναι ένας συμπαθητικός άνθρωπος. Από εκείνες της μετριοτάτης ευφυΐας, αλλά καθόλου μετριοτάτης «σκυλοφροσύνης». Ξέρεις. Το being a bitch που λέμε στο χωριό μου. Τις έτοιμες να ειρωνευτούν όταν στερεύουν από επιχειρήματα, που θα ανεβάσουν τα ντεσιμπέλ αλλά και τη συχνότητα της φωνής όταν δουν πως χάνουν το παιχνίδι, που αν μιλήσουν περισσότερο από ένα πεντάλεπτο εκτίθενται ανεπανόρθωτα και που έχουν μια καλή θεσούλα χάρη σε μια πλούσια γνωστή, την οποία έχουν δεσμευτεί να εξυπηρετούν σε όλες τις λαμογιές τους. Όλοι γνωρίζουμε μια τέτοια.
Εγώ είχα την ατυχία να βρεθώ στο ίδιο δωμάτιο με μία, και μάλιστα τρεις φορές. Άλλο κακό να μην με βρει.
Την πρώτη φορούσε αυτό το παλτό. Δεν το έβγαλε ούτε για ένα δευτερόλεπτο – ήταν Γενάρης, όμως, και ίσως κρύωνε. Κάτω από το παλτό, που φτάνει μέχρι μόλις κάτω από το γόνατο, ξετρύπωνε δειλά δειλά ένα χοντρό μαύρο καλσόν, το οποίο συνοδευόταν από ένα μαύρο μποτίνι. Λίγο χοντροκομμένο. Εντάξει, αφήνω την καλοσύνη στο πλάι: αρκετά χοντροκομμένο. Το μαύρο μποτίνι, που συνόδευε το μαύρο καλσόν, το γκρι παλτό και τα μαύρα μαλλιά, έφερε στο πλάι τρεις… γουλβερίνιες νυχιές, χρώματος… έλα… πες το… σωστά! Γκρι! Το τακούνι ούτε ψηλό, ούτε κοντό (μην της πει, κατά λάθος, κάποιος ότι πήρε μια απόφαση σε θέματα γούστου!), ούτε χοντρό, ούτε λεπτό. Μεσαίο ύψος, μεσαίο πάχος.
Τη δεύτερη φορά, δεν την είδα καν. Παρόλο που στην αίθουσα όπου βρισκόμουν της είχε δοθεί μια θέση μπροστά μπροστά, και δεν είχε κάνει σχεδόν καμία αλλαγή σε αυτά που φορούσε, διέφυγε της προσοχής μου, και την παρατήρησα, τελικά, μετά από περίπου μία ώρα, και αυτό γιατί περνώντας από δίπλα μου, μου έριξε μία στον ώμο που αναγκάστηκα να κάνω μασάζ για δέκα μέρες! Το παλτό ίδιο. Εξ όσων μου είπαν, και πάλι δεν το αποχωρίστηκε, σε βαθμό που αρχίσαμε να πιστεύουμε πως από κάτω δεν φοράει τίποτα. Μια κίνκι κατάσταση, που ίσως λειτουργεί καλά στην προσπάθειά της να αποκολλάται από την πραγματικότητα και να ξεχνάει πως αυτοί που έχει μπροστά της είναι άνθρωποι πραγματικοί, με συγκεκριμένη πορεία και δράση και, βασικά, πραγματικές ζωές! Κάτω από το αγαπημένο της παλτό, το – προφανώς – αγαπημένο της χοντρό μαύρο καλσόν, το οποίο, ωστόσο, εκείνη τη φορά το είχε «στολίσει» με μια γόβα. Μαύρη, φυσικά. Πολύ μυτερή. Με μεσαίο λεπτό τακούνι. Πολύ μυτερή. Το είπα ξανά; Δεν πειράζει, ας το πω και μια τρίτη, για να τονίσω ότι η γόβα ήταν εντελώς και απελπιστικά μυτερή. Α, και πολύ χαμηλή από το πλάι. Και τόσο ταλαιπωρημένη, που ξαφνικά είχες εικόνα της να σκάβει βαθιά κάπου στα ορυχεία του Βελγίου. Για το μαλλί, δεν συζητάμε. Ίδιο.
Την τρίτη φορά που την είδα, ντυμένη ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, ήταν πια Μάρτιος. Ο ήλιος έξω έλαμπε μεγαλοπρεπής, οι αμυγδαλιές άνθιζαν δικαιολογημένα, και η δεσποινίς Άνοιξη, ντυμένη με ένα άσπρο αιθέριο (μάλλον Marchesa) φόρεμα μας χτυπούσε παιχνιδιάρικα το τζάμι και μας καλούσε να χαρούμε τη ζέστη. Εκείνη, εκεί. Αγκαζέ με τον χειμώνα και τη μουντάδα. Με το ίδιο παλτό, κουμπωμένο μέχρι τον λαιμό. Από κάτω, ένα μαύρο κολάν (φοβάμαι να σκεφτώ τι συνέβη στο Καλσόν) και ένα πιο ψηλό μαύρο μποτάκι, φαρδύ με πλεκτό κορμό μέχρι την αρχή της γάμπας και λίγο πιο ψηλό τακούνι από ό,τι περιμέναμε ότι θα επέλεγε ποτέ. Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι τα μποτάκια ήταν δώρο.
Τα μαλλιά πάντα ίδια.
Όπως και η συμπεριφορά, βέβαια. Σκεφτόμουν ότι ίσως είναι απαραίτητο αυτό το επίπεδο εμφανισιακής συνέχειας σε κάποιους ανθρώπους, που έχουν τον φόβο πως, επειδή δεν έχουν κάτι να προσφέρουν ως άτομα, σε περίπτωση που αλλάξουν κανένας δεν θα τους αναγνωρίσει. Δίνουν, λοιπόν, την ευκαιρία στους γύρω τους, αντί να σκεφτούν «αυτή, άραγε, είναι η Τάδε;;», να πούνε με σιγουριά: «Α, ναι, το γκρι παλτό…».
Δεν είναι, όμως, μεγαλύτερη δυστυχία το ότι αυτό το «α, ναι, το γκρι παλτό…» θα το συνοδεύσει μια σκέψη του τύπου «γαμώτο… από πού να φύγω για να μην με δει;;» ή κάτι σαν «θα πω ότι έχω μια βάπτιση, για να την κάνω όσο το δυνατόν γρηγορότερα»;
Και μένεις εσύ, μετά, κοπελιά, μόνη στο σαλόνι σου, φορώντας το γκρι παλτό σου, καθισμένη στον καναπέ αγκαλιά με το τηλεκοντρόλ να βλέπεις Θέμο από dvd και να πίνεις βότκες πάνω από ένα κινητό, που δεν χτυπάει ποτέ, παρά μόνο όταν σε θυμάται ο φαρσέρ που παίρνει από απόκρυψη και γελώντας σου φτύνει τον μεγαλύτερό σου φόβο: «θα είσαι πάντα μόνη σου, κάνεις δεν σε αγαπάει, γιατί δεν είσαι καλός άνθρωπος».

Γιατροί Χωρίς Σύνορα, ακόμη και από τον καναπέ μας

«Εσείς είστε υπεύθυνοι, όσο εμείς οι γιατροί, για τις ζωές που σώζονται στο πλαίσιο του έργου των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. Τους κάνετε να χαμογελάνε πάλι από την αρχή, τους δίνετε ελπίδα για να συνεχίσουν». Τα λόγια αυτά ανήκουν στην Ευτέρπη Χουρίδου, γενική χειρουργό των Γιατρών Χωρίς Σύνορα και άρτι αφιχθείσα από αποστολή της οργάνωσης στο Πακιστάν. «Αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να φτάσουν εδώ για να το κάνουν κι εσείς δεν μπορείτε να τους φτάσετε εκεί που είναι. Σαν μεσάζοντας, λοιπόν, εκπροσωπώντας όλους αυτούς τους ανθρώπους σας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου για όσα έχετε κάνει».
Σε εκδήλωση που οργάνωσε την Τετάρτη το απόγευμα το ελληνικό σκέλος της διεθνούς οργάνωσης στη Θεσσαλονίκη, εθελοντές που προσφέρουν από διάφορα πόστα, δωρητές αλλά και μέλη της διοίκησης της οργάνωσης υπογράμμισαν την τεράστια σημασία της εθελοντικής προσφοράς, είτε σε επίπεδο προσφοράς εργασίας, είτε με τον οβολό του κάθε ιδιώτη, ακόμη και με την ελάχιστη συνεισφορά. «Εσείς είστε ο πρώτος κρίκος της αλυσίδας», ανέφερε η κ. Χουρίδου. «Εσείς μας βοηθάτε να κάνουμε όσα κάνουμε», τόνισε. Εξάλλου, όπως υπογράμμισε δείχνοντας φωτογραφίες από τις εννέα αποστολές στις οποίες συμμετείχε από το 2008, «θέλω να αισθανθείτε ό,τι δείτε σαν δικό σας. Στην ουσία όλα αυτά που κάνουμε εμείς εκεί τα κάνουμε λόγω της δικής σας προσφοράς. Αυτοί οι ασθενείς είναι δικοί σας ασθενείς, αυτά τα χειρουργεία είναι δικά σας χειρουργεία. Μέχρι και τα ρούχα που φοράμε μέσα στα χειρουργεία και τα παπούτσια μας».
Κάπως έτσι έχει, πράγματι, η κατάσταση, μιας και η οργάνωση, για να διαφυλάξει την ανεξαρτησία της και να ορίζει η ίδια τη διάθεση των κονδυλίων της, έχει πολύ αυστηρούς κανόνες αναφορικά με τη χρηματοδότησή της. Οι πρόσφορες και οι δωρεές που δέχεται προέρχονται σχεδόν στο σύνολό τους από ιδιώτες, ενώ σε περίπτωση που δεχθεί κάποια θεσμική προσφορά, αυτή δεν μπορεί να ξεπεράσει το 20% του συνολικού ποσού που θα συγκεντρωθεί. Φέτος, μάλιστα, στην Ελλάδα, σύμφωνα με την πρόεδρο του ελληνικού τμήματος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, Ιωάννα Παπάκη, το 100% των χρημάτων που συγκεντρώθηκαν προέρχονταν από ιδιώτες.

Γενόσημα
To κλείδωμα των πατεντών για 20 – πλέον – χρόνια δυσκολεύει πολύ τις ανθρωπιστικές οργανώσεις στην προσπάθειά τους να θεραπεύσουν όσο περισσότερες ασθένειες με τους περιορισμένους πόρους που διαθέτουν. Πολλές φορές οι φαρμακοβιομηχανίες, οι οποίες, πάντως, δαπανούν τεράστια ποσά στην έρευνα και την παραγωγή φαρμάκων, όταν λήξει μια πατέντα αλλάζουν λίγο τη σύσταση του φαρμάκου και αιτούνται νέας πατέντας, ουσιαστικά «φυλακίζοντας» μια θεραπεία για δεκαετίες σε κόστη απαγορευτικά, ιδιαίτερα για τους φτωχότερους πληθυσμούς. Σύμφωνα με την κ. Παπάκη, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουν ξεκινήσει καμπάνια για την πρόσβαση στα βασικά φάρμακα, για τη χρήση, δηλαδή, των αντιγράφων φαρμάκων, με αποτέλεσμα το κόστος να μειώνεται δραματικά. Όπως είπε, χαρακτηριστικά, η χρήση αντιρετροϊκών φαρμάκων για έναν ασθενή με HIV/AIDS στοίχιζε ετησίως 2.000 δολάρια, ενώ τώρα το κόστος αυτό έχει πέσει στα 150 δολάρια. «Σε ό,τι αφορά την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων, ουδέποτε τέθηκε κάποιο ερωτηματικό. Θα ήταν προβληματικό, ως παγκόσμια ιατρική οργάνωση, να χρησιμοποιούσαμε δεύτερης κατηγορίας ή αναποτελεσματικά φάρμακα. Όλα τα φάρμακα που προμηθευόμαστε περνάνε από όλους τους ποιοτικούς ελέγχους και από τα στάνταρ του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας», πρόσθεσε.

Όλοι μπορούν να συνεισφέρουν
Όπως υπογράμμισε ο Τασος Γραικός, εθελοντής τεχνικός, δεν είναι απαραίτητο να είναι κανείς γιατρός για να γίνει εθελοντής στην οργάνωση. Όλες οι ειδικότητες είναι απαραίτητες, ώστε μια αποστολή να προχωρήσει όπως πρέπει. «Έχουμε τεχνικούς, οικονομολόγους, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους και τα πάντα στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Οι γιατροί μόνοι τους, χωρίς αυτοκίνητα, χωρίς ρεύμα, χωρίς προστασία, χωρίς προμήθειες, εργαλεία και φάρμακα δεν θα μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα», ανέφερε ο κ. Γραικός. Παρότι το βασικό έργο ανήκει στους γιατρούς, οι τεχνικοί δρουν υποστηρικτικά και επιτελούν ζωτικής σημασίας έργο για τη συνέχιση των αποστολών. Πρόσφατα απαιτήθηκε η συμβολή ψυχολόγων για την υποστήριξη ενός πατέρα, η ιστορία του οποίου δεν δημοσιοποιήθηκε από τα μέσα ενημέρωσης. «Ένα παιδί περίπου δέκα ετών από το Ιράν και η μητέρα του πέθαναν από το κρύο στον Έβρο, επειδή ο πατέρας προσπαθώντας να τους σώσει συνελήφθη από την αστυνομία και λόγω έλλειψης μεταφραστή δεν έγινε κατανοητός από τις αρχές». Οι δύο άτυχοι μετανάστες έμειναν για τρεις μέρες στο κρύο και βρέθηκαν νεκροί. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα προσέφεραν βοήθεια στον πατέρα, τόσο ψυχολογική όσο και διαδικαστική, ώστε να μπορέσει να πάρει τις σορούς της συζύγου και του γιου του για να τους κηδέψει.
«Όταν βρίσκεσαι σε μια εμπόλεμη ζώνη, πολλές φορές νιώθεις μοναξιά και φόβο», τόνισε η κ. Χουρίδου. «Παίρνεις, όμως, κουράγιο από τους ανθρώπους που συναντάς εκεί, γιατί βλέπεις πως εκείνοι, παρότι υποφέρουν όσο υποφέρουν, γαντζώνονται στη ζωή και έχουν το κουράγιο και την ελπίδα για να συνεχίσουν». Από την πλευρά του, ο κ. Γραικός υπογράμμισε πως «αυτό που ήθελα να δώσω όταν άρχισα να συνεργάζομαι με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα ήταν ένα κομμάτι από την ευτυχία μου. Μεγάλωσα πολύ όμορφα, είχα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, κατάφερα και σπούδασα και έγινα ό,τι καλύτερο μπορούσα να γίνω. Ήθελα, λοιπόν, να δώσω πίσω ένα κομμάτι από την ευτυχία μου».

Ο βασιλιάς της μπούρδας

Είναι ο βασιλιάς της μπούρδας. Ζει στη σπηλιά του, θα σου πει όμορφα πράγματα για να σε κάνει να συμπεριφερθείς όπως πρέπει. Γνωρίζει τα κόλπα του επαγγέλματος, έχει όλα τα παιχνίδια του σε παράταξη.

Καλό θα είναι να προσέχεις τι κάνεις, καλό θα είναι να προσέχεις τι λες. Γιατί θα έρθει για εσένα και θα σε πάρει πολύ μακριά.

Είναι καλυμμένος με πικραλίδες, για να σου δείξει πως είναι ευαίσθητος. Κροταλίζοντας το φίδι του θείου και όλων όσων νόμιζες πως πίστευες, πλέκοντας νήμα και δαντέλα πάνω και κάτω στις σχισμές του προσώπου σου.
Καλό θα είναι να προσέχεις τι κάνεις, καλό θα είναι να προσέχεις τι λες. Γιατί θα έρθει για εσένα και θα σε πάρει πολύ μακριά.

Πρόσεχε τι θα πεις. Έτσι μπράβο, δώσε μου κάτι να πιστέψω.
Αυτή είναι μόνο η αρχή για μένα και για σένα.
Είναι ο βασιλιάς της μπούρδας, δεν ξέρεις τι εννοώ; Είναι ο βασιλιάς της μπούρδας,  ξέρεις τι εννοώ!

Καλό θα είναι να προσέχεις τι κάνεις, καλό θα είναι να προσέχεις τι λες. Γιατί θα έρθει για εσένα και θα σε πάρει πολύ μακριά.

Πρόσεχε τι θα πεις… Πρόσεχε τι θα πεις!
Είναι ο βασιλιάς της μπούρδας!

Τι; Εγώ απλά μετέφρασα ένα αγαπημένο τραγούδι της απόλυτης θεάς, Juliette Lewis… Εσύ, που το  μυαλό σου πήγε κάπου αλλού, δεν φταίω ούτε εγώ ούτε η Juliette γι’ αυτό. Ίσως να πρέπει να σκεφτείς μήπως είναι η ώρα να αναθεωρήσεις κάποια πράγματα και να θέσεις άλλες προτεραιότητες, γιατί ως γνωστό, ο έχων τη μύγα… ξες εσύ!

Τα πρόστυχα τα μαύρα τα λεγόμενά σου

Σήμερα ήταν η πρώτη φορά που άκουσα από στόμα οποιουδήποτε ανδρός κάτι που επιτέλους ξεφεύγει από τα στενά όρια της απόλυτης ηλιθιότητας και τιποτολογίας που χαρακτηρίζει τον λόγο των ανίκανων αυτού του τόπου. Φυσικά και ειρωνεύομαι.
Σήμερα διάβασα τη συγκλονιστική ανακοίνωση του Έλληνα καλλιτέχνη, Νίκου Καρβέλα, περί «αποθρασυμένων αλλοδαπών» και εισήγησης Καρατζαφέρη. Από όπου και να το πιάσεις, ο άνθρωπος έχει απόλυτο δίκιο.
Φυσικά και ειρωνεύομαι.
Αλλά ίσως και όχι. Για να δούμε. Μίλησε για ηλιθιότητα και τιποτολογία, και μάλιστα μέσα στο κοινοβούλιο. ΟΚ, συμφωνούμε. Τους είπε και ανίκανους, οπότε με έχει στο πλευρό του. Επίσης, μίλησε για το «νόμιμο δικαίωμα των πολιτών αυτής της χώρας να προστατεύουν τη ζωή τους και τα υπάρχοντά τους». Ωραία τα λέει, αναμφίβολα.
Φυσικά και συμφωνώ. Εννοείται ότι οι πολίτες αυτής της χώρα θα πρέπει να έχουν το νόμιμο δικαίωμα να χρησιμοποιούν όπλα εναντίον των αποθρασυμένων αλλοδαπών, που κλέβουν, βιάζουν και δολοφον… ώπα… Στάσου… Τώρα, Νίκο, με έχασες λίγο…
Δεν είμαι και πολύ έξυπνη – μια ξύλινη κούκλα είμαι, στο κάτω – κάτω της γραφής. Αλλά δεν καταλαβαίνω αρκετά πράγματα από αυτή την απαίτηση. Οι πολίτες αυτής της χώρας θα έχουν το «νόμιμο δικαίωμα» να χρησιμοποιούν όπλα μόνο για να προστατεύουν τους εαυτούς και τα υπάρχοντά τους εναντίον μόνο των αποθρασυμένων αλλοδαπών, μόνο των αλλοδαπών, (ακόμη κι εκείνων που δεν είναι αποθρασυμένοι σε οποιοδήποτε βαθμό) μόνο εναντίον όσων κλέβουν, βιάζουν και δολοφονούν, ενώ, ας πούμε, αν κάνουν κάτι άλλο, όπως, για παράδειγμα (εντελώς τυχαίο) αν δείρουν κάποιον αθώο στον δρόμο ή κάτι τέτοιο, δεν θα είναι «νόμιμο» το δικαίωμα να χρησιμοποιούν όπλα;
Αν δεν είναι αλλοδαποί; Αν έρθει, δηλαδή, ένας Έλληνας μέσα στο σπίτι μου, με ληστέψει, με βιάσει και μετά με δολοφονήσει, ο άντρας μου θα έχει το «νόμιμο δικαίωμα» να χρησιμοποιήσει όπλα; Και αν είναι και αποθρασυμένος; Ακόμη περισσότερο τότε;
Φοβάμαι την ημέρα που θα κοιμάμαι στο κρεβάτι μου και θα ακούσω θόρυβο από το σαλόνι. «Ξύπνα», θα πω στον κ. Μαριονέτα, «κάποιος έχει μπει στο σπίτι!». Νυσταγμένος θα με κοιτάξει, θα κοιτάξει το ντουλάπι-οπλοστάσιό μας, θα κοιτάξει πάλι εμένα και θα ρωτήσει «Έλληνας ή ξένος; Για να ξέρω, να πάρω όπλο ή δεν μπορώ;». «Δεν ξέρω», θα απαντήσω, «αλλά πάντως αποθρασυμένος είναι. Έχει ανοίξει το ψυγείο και τρώει». «Να ζητήσω ταυτότητα;» θα με ρωτήσει εύλογα, και δεν θα ξέρω τι να του απαντήσω.
Ίσως αν ο Νίκος έβαζε και ένα τηλέφωνο κάτω από την ανακοίνωση, για διευκρινίσεις. Όπως, για παράδειγμα, τι θα πει «μάντρωμα των λαθρομεταναστών».
Βέβαια, έχει δίκιο ο Νίκος σε αρκετά πράγματα. Όπως, για παράδειγμα, το ότι «η χώρα αυτή βιάζεται καθημερινά από τα επίλεκτα τέκνα της, χρόνια τώρα». Και όχι μόνο πολιτικά – θα το πάω εγώ ένα βήμα παρακάτω – αλλά και κοινωνικά. Και πολιτιστικά, μην σου πω Νίκο μου. Από ανθρώπους που εκμεταλλεύτηκαν τον πολιτικό και κοινωνικό βιασμό ενός λαού από αυτά τα «επίλεκτα τέκνα», την ανάγκη του για εύκολη «τροφή» και έριξαν με τα ίδια τους τα χέρια το πολιτιστικό του επίπεδο, όχι σκάλες, αλλά χαράδρες χαμηλότερα. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ονόματα, όλοι έχουμε κάποιους στο μυαλό μας. Ε;
Πράγματι, η Ελλάδα διδάσκει τι είναι «έγκλημα και ατιμωρησία». Εξάλλου, σε όλον τον πλανήτη τα ρατσιστικά παραληρήματα με κάποιον τρόπο τιμωρούνται, αλλά όχι εδώ. Εκτός, ίσως, από το περιστασιακό γιαούρτωμα, εδώ κι εκεί. Αν και πιστεύω πως ο «ανώνυμος λαθρομετανάστης» σε αυτή την πολύπαθη, πια, κοινωνία δεν θα προκαλέσει τόση οργή.
Δύο μάστιγες εντοπίζει ο Νίκος Καρβέλας, δύο μάστιγες που ταλανίζουν την Ελλάδα. Η μία είναι οι λαθρομετανάστες. Η άλλη είναι η ανηθικότητα, η ασυδοσία και η ανικανότητα των περισσότερων πολιτικών της. Θα το γενικεύσω εγώ. Δεν είναι μόνο οι πολιτικοί πλέον ανήθικοι, ασύδοτοι και ανίκανοι. Έχει εξαπλωθεί το κακό σε πολλούς τομείς της κοινωνίας. Θα προσθέσω κι ένα ακόμη κακό, που ίσως δεν είναι τόσο βαρύ, αλλά «πονάει»: η αμετροέπεια.
Και φυσικά συμφωνώ με το Νίκο Καρβέλα στην αποστροφή του προς τις ετικέτες. Πράγματι, είναι μικρονοϊκό το να κολλάς ταμπέλες στους ανθρώπους. Να τους χαρακτηρίζεις «αριστερούς», «δεξιούς», «κεντρώους», «κεντροδεξιούς», «ακροδεξιούς», «εξωγήινους». «Αποθρασυμένους». «Βιαστές». «Κλέφτες». «Δολοφόνους».
Πράγματι, όπως και ο κομματισμός, έτσι και ο δογματισμός είναι για τους ηλίθιους. Είναι αλήθεια. Υπάρχει σωστό και λάθος, ηθικό και ανήθικο, δίκαιο και άδικο, αλήθεια και ψέμα. Απλά δεν ξέρω αν συμφωνούμε απόλυτα με τον Νίκο Καρβέλα όσον αφορά το τι ακριβώς είναι σωστό και τη είναι λάθος. Και τι ηθικό και τι ανήθικο. Και ούτω καθεξής. Και είναι πολλά αυτά που φέρνουν τη χώρα στην εξαθλίωση. Και ένα από αυτά είναι πράγματι η «ισοπεδωτική ηλιθιότητα» πολλών από τους «επιφανείς άνδρες».
Περαστικά μας…

Η ανακοίνωση

«Χθες ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που άκουσα από στόμα πολιτικού ανδρός κάτι που επιτέλους ξεφεύγει από τα στενά όρια της απόλυτης ηλιθιότητας και τιποτολογίας που χαρακτηρίζει τον πολιτικό λόγο των ανίκανων αυτών του κοινοβουλίου.
Μιλάω για τον Γιώργο Καρατζαφέρη και την εισήγησή του, εκτός του μαντρώματος των λαθρομεταναστών, να έχουν νόμιμο δικαίωμα οι πολίτες αυτής της χώρας να προστατεύουν τη ζωή τους και τα υπάρχοντά τους.
Να έχουν το νόμιμο δικαίωμα να χρησιμοποιούν όπλα εναντίον των αποθρασυμένων αλλοδαπών που κλέβουν, βιάζουν και δολοφονούν τις περισσότερες φορές ατιμωρητί.
Βέβαια αυτή η χώρα έχει συνηθίσει στον βιασμό της από τα επίλεκτα τέκνα της χρόνια τώρα, γιατί να ασχοληθεί με τους ανώνυμους αλλοδαπούς; Αυτοί είναι ένα απλό πταίσμα μπροστά στο παρατεταμένο  έγκλημα που βιώνει η Ελλάδα τουλάχιστον επί τρεις δεκαετίες.
Η υφήλιος γνωρίζει τι είναι «έγκλημα και τιμωρία». Η Ελλάδα διδάσκει στον υπόλοιπο κόσμο τι είναι το «έγκλημα και ατιμωρησία».
Και  επανέρχομαι στον Καρατζαφέρη που έθιξε το θέμα των λαθρομεταναστών που είναι μία από τις δύο μάστιγες της Ελλάδας είτε συμφωνείτε είτε όχι.
Η άλλη μάστιγα είναι η ανηθικότητα, η ασυδοσία και η ανικανότητα των περισσότερων πολιτικών της.
Δεν ασχολούμαι με τις ετικέτες που προσάπτει η κοινή γνώμη στους ανθρώπους. Το θεωρώ απόλυτα μικρονοϊκό.
Δεν με αφορά η ετικέτα «αριστερός», «δεξιός», «κεντρώος», «κεντροδεξιός», «ακροδεξιός». Δεν με νοιάζει αν ο κύριος Καρατζαφέρης είναι «εξωγήινος».
Ο δογματισμός είναι για τους ηλίθιους.
Ο κομματισμός είναι για τους ηλίθιους.
Ο ηλίθιος δογματισμός και ο κομματισμός έφεραν τη χώρα στην κατάσταση που βρίσκεται αυτή τη στιγμή.
Για μένα υπάρχει σωστό ή λάθος.
Ηθικό ή ανήθικο.
Δίκαιο ή άδικο.
Αλήθεια ή ψέμα.
Οι καιροί αλλάζουν.
Οι άνθρωποι αλλάζουν.
Το σύνταγμα και οι νόμοι θα έπρεπε να αλλάζουν και να αναπροσαρμόζονται στις απαιτήσεις των καιρών.
Η μετριοπαθής πολιτική και η εθελοτυφλία των ηλίθιων και ανίκανων αυτού του κοινοβουλίου, οδηγεί μόνο στην καταστροφή αυτής της χώρας και τη συνεχή ταπείνωσή της.
Οι ακραίες καταστάσεις απαιτούν και ακραίες λύσεις. Ακραία πνεύματα.
Δυστυχώς όμως δεν φτάνει μόνο ένας Καρατζαφέρης, χρειάζονται πολλοί περισσότεροι για να βρει η έννοια της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας και την πρακτική της σημασία…
Έστω όμως και σαν απλή εισήγηση που δεν θα βρει ποτέ της ευήκοα ώτα και θα θαφτεί για πάντα κάτω από την ισοπεδωτική ηλιθιότητα των ισχυρών και των πολλών, στα δικά μου τα αυτιά ακούστηκε σαν ήχος αναστάσιμος…»

Βρεγμένο το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, αλλά όχι… μούσκεμα

Είναι εκείνη η γοητεία μιας πόλης που κρύβεται πίσω από τα σύννεφα και τις σταγόνες της βροχής που μαγεύει πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο. Το κατάλαβα αυτό σήμερα, καθώς περπατούσα μες στη μουντάδα για να κατέβω προς το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ. Η βροχή δεν σταμάτησε καθόλου όλη τη μέρα, τα σύννεφα έκαναν το μεσημέρι να φαίνεται σαν αργά-το-απόγευμα και ο κόσμος λιγοστός στην παραλιακή. Κι όμως, η Θεσσαλονίκη δύσκολα χάνει τη σαγήνη της.
Το διαπίστωσα καθώς περπατούσα κάτω από την ομπρέλα μου – ναι, με τα δόντια μου να χτυπάνε από την υγρασία – καθ’ οδόν για το λιμάνι. Το 14ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης ξεκίνησε την Παρασκευή και γέμισε πάλι με κόσμο το λιμάνι, το Ολύμπιον αλλά και τα καφέ της πόλης. Αν είστε από εκείνους που λένε «εμένα μου τη δίνουν οι ψευτο-διανοούμενοι με τα φουλάρια και τα περίεργα κουρέματα» να ξέρετε ότι για ένα πείσμα χάνετε μια πολύ καλή ευκαιρία να έρθετε σε επαφή με το έργο δημιουργικών μυαλών από όλον τον πλανήτη.
Το ίδιο ισχύει και για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου.
Όχι, δεν είναι όλα  τα ντοκιμαντέρ καλά. Αργά το απόγευμα του Σάββατου είδαμε ένα ντοκιμαντέρ- ελληνικό –, το οποίο δεν πρόσφερε σε κανέναν τίποτα. Από όπου και αν το ξεκινούσε ο δημιουργός και όπου και αν το τελείωνε, θα ήταν το ίδιο, μιας και δεν είχε αρχή, μέση και τέλος. Δεν κατέληξε σε κανένα συμπέρασμα, δεν απέδειξε τίποτα, ενώ κατά τη διάρκεια των 81 (ναι, ναι) λεπτών που παιζόταν χάθηκε παντελώς η μπάλα, το νόημα και κάθε είδους συνέχεια. Και διαβάζοντας την περιγραφή στο βιβλιαράκι, μπερδευτήκαμε εντελώς. Άλλά λόγια να αγαπιόμαστε.
Αυτό, όμως, είναι μια εξαίρεση και μην την αφήνετε να σας αποθαρρύνει. Πάρτε το πρόγραμμα και βρείτε τι σας αρέσει. Αν με ρωτάτε, ρίξτε μια ματιά στο τμήμα Ανθρώπινα Δικαιώματα ή Όψεις του Κόσμου, πάντα έχει κάνεις κάτι να μάθει από αυτές τις προσπάθειες.

Urban Survivors - Humanitarian Challenges of a Rising Slum Population

Σήμερα το μεσημέρι εγκαινιάστηκε και η εξαιρετική έκθεση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, Urban Survivors – Επιβιώνοντας στις παραγκουπόλεις του κόσμου, στον χώρο του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης στο Λιμάνι. Πρόκειται για μια σειρά φωτογραφιών από τις μεγαλύτερες παραγκουπόλεις του κόσμου, στη Ντάκα, το Καράτσι, το Γιοχάνεσμπουργκ, το Πορτ-ο-Πρενς και το Ναϊρόμπι, μια απεικόνιση της καθημερινότητας και των αναγκών των ανθρώπων που ζουν εκεί και των αναγκών που ανακύπτουν μέρα με την ημέρα. Γίνεται σαφής η μεγάλη προσπάθεια που καταβάλλουν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα αλλά και άλλες οργανώσεις για να βοηθήσουν εκατομμύρια ανθρώπους, και ίσως μας δώσει ένα χεράκι να θέσουμε σωστά τις προτεραιότητές μας. Λέω εγώ τώρα…
Περάστε μια βόλτα, η είσοδος είναι δωρεάν. Πάρτε και το πρόγραμμα.