Το βαρετό σου παλτό

Αναρωτιόμουν τις προάλλες, πόσες φορές, άραγε, μπορεί να δεις μια γυναίκα να φοράει το ίδιο αδιάφορο γκρι παλτό, ψαροκόκαλο, με μεσαία μαύρα κουμπιά και ίδια ζώνη για τη μέση, να έχει τα μαλλιά της πιασμένα με τον ίδιο τρόπο (μαζεμένα τα μισά, ξυσμένα στην κορυφή για να έχουν λίγο όγκο και κατά τα άλλα εντελώς ίσια) και να μην την πιάσεις από το μπράτσο, την ταρακουνήσεις και της πεις «βρες κάπου, κάπως, ένα γούστο! Έστω και κλεμμένο!».
Τρεις. Η απάντηση είναι «τρεις».
Η εν λόγω κυρία δεν είναι ένας συμπαθητικός άνθρωπος. Από εκείνες της μετριοτάτης ευφυΐας, αλλά καθόλου μετριοτάτης «σκυλοφροσύνης». Ξέρεις. Το being a bitch που λέμε στο χωριό μου. Τις έτοιμες να ειρωνευτούν όταν στερεύουν από επιχειρήματα, που θα ανεβάσουν τα ντεσιμπέλ αλλά και τη συχνότητα της φωνής όταν δουν πως χάνουν το παιχνίδι, που αν μιλήσουν περισσότερο από ένα πεντάλεπτο εκτίθενται ανεπανόρθωτα και που έχουν μια καλή θεσούλα χάρη σε μια πλούσια γνωστή, την οποία έχουν δεσμευτεί να εξυπηρετούν σε όλες τις λαμογιές τους. Όλοι γνωρίζουμε μια τέτοια.
Εγώ είχα την ατυχία να βρεθώ στο ίδιο δωμάτιο με μία, και μάλιστα τρεις φορές. Άλλο κακό να μην με βρει.
Την πρώτη φορούσε αυτό το παλτό. Δεν το έβγαλε ούτε για ένα δευτερόλεπτο – ήταν Γενάρης, όμως, και ίσως κρύωνε. Κάτω από το παλτό, που φτάνει μέχρι μόλις κάτω από το γόνατο, ξετρύπωνε δειλά δειλά ένα χοντρό μαύρο καλσόν, το οποίο συνοδευόταν από ένα μαύρο μποτίνι. Λίγο χοντροκομμένο. Εντάξει, αφήνω την καλοσύνη στο πλάι: αρκετά χοντροκομμένο. Το μαύρο μποτίνι, που συνόδευε το μαύρο καλσόν, το γκρι παλτό και τα μαύρα μαλλιά, έφερε στο πλάι τρεις… γουλβερίνιες νυχιές, χρώματος… έλα… πες το… σωστά! Γκρι! Το τακούνι ούτε ψηλό, ούτε κοντό (μην της πει, κατά λάθος, κάποιος ότι πήρε μια απόφαση σε θέματα γούστου!), ούτε χοντρό, ούτε λεπτό. Μεσαίο ύψος, μεσαίο πάχος.
Τη δεύτερη φορά, δεν την είδα καν. Παρόλο που στην αίθουσα όπου βρισκόμουν της είχε δοθεί μια θέση μπροστά μπροστά, και δεν είχε κάνει σχεδόν καμία αλλαγή σε αυτά που φορούσε, διέφυγε της προσοχής μου, και την παρατήρησα, τελικά, μετά από περίπου μία ώρα, και αυτό γιατί περνώντας από δίπλα μου, μου έριξε μία στον ώμο που αναγκάστηκα να κάνω μασάζ για δέκα μέρες! Το παλτό ίδιο. Εξ όσων μου είπαν, και πάλι δεν το αποχωρίστηκε, σε βαθμό που αρχίσαμε να πιστεύουμε πως από κάτω δεν φοράει τίποτα. Μια κίνκι κατάσταση, που ίσως λειτουργεί καλά στην προσπάθειά της να αποκολλάται από την πραγματικότητα και να ξεχνάει πως αυτοί που έχει μπροστά της είναι άνθρωποι πραγματικοί, με συγκεκριμένη πορεία και δράση και, βασικά, πραγματικές ζωές! Κάτω από το αγαπημένο της παλτό, το – προφανώς – αγαπημένο της χοντρό μαύρο καλσόν, το οποίο, ωστόσο, εκείνη τη φορά το είχε «στολίσει» με μια γόβα. Μαύρη, φυσικά. Πολύ μυτερή. Με μεσαίο λεπτό τακούνι. Πολύ μυτερή. Το είπα ξανά; Δεν πειράζει, ας το πω και μια τρίτη, για να τονίσω ότι η γόβα ήταν εντελώς και απελπιστικά μυτερή. Α, και πολύ χαμηλή από το πλάι. Και τόσο ταλαιπωρημένη, που ξαφνικά είχες εικόνα της να σκάβει βαθιά κάπου στα ορυχεία του Βελγίου. Για το μαλλί, δεν συζητάμε. Ίδιο.
Την τρίτη φορά που την είδα, ντυμένη ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, ήταν πια Μάρτιος. Ο ήλιος έξω έλαμπε μεγαλοπρεπής, οι αμυγδαλιές άνθιζαν δικαιολογημένα, και η δεσποινίς Άνοιξη, ντυμένη με ένα άσπρο αιθέριο (μάλλον Marchesa) φόρεμα μας χτυπούσε παιχνιδιάρικα το τζάμι και μας καλούσε να χαρούμε τη ζέστη. Εκείνη, εκεί. Αγκαζέ με τον χειμώνα και τη μουντάδα. Με το ίδιο παλτό, κουμπωμένο μέχρι τον λαιμό. Από κάτω, ένα μαύρο κολάν (φοβάμαι να σκεφτώ τι συνέβη στο Καλσόν) και ένα πιο ψηλό μαύρο μποτάκι, φαρδύ με πλεκτό κορμό μέχρι την αρχή της γάμπας και λίγο πιο ψηλό τακούνι από ό,τι περιμέναμε ότι θα επέλεγε ποτέ. Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι τα μποτάκια ήταν δώρο.
Τα μαλλιά πάντα ίδια.
Όπως και η συμπεριφορά, βέβαια. Σκεφτόμουν ότι ίσως είναι απαραίτητο αυτό το επίπεδο εμφανισιακής συνέχειας σε κάποιους ανθρώπους, που έχουν τον φόβο πως, επειδή δεν έχουν κάτι να προσφέρουν ως άτομα, σε περίπτωση που αλλάξουν κανένας δεν θα τους αναγνωρίσει. Δίνουν, λοιπόν, την ευκαιρία στους γύρω τους, αντί να σκεφτούν «αυτή, άραγε, είναι η Τάδε;;», να πούνε με σιγουριά: «Α, ναι, το γκρι παλτό…».
Δεν είναι, όμως, μεγαλύτερη δυστυχία το ότι αυτό το «α, ναι, το γκρι παλτό…» θα το συνοδεύσει μια σκέψη του τύπου «γαμώτο… από πού να φύγω για να μην με δει;;» ή κάτι σαν «θα πω ότι έχω μια βάπτιση, για να την κάνω όσο το δυνατόν γρηγορότερα»;
Και μένεις εσύ, μετά, κοπελιά, μόνη στο σαλόνι σου, φορώντας το γκρι παλτό σου, καθισμένη στον καναπέ αγκαλιά με το τηλεκοντρόλ να βλέπεις Θέμο από dvd και να πίνεις βότκες πάνω από ένα κινητό, που δεν χτυπάει ποτέ, παρά μόνο όταν σε θυμάται ο φαρσέρ που παίρνει από απόκρυψη και γελώντας σου φτύνει τον μεγαλύτερό σου φόβο: «θα είσαι πάντα μόνη σου, κάνεις δεν σε αγαπάει, γιατί δεν είσαι καλός άνθρωπος».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s