Πράγματα που μ(π)αθαίνει κανείς στην παρέλαση

Μεγαλώνοντας σε ένα σπίτι όπου καμία άποψη, όσο διαφορετική και αν ήταν, δεν αποσιωπήθηκε ποτέ και όπου, ό,τι θέλαμε, αν και εφόσον επιχειρηματολογούσαμε επαρκώς υπέρ του, μπορούσαμε να το πράξουμε, μάθαμε να νιώθουμε, όχι υπερήφανοι – περίεργη κουβέντα είναι αυτή – αλλά ασφαλείς και ήρεμοι με αυτό που είμαστε.  Μάθαμε να κατανοούμε πως οι ελευθερίες μας φτάνουν μέχρι εκεί που ξεκινούν οι ελευθερίες του άλλου. Πως όλοι έχουμε ακριβώς τα ίδια δικαιώματα και πως κανένας δεν γεννήθηκε πιο «ίσος» και πιο «έξυπνος» από τους άλλους και πως πάντοτε θα πρέπει να προσέχουμε να μην ενοχλούμε τους δίπλα – αλλά και να μην δεχόμαστε όλα όσα μας σερβίρουν.
Πολύ «Ελληνάρες» δεν είμαστε. Αγαπάμε τη χώρα που μας μεγάλωσε, πάντα εντός λογικών πλαισίων και αναγνωρίζοντας τα καλά και τα στραβά της. Δεν την προσβάλλουμε ποτέ και πάντοτε βρίσκουμε τρόπο να την υπερασπιζόμαστε σε συζητήσεις με φίλους από το εξωτερικό, που αναρωτιούνται τι ακριβώς γίνεται στην Ελλάδα και γιατί φτάσαμε σε αυτά τα χάλια. Αναγνωρίζουμε, επίσης, το δικαίωμα των άλλων – των «βάρβαρων», των ξένων – να κάνουν το ίδιο.
Αυτά φαίνεται πως μας έχουν κάνει λίγο παράξενους.
Πριν από περίπου έναν χρόνο προστέθηκε στην οικογένεια ένα ακόμη μέλος. Η πρώτη του εθνική γιορτή ήταν πέρσι τον Μάρτιο, αλλά ήταν πολύ μικρούλης ακόμη για να μπει σε τόσο κόσμο και σε τόση φασαρία, οπότε έτυχε η πρώτη του επαφή με την «εθνική ανάταση και υπερηφάνεια» να είναι τον περασμένο Οκτώβριο, στην παρέλαση.
Ντύθηκε ο Σπόρος τα καλά του, μπήκε στο γιορτινό καρότσι και ξεχυθήκαμε, γιαγιά, παππούς, μάνα, πατέρας κι εγώ – νουνά και θεία, νουνεία – στους δρόμους για να ζήσει ο μπέμπης αυτή την εμπειρία. Κυρίως για το πανηγύρι, για τις μουσικές, γιατί τα παιδάκια παραδοσιακά αγαπούν τις γιορτές.
Στη συνοικιακή παρέλαση, την οποία επιλέξαμε, ο κόσμος ήταν πολύς από νωρίς. Σκοινιά είχαν δεθεί από τις δύο πλευρές του δρόμου, για να δείχνουν στον κόσμο μέχρι που επιτρεπόταν να σταθεί ώστε να μην ενοχλεί τα «περήφανα νιάτα» που θα επεδείκνυαν τα κάλλη τους στους γονείς, φίλους και γείτονές τους, η εξέδρα των επισήμων είχε στηθεί και γέμιζε σιγά- σιγά κι εμείς οι πεντέμισι βρήκαμε ένα σημείο πίσω από τα σκοινιά για να μην ενοχλούμε και σταθήκαμε. Δύο λεπτά αργότερα ήρθε μια κοπέλα με την κόρη της και στάθηκε δίπλα μας. Το κοριτσάκι, γύρω στα πέντε, ομορφούλι, ντυμένο με τα καλύτερά του (φαντάζομαι) ρούχα, και μια ελληνική σημαιούλα στο χέρι. Η μαμά της όμορφη, καλοντυμένη και χτενισμένη, νέα με ταλαιπωρημένο βλέμμα*, τη χάιδευε συνεχώς και της εξηγούσε. «Από εδώ θα περάσουν τα παιδιά, θα δούμε και τους προσκόπους και τους ναυτοπροσκόπους, αυτός ο κύριος είναι αστυνομικός, φροντίζει να υπάρχει ηρεμία, εκεί θα κάτσουν οι σημαντικοί άνθρωποι της γειτονιάς και θα δουν καλύτερα την παρέλαση» και ούτω καθεξής.
Σιγά- σιγά άρχισε το πλήθος να πυκνώνει. Το κοριτσάκι κουνούσε τη σημαία του κάθε φορά που περνούσε κάποιος από μπροστά, ενώ και ο δικός μας είχε ανασηκωθεί στο καρότσι του, και έδειχνε με το δάχτυλο τον κόσμο. Μια άλλη κυρία από δίπλα είπε «γιατί δεν βάζετε τα παιδάκια μπροστά από το σκοινί, για να βλέπουν καλύτερα;». Τόσο εγώ – ως νουνεία κρατούσα το καρότσι – όσο και η μαμά του κοριτσακίου ευχαριστήσαμε την κυρία για την προτροπή, ωστόσο δεν θέλαμε να ενοχλούμε. «Καλά είμαστε κι εδώ, δεν μας ενοχλεί τίποτα, δεν υπάρχει λόγος».
Η ώρα περνούσε και κάποια στιγμή εμβατήρια γέμισαν τον χώρο και η παρέλαση άρχισε. Πέρασε η πρώτη σειρά από «περήφανα νιάτα», το κοριτσάκι κουνούσε μανιωδώς τη σημαία και ο δικός μας είχε σηκώσει το χέρι ψηλά και ρητόρευε «ου! Ου! Ωωωωωωωω! Ααααααα!» και άλλα παρόμοια δείγματα βρεφικής σοφίας. Το κοριτσάκι χειροκροτούσε και η κυρία από τα μεγάφωνα ανακοίνωνε προσκόπους, ναυτοπροσκόπους και δημοτικά σχολεία.
Τότε ήταν που εμφανίστηκε μέσα από το πλήθος, μεταξύ τρίτου και τέταρτου δημοτικού σχολείου. Πατέρας, με τη σύζυγο και τα τρία παιδιά του, γύρω στα 10, γύρω στα 8 και γύρω στα 6. Πενταμελής οικογένεια που έφτασε στην παρέλαση με καθυστέρηση – παρότι και η παρέλαση ξεκίνησε με καθυστέρηση – αλλά δεν ένιωθε πως αυτό σήμαινε πως έπρεπε να έχει άσχημη θέση στο πλήθος. Η θέση τους, εξάλλου, ήταν εκεί και τους περίμενε: ο πατέρας μπροστά στο κοριτσάκι, η μητέρα μπροστά στο καρότσι και τα παιδιά τους μπροστά σε αυτούς (για να βλέπουν όλοι – ιδιοφυές).
«Συγνώμη», τον χτύπησε η μητέρα του κοριτσακίου απαλά στον ώμο «αλλά μπορείτε να κάνετε λίγο πιο πέρα για να βλέπει και η κόρη μου την παρέλαση;». Εκείνος γύρισε, την κοίταξε με γνήσια – ομολογουμένως – απορία και τη ρώτησε «τι εννοείτε;».
Τι εννοείτε… Δεν αντιλαμβανόταν πως η παρουσία του κάπου μπορεί να ενοχλεί. Εξάλλου είχε φορέσει το καλό του σακάκι, προφανώς για να έχει κάτι όμορφο να κοιτάει όποιος βρεθεί πίσω του.
«Εννοεί ότι καθίσατε και οι δύο μπροστά σε δύο παιδάκια, και μάλιστα μπροστά από τα σκοινιά», συνεισέφερα εγώ στη συζήτηση.
«Εσύ πάλι τι χώνεσαι, ποιος σε ρώτησε;» ανταπάντησε εκείνος, μάλιστα σηκώνοντας το δεξί χέρι ακριβώς μπροστά στο πρόσωπό μου, δείχνοντάς με περιφρονητικά. «Σας παρακαλώ, να είστε πιο κόσμιος και να κάνετε λίγο στο πλάι για να βλέπουν τα παιδάκια, γιατί αυτό είναι το νόημα», ζήτησε η μητέρα μου, αφελώς.
«Ρε άντε παρατήστε με, ήρθα με την οικογένειά μου να δω την παρέλαση και έπεσα επάνω σας, για κάντε μου τη χάρη», ήταν η αφοπλιστική του απάντηση.
Ο χαμός που ακολούθησε από τους γύρω δεν μας αφορούσε πια. Χαιρετίσαμε την κυρία και το κοριτσάκι, οι οποίες είχαν ήδη αρχίσει να φεύγουν και αποχωρήσαμε. Είχαμε γιορτάσει επαρκώς το αθάνατον του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, το οποίο, δυστυχώς, στον «κύριο», την «κυρία» και – κατ’ επέκταση και ως φυσικό επακόλουθο, φαντάζομαι – στα τρία τους παιδιά έχει πεθάνει από καιρό. Κανένας αστυνομικός που φρόντιζε να τηρηθεί η τάξη δεν παρενέβη ενώ, όσο προχωρούσαμε προς τα πίσω, ακούσαμε γιούχες και συνθήματα κοντά στην εξέδρα των επισήμων. Προσπάθησα να φανταστώ τι θα είχε να πει ο «κύριος» για τις γιούχες. Συμφωνούσε άραγε με όσους διαμαρτύρονταν για την καταστροφή της πατρίδας, ή εκνευριζόταν γιατί κάποιος του χάλασε την παρέλαση;

Σήμερα ο μπέμπης μας δεν πήγε στην παρέλαση. Αν θέλουμε, μπορούμε να του μάθουμε κι εμείς να είναι αγενής, εκνευριστικός, φαταούλας και εγωιστής. Δεν χρειάζεται, τώρα που καταλαβαίνει, να το μαθαίνει από τους ξένους.

 

*Αργότερα αντιλήφθηκα πως μάνα και κόρη ήταν μόνες σε όλη τη διάρκεια του επεισοδίου. Αμφότερες ντυμένες στα μαύρα από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Μέχρι και τα μαλλιά, όπου το κοριτσάκι φορούσε δύο μαύρες κορδελίτσες. Δεν έχει, βέβαια, πολλή σημασία για το επεισόδιο… 

Advertisements

2 responses

    • Τώρα που έχουμε τον μπέμπη μας τρομάζει όλο και περισσότερο το ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι τόσοι πολλοί! Ελπίζω μόνο τα παιδιά τους να κάνουν καλές παρέες. Ίσως βοηθηθούν λίγο, ποτέ δεν είναι αργά. Εγώ έχω πάρει κάτι από όλους μου τους φίλους :Ρ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s