Και οι Έλληνες προδίδουν τους Έλληνες – a.k.a. η αληθινή ιστορία του παππού μου

Με τα χέρια σταυρωμένα κάτω από το πηγούνι του, κοιτούσε την ανοιχτή θάλασσα μπροστά του και προσπαθούσε να διασκεδάσει μια ελαφριά ανησυχία που σιγόβραζε μέσα του. Ένας από τους ναύτες του δεν είχε μπαρκάρει χωρίς να ειδοποιήσει, και κάτι τέτοιο δεν συνηθίζεται. Οι ναυτικοί τιμούν το ψωμί τους, γιατί το βγάζουνε με πολύ κόπο και αμέτρητες θυσίες. Έλειπε και ο έμπιστός του, του είχε δώσει άδεια να μην μπαρκάρει. Για την ακρίβεια, τον είχε υποχρεώσει σχεδόν να μην μπαρκάρει, γιατί τον χρειαζόταν η οικογένειά του. Η γυναίκα του μόλις είχε χάσει τα πρόωρα δίδυμα που είχε γεννήσει, και όφειλε να μείνει στο πλάι της γι’ αυτό το ταξίδι. Τα λεφτά θα του τα έδινε ούτως ή άλλως, δικά του ήταν, εξασφαλισμένα. Εκείνος ήθελε να βοηθήσει, όχι μόνο στο ταξίδι, αλλά και στον «σκοπό». Αλλά κάποια πράγματα πρέπει να μπαίνουν πάνω από όλα.

Σκέφτηκε τους «λαθρεπιβάτες» που είχε κρύψει στα αμπάρια. Αγωνιστές της αντίστασης, που τους παραλάμβανε σε κάθε τέτοιο ταξίδι από τα τουρκικά παράλια και τους έβαζε λαθραία στη χώρα. Το σχέδιο ήταν αλάνθαστο, το είχαν καταστρώσει τέλεια με τον Έμπιστο. Οι Γερμανοί τους έδιναν όσο καύσιμο χρειάζονταν για να φτάσουν στον Πειραιά. Εκείνοι στα ανοιχτά άνοιγαν πανιά και φύλαγαν το πετρέλαιο για να κάνουν μεγαλύτερο ταξίδι. Έφταναν στα παράλια, φόρτωναν τους αντιστασιακούς και τους «ξεφόρτωναν» στα λιμάνια που έπιαναν για να συνεχιστεί ο αγώνας. Ο καθένας βοηθούσε από το μετερίζι του.

Είχε μάθει να βοηθάει και να βοηθιέται, από παιδί, όταν, 13 χρονών, η μητριά του είπε: «είσαι πια μεγάλος κι εμείς φτωχοί. Θα πρέπει να βρεις τον δρόμο σου μόνος σου» και τον ανέβασαν για πρώτη φορά στα καράβια. Ήταν άξιος, έπιαναν τα χέρια του και δεν χάθηκε. Στον στρατό μάζευε τα τσιγαρόχαρτα που πετούσαν οι άκαπνοι και τα πουλούσε σε όσους κάπνιζαν. Έκανε έτσι χρήματα και άρχισε την πρώτη του επιχείρηση. Από το τίποτα έφτασε σε μερικά χρόνια να αγοράσει το πρώτο του καράβι. Και λίγο αργότερα να βάλει τα σκαριά για το δεύτερο. Στο χωριό του όλοι έπιναν πια νερό στο όνομά του, αφού τα περισσότερα σπίτια είχαν εξαιτίας του φαγητό στο τσουκάλι. Και το πλήρωμά του τον αγαπούσε. «Αυτή είναι η περιουσία μου» θύμιζε συνέχεια στον εαυτό του, αλλά μετά δούλευε ακόμη πιο σκληρά, γιατί πίσω στη Θεσσαλονίκη είχε μια γυναίκα με ένα παιδί στην κοιλιά.

Με τον διάολο να του τριβελίζει το μυαλό γύρισε στην καμπίνα του και προσπάθησε να κοιμηθεί, αλλά ύπνος δεν τον έπιασε. Έτσι, άυπνο τον βρήκε το ξημέρωμα, και άυπνος ήταν όταν έπιασαν λιμάνι. Άυπνο τον συνέλαβαν οι Γερμανοί, που είχαν μάθει και τους περίμεναν. Άυπνος κατάλαβε πως Έλληνας, συγχωριανός, βοηθημένος, φίλος ήταν αυτός που τους πρόδωσε.

Καταδικάστηκαν όλοι σε θάνατο από τον Γερμανό δικαστή του δικαστηρίου της Θεσσαλονίκης, μια ποινή που αργότερα μετατράπηκε σε ισόβια. «Τι πειράζει, ρε», είπε στο πλήρωμά του. «Ποια ισόβια, δεν θα μείνουν εδώ αυτοί για πάντα. Μέχρι να φύγουν θα είμαστε εδώ, και θα φύγουν γρήγορα». Είχε πάρει θάρρος και γελούσε, γιατί το προηγούμενο βράδυ η γυναίκα του σκαρφάλωσε μέχρι έξω από το κελί του στο Γεντί Κουλέ και του σήκωσε να δει ένα μικρό άσπρο πακετάκι. Ήταν ο γιος του, 40 ημερών, και τον έβλεπε πρώτη φορά. Το βρέφος ούτε και έκλαψε, εξάλλου ήταν Μάιος και η νύχτα ήταν γλυκιά. Εκείνη του ψιθύρισε κάτι κι εκείνος της ψιθύρισε κάτι δικό του. Δεν άκουσαν ο ένας τον άλλον αλλά ήξεραν.

Η ισόβια κάθειρξη  σήμαινε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το βράδυ πριν τους μεταφέρουν στην Αυστρία, ήρθε ο Γερμανός φύλακας και του είπε: «κανόνισα να φύγεις. Όταν σας μεταφέρουν, φύγε από τη σειρά, δεν θα σε κυνηγήσει κανείς». «Και οι άλλοι;», ρώτησε. «Δεν μπορώ να κανονίσω για όλους, θα με εκτελέσουν. Ένας μόνο, μόνο εσύ». Κοίταξε τον Γερμανό φύλακα με ηρεμία και τον ρώτησε. «Έχεις ακούσει ότι ο καπετάνιος δεν εγκαταλείπει ποτέ το καράβι του; Όταν το λες αυτό δεν εννοείς τις λαμαρίνες και τις μηχανές. Εννοείς τους ανθρώπους, των οποίων η ευθύνη τον βαραίνει. Σε ευχαριστώ πολύ για την προσφορά σου, αλλά ή όλοι ή κανείς». «Θα πεθάνεις στο στρατόπεδο», του είπε ο Γερμανός. «Θα δούμε», απάντησε εκείνος.

Την άλλη μέρα πρωί – πρωί τους έβαλαν στα τρένα. Οι φύλακες τον αγνόησαν, όπως του είχε πει ο Γερμανός, αλλά εκείνος ανέβηκε στο βαγόνι και έκανε το ταξίδι. Το τελευταίο της ζωής του. Δολοφονήθηκε σε εκείνο το στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπως ολόκληρο το στρατόπεδο, μαζί με το πλήρωμά του, πλην ενός, μερικές ώρες πριν απελευθερωθούν από τους Συμμάχους. Αυτός ο ένας που έμεινε είπε την ιστορία του πίσω στην πατρίδα. «Μας είπαν ‘κερδίσατε, είστε ελεύθεροι’, και τρέξαμε όλοι για να φύγουμε. Μόνο εγώ γύρισα για να πάρω τα τσιγάρα μου και άκουσα τους πυροβολισμούς. Τους έστησαν ενέδρα και τους σκότωσαν όλους σε ένα ξέφωτο μερικά μέτρα έξω από τις πύλες. Άνοιξαν μια μεγάλη τρύπα και τους έχωσαν εκεί, Χριστιανούς, Εβραίους, Πολωνούς, Αυστριακούς, όλους…».

Δεν έμειναν, όμως, πολλοί για να ακούσουν την ιστορία του. Η γυναίκα του πέθανε «από τον καημό της» λίγο μετά από την είδηση του χαμού του.

Έτσι έφυγε ο παππούς μου. Προδομένος από Έλληνα, γεννημένο στην Ελλάδα, μεγαλωμένο με τα ελληνικά ιδανικά. Έλληνα που βρήκε δουλειά στο καράβι του παππού μου όταν οι δουλειές σπάνιζαν. Έλληνα που το μόνο που είχε να κάνει όταν οι άλλοι βοηθούσαν σε έναν αγώνα για την πατρίδα ήταν να μην μιλήσει και να επιτρέψει λίγο ευνοϊκότερες εξελίξεις για τον τόπο του. Δεν θα άλλαζε τη ροή της ιστορίας ο παππούς μου. Ίσως ήταν, όμως, ένα πολύ μικρό γρανάζι.

ΥΓ. Πολλά χρόνια αργότερα, το βρέφος, άντρας πια, γνώρισε μια κατά επτά χρόνια μικρότερη κοπέλα. Χωρίς να γνωρίζουν ο ένας τον άλλον, αγαπήθηκαν κρυφά από την οικογένεια της κοπέλας και κράτησαν σχέση για έξι χρόνια, πριν αποφασίσουν να αρραβωνιαστούν. Την ημέρα του αρραβώνα αποκαλύφθηκε πως πατέρας της κοπέλας ήταν ο έμπιστος φίλος, που είχε μείνει πίσω σε εκείνο το τελευταίο ταξίδι.

Advertisements

The Avengers – a.k.a. «Εγώ πότε θα γίνω μια από τους Earth’s Mightiest Heroes;;»

«Έλειπε ο Batman», έλεγε ένας τύπος μπροστά μου, απογοητευμένος, καθώς βγαίναμε από την ταινία. «Έπρεπε να βάλουν και τον Batman, ίσως και τον Superman. Τότε θα ήταν πιο πιστευτό, είχαν την άλλη με τα πιστολάκια να βαράει και τον άλλον τον φλώρο με τα βέλη».

Κατάπια την οργή μου και δεν είπα τίποτα. Μου θύμισε λίγο το βράδυ που είχαμε πάει να δούμε στο σινεμά την πρώτη ταινία του Άρχοντα. Ήμουν εκστασιασμένη γιατί, έχοντας λατρέψει τα βιβλία σε (και από) ηλικία 15 ετών, ένιωθα πως ήταν απόλυτα σημαδιακό το ότι η πρώτη ταινία έβγαινε στα γενέθλιά μου. Μόλις λοιπόν η ταινία τελείωσε, με τη γεύση της δικαίωσης και της συγκίνησης στο στόμα, σηκωθήκαμε να βγούμε από την αίθουσα. Η συγκίνηση έγινε σοκ όταν άκουσα τη διπλανή μου να ρωτάει (σοβαρότατα, σε διαβεβαιώ) τον γκόμενό της (ο οποίος είμαι σίγουρη πως για να την πείσει να τον συνοδεύσει της είπε κάποιο ψέμα του στυλ «είναι αισθηματική κωμωδία με εκείνον που έπαιζε τον γκόμενο της Γκουίνεθ Πάλτροου στο ‘Ένας Τέλειος Φόνος’»): «Τελικά ρε αγάπη εγώ δεν κατάλαβα. Το κατέστρεψαν αυτό το δαχτυλίδι ή όχι;» (τρου στόρι).

Με λίγα λόγια, παρέβην έναν από τους βασικότερους κανόνες που έθεσα στον εαυτό μου για να διατηρώ την ψυχική μου υγεία βγαίνοντας από ταινία που μου έχει αρέσει: Απομακρύνσου από το πλήθος και μην ακούς τον έναν και τον άλλο.

Επιστρέφοντας στον (μικρό) φίλο που εξέφρασε την αυθεντική του απορία και απογοήτευση, ας πούμε ότι πιθανότατα και θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν τα γούστα σου. Εξάλλου, κάτι τέτοιο έχει γίνει στο παρελθόν. Με διαφορετικό καστ, βέβαια, αν και σε τουλάχιστον μία περίπτωση ήταν εκεί και ο «φλώρος» ο Hawkeye (εγκεφαλικό, OK, είμαι λίγο καλύτερα τώρα), οπότε δεν ξέρω αν θα χαιρόσουν ιδιαίτερα. Όμως, κάτι θα μπορούσε να γίνει για να σβήσει τη δίψα σου για όλο και περισσότερους υπερήρωες, μιας και η DC Comics και η Marvel τα κάνουν πού και πού τα crossovers. Αν πας λίγα χρόνια πίσω, θα βρεις και τον αγαπημένο σου Batman και τους Avengers και τον Superman και αλλαγμένες πραγματικότητες και διαφορετικά σύμπαντα και έναν κακό χαμό πάνω από το κεφάλι μας και δεν θα απογοητευτείς!

Αλλά, καλέ μου, το Avengers είναι Marvel. Και, όχι, δεν μπορούσαν «να χωρέσουν κι έναν Batman εκεί μέσα» για να χορτάσεις εσύ. Αυτοί που είχαν έφταναν. Και περίσσευαν, μπορώ να πω. Ήταν η πρώτη μέρα που προβαλλόταν η ταινία The Avengers – έκτος από εκείνες τις δημοσιογραφικές τις προβολές, κάποιοι έχουν τις τύχες τις καλές, ε; – και, παρά το εξαιρετικά προχωρημένο της ώρας (πήγαμε στις 11:30, η ταινία άρχισε στις 12, βγήκαμε λίγο πριν από τις 2:30 το πρωί) ο κόσμος ήταν πολύς, και σχετικά νεαρής ηλικίας. Εμείς ανεβάζαμε λίγο τον μέσο όρο ηλικίας που, και πάλι, όμως, κυμάνθηκε γύρω στα 25 και-πολύ-λεω.

Δυόμισι ώρες κύλησαν σαν νερό, παρά το διάλειμμα (διάλειμμα; Αλήθεια;; Αν ήθελα να σταματήσει η ταινία ξαφνικά την ώρα που ο Μπρους Μπάνερ, μετά από έντονο διαπληκτισμό και τεράστια ένταση μέσα στο εργαστήριο έχει αρπάξει το σκήπτρο με το τέσσερακτιο χωρίς να το καταλάβει και μιλάει με ΠΟΛΥ έντονο τόνο στους υπόλοιπους Avengers, θα περίμενα να το δω στο Star!). Αναμειγνύοντας τη δράση με το χιούμορ και αναγνωρίζοντας (επιτέλους, κάποιος) ότι, ρε φίλε, μεταφέρω ένα κόμικ στη μεγάλη οθόνη, δεν θα λυπηθώ τις καρικατουρίστικες σκηνές, ο Whedon κατάφερε να γεννήσει ένα από τα αριστουργήματα εκείνα που θα μείνουν – κατά την ταπεινή μου γνώμη – στην ιστορία του είδους.

Χωρίς «τρύπες» στην πλοκή ή απλωμένες σκηνές σεβάστηκε απόλυτα το πνεύμα της Marvel να φέρνει στην επιφάνεια τον άνθρωπο πίσω από τον υπερήρωα. Με έναν Hulk αποφασισμένο να κρατήσει την ηρεμία του, «αγχωμένο» για το τι θα γίνει αν εμφανιστεί το «μεγάλο πράσινο τέρας με το μωβ παντελόνι» (αν και νομίζω ότι στην ταινία το παντελόνι ήταν καφέ, αλλά η αλήθεια είναι ότι πρέπει να αλλάξω τα γυαλιά μου σύντομα), τον στρατιώτη Captain America, μονίμως σε ετοιμότητα για την επόμενη αποστολή, πάντα πιστό στους ανωτέρους αλλά γνωρίζοντας πως το καθήκον ξεπερνάει κάθε άνθρωπο. Τον ετοιμόλογο πλέιμποϊ Iron Man με τις βαθιές (τόσο βαθιές που δεν φαίνονται) ευαισθησίες, τον μονίμως (τον δόλιο…) απρόθυμο κακό, Hawkeye (δεν λέω παραπάνω, να πας να δεις την ταινία!), τη μυστηριώδη, μια-ανθρώπινη-μια-κατάσκοπο-αλλά-πάντα-μυστηριώδη Black Widow (αν υπάρχει κάποιος που δεν χωνεύει τη Σκάρλετ Γιόχανσον σε αυτόν τον ρόλο, σας παρακαλώ, πείτε το, δεν αντέχω άλλο αυτή τη μοναξιά!), και τον δίκαιο παντοδύναμο Ασγκαρντιανό, πάντοτε έτοιμο να προστατεύσει τη Γη, με ένα soft spot για όλους, κυρίως για αυτόν τον αδερφό, που ίσως κάπου βαθιά εκεί μέσα στη θεϊκή του ψυχοσύνθεση να αντιλαμβάνεται ότι, ρε παιδί μου, δεν μπορεί, κάπου θα έχουμε κάνει κι εμείς κάτι λάθος για να την έχει δει αυτός τόσο στραβά, αλλά και πάλι δεν θα του επιτρέψει να καταστρέψει τον πολύτιμο αγαπημένο του πλανήτη. Και φυσικά, τον Λόκι. Αυτόν τον υπέροχο, σκοτεινό, αυτοκρατορικό, λίγο σαλταρισμένο υπερκακό Θεό, που πιστεύει πως είναι το καλύτερο πράγμα που έτυχε ποτέ σε αυτό το σύμπαν μετά από τη δημιουργία του Large Hadron Collider, μια πεποίθηση που συναντάει – ευτυχώς – το χιούμορ που της αξίζει σε μια ταινία από κόμικ. Έναν Λόκι με βάθος, μεγαλοπρέπεια, μυστικά, το σκοτάδι που πρέπει να τον περιτριγυρίζει, κι ένα “τσικ”, που λέμε, κιτς, τόσο ώστε να μην χαλάει την ταινία, απλά να σταματάει τα κοριτσάκια από το να ερωτευτούν τον κακό.

Οι υπερβολές δεν λείπουν και – ναι, θα το πω πάλι – ΕΥΤΥΧΩΣ! Είτε το πιστεύετε είτε όχι, γι’ αυτό διαβάζαμε κόμικς. Για τις υπερβολές. Για τον υπερήρωα που θα πάρει τον κακό από το πόδι και μέσα σε ένα καρέ θα τον χτυπήσει σαν χταπόδι τρεις φορές από τη δεξιά πλευρά και τρεις από την αριστερή, αφήνοντας στο γρανιτένιο πάτωμα από τη μία πλευρά ένα χαντάκι με το αποτύπωμα του σώματός του και από την άλλη τον ίδιο χωμένο στο πάτωμα μέχρι τα αυτιά. Αλήθεια. Δεν θα πω “αχ, αυτό δεν γίνεται, δεν είναι αληθοφανές”. Κυρίως γιατί ήδη βλέπω έναν πράσινο άνθρωπο ίσα με ένα κτίριο να περπατάει στην Παρκ Άβενιου.

Από όπου και αν την πιάσεις, η ταινία μυρίζει επιτυχία. Και δεν εννοώ “εισπρακτική επιτυχία” γιατί προσωπικά εμένα, που δεν θα πάρω φράγκο, αυτό με αφήνει παγερά αδιάφορη. Όταν λέω “επιτυχία”, εννοώ (εντάξει, βγάλε τώρα το κεφάλι σου από τη διαφήμιση γιατί θα αρχίσω να σπάω τηλεοράσεις) μια επιτυχημένη απόπειρα μεταφοράς, όχι μόνο της ιστορίας ενός υπερήρωα στο σινεμά, αλλά μιας ολόκληρης ατμόσφαιρας, αλλά κι εκείνης της αίσθησης του “δεν ξέρω αν το πιάνετε όλοι, αλλά κάτι παίζει από πίσω. Μάλλον πρέπει να πάω να ασχοληθώ και να διαβάσω λίγο τα κόμικς για να το πιάσω!”.

Για ένα βράδυ, λοιπόν, γέμισε και πάλι η Νέα Υόρκη με υπερήρωες. Και, όχι, δεν με πείραξε που εγώ και ο κύριος Μαριονέτας ήμασταν οι μόνοι που αντιδράσαμε όταν προς το τέλος εμφανίστηκε ένας πολύ γνωστός κύριος στην οθόνη, στο πλαίσιο των “ειδήσεων” και αναφώνησε με κυνισμό: “Superheroes in New York? Gimme a break!”.

Υστερόγραφο μπόνους: Όταν πας να δεις την ταινία (δεν το διαπραγματεύομαι) περίμενε και τους τίτλους. Εκεί, στη μέση, σε περιμένει ένα χιντ για την… TADAAAAAAAAH!!… επόμενη!

[Edit] Θα ήταν παράλειψη να μην πω πόσο μου άρεσε ο Mark Ruffalo ως Hulk. Αυτή η ηρεμία που εκπέμπει είναι ακριβώς ό,τι χρειάζεσαι για να «σοκαριστείς» από τη θέα του «other guy» – όπως τον αποκαλεί ο Μπρους Μπάνερ σε όλη (σχεδόν) την ταινία. Και παρόλο που ο Edward Norton είναι λατρεμένος και μια μέρα θα γίνει και νόμιμος σύζυγός μου, πρέπει να ομολογήσω πως ως Hulk προτιμώ την εκδοχή Ruffalo. Προς το παρόν, τουλάχιστον.

Στο Rock and Roll Hall of Fame χωρίς τον Axl, τον MCA αλλά και τον Frusciante

 

Ο ένας μετά από τον άλλον, οι καλλιτέχνες που επρόκειτο να εμφανιστούν στη σκηνή της 27ης ετήσιας ένταξης συγκροτημάτων στο Rock and Roll Hall of Fame άρχισαν να λακίζουν. Και, εντάξει, ο Rod Stewart και ο Adam Yauch των Beastie Boys είχαν καλή δικαιολογία – ο Rod είπε πως είναι άρρωστος, δεν γνωρίζω τι έχει πάθει, αλλά ο MCA (όπως είναι γνωστός ο Yauch) βασανίζεται εδώ και χρόνια από τον καρκίνο και όποτε λεει πως δεν μπορεί να εμφανιστεί κάπου, εγώ κλείνω τα μάτια, σφίγγω τα δόντια και του στέλνω όλη τη θετική μου ενέργεια για να τη γλιτώσει. Αλλά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, τόσο ο John Frusciante, πρώην κιθαρίστας των Red Hot Chili Peppers (και μελλοντικός σύζυγός μου) όσο και ο… πολύς Axl Rose των Guns ‘N’ Roses, ίσως θα έπρεπε να ξε-ξινίσουν τα μούτρα και να εμφανιστούν.

Δεν καταλαβαίνει, όμως, ο σωστός ο ρόκερ από δυσκολίες. Αυτό, τουλάχιστον, απέδειξαν όσοι πήγαν, τελικά, μιας και, σύμφωνα, τουλάχιστον, με το Rolling Stone, αφού (λόγω Πάσχα, μην νομίζεις) φέτος δεν πήγα, επρόκειτο για μια από τις καλύτερες βραδιές στο Rock and Roll Hall of Fame. Όπως, εξάλλου, είπε και ο μπασίστας των GnR, Duff McKagan, «δεν έχει σημασία ποιος ήρθε απόψε εδώ, γιατί σημασία έχει η μουσική που έπαιξαν αυτές οι μπάντες», και στη συνέχεια άφησε αυτή τη μουσική να μιλήσει για λογαριασμό του: οι GnR, με τον Duff, τον Slash και τον Gilby Clarke στις κιθάρες, τον τραγουδιστή των Alter Bridge, Myles Kennedy (ο οποίος οι «κακές» γλώσσες λένε πως δεν έχασε ούτε μια νότα από τις κορώνες του Axl) και στα ντραμς τους Matt Sorum και Steven Adler έπαιξαν ένα σετ τριών κομματιών και ξεσήκωσαν το πλήθος. Ο ενθουσιασμός ήταν τόσος που ο κόσμος από κάτω φώναζε ρυθμικά «Fuck Axl», ενώ φήμες ότι ο Axl έσπασε την τηλεόρασή του και άρχισε να τρέχει ουρλιάζοντας στους δρόμους του Ελ Έι ελέγχονται ως ανακριβείς.

Η απουσία του Adam Yauch έκανε αδύνατη την άνοδο των Beastie Boys στη σκηνή, αφού κάτι τέτοιο το είχαν αποκλείσει κατηγορηματικά. Έτσι, υπό το βλέμμα των Ad Rock, Mike D αλλά και του Mixmaster Mike, ο οποίος, μάλιστα, «κάθισε» και στην αγαπημένη του θέση στη σκηνή, ανέλαβαν οι Roots, συνοδευόμενοι από τον Kid Rock και τον Travie McCoy των Gym Class Heroes, να «υπενθυμίσουν» στο κοινό τη μουσική ίσως της πιο πρωτοπόρας μπάντας στην ιστορία της χιπ χοπ. Μάλιστα, Rock και McCoy, αλλά και ο MC των Roots, Black Thought, εμφανίστηκαν με ταιριαστές πράσινες φόρμες Adidas και έπιασαν άψογα τον παλμό και την ενέργεια του γκρουπ. «Παλιά όταν τους ακούγαμε στο ραδιόφωνο με τον ξάδερφό μου, νομίζαμε πως είναι Πορτορικάνοι», είπε, μάλιστα, ο Questlove των Roots. «Έπρεπε να είναι Πορτορικάνοι, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση κάποιος λευκός να ριμάρει έτσι, ή να μιλάει έτσι!», πρόσθεσε.

Την ένταξη των Beastie Boys παρουσίασαν ο Chuck D και ο LL Cool J. Όπως είπε ο φρόντμαν των Public Enemy, οι Beastie Boys «ξεστράτισαν από την πεπατημένη στη μουσική βιομηχανία και έφτιαξαν τους δικούς τους κανόνες αναφορικά με το τι σημαίνει να είναι παγκόσμιας φήμης ‘παίκτες’ της χιπ χοπ», υπογραμμίζοντας τη σημασία που έδινε το συγκρότημα στην ωρίμανση, τόσο μουσικά, όσο και σαν άνθρωποι. «Πολλοί μιλούν σήμερα για τον Eminem και τον Jay-Z», είπε αργότερα, μιλώντας στο Rolling Stone, «αλλά θα ήταν αδύνατο να μιλάμε για αυτούς τους τύπους χωρίς το μεγαλείο του LL Cool J και των Beastie Boys». Οι Beastie Boys έγιναν μόλις το τρίτο χιπ χοπ συγκρότημα που μπήκε στο Rock and Roll Hall of Fame, μετά από τους Run DMC και τους Grandmaster Flash and the Furious Five.

Λίγο αργότερα, ο Chris Rock παρουσίαζε στη σκηνή τους Red Hot Chili Peppers, λέγοντας: «την πρώτη φορά που τους είδα» (κατά λάθος, σε ένα κλαμπ της Φιλαδέλφεια – όχι της Νέας Φιλαδέλφειας, προσοχή) «φορούσαν κάλτσες στο πουλί τους. Δεν είχα ξαναδεί συναυλία λευκών, και για χρόνια νόμιζα πως όλοι οι λευκοί βάζουν κάλτσες στο πουλί τους. Χρόνια μετά, είναι ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα στον κόσμο και γίνονται δεκτοί στο Rock and Roll Hall of Fame. Έχουν μαύρες γραβάτες στο πουλί τους απόψε».

Ακόμη και χωρίς τον Frusciante, (όπως, δηλαδή, περιοδεύουν αυτόν τον καιρό), οι Peppers ανέβηκαν στη σκηνή και έπαιξαν τρία κομμάτια (τα «By the Way», «The Adventures of Rain Dance Maggie» και «Give it Away») ενώ στο τέλος κάλεσαν όλους τους μουσικούς στη σκηνή, για μια πανηγυρική έκδοση του Higher Ground του Stevie Wonder. Όπως παραδοσιακά συμβαίνει στο τέλος της εν λόγω τελετής, η εκτέλεση ήταν χαοτική αλλά δικαίωσε τον χαρακτηρισμό «πανηγυρική». Και, όπως υπογραμμίζει το Rolling Stone, «μετά από το τέλος της τελετής το κοινό ξεχύθηκε στους δρόμους του Κλίβελαντ ψάχνοντας τα αυτοκίνητά τους ή κάποιο πάρτι, και κανένας δεν μιλούσε για τον Axl Rose. Φαίνεται πως δεν τον χρειάζονταν καν».

 

 

 

* Όσο σχεδίαζα να γράψω αυτό το post, έμαθα πως πέθανε (ούτε «έφυγε», ούτε «ταξίδεψε»… Πέθανε, ρε παιδιά…) ένας από τους μεγαλύτερους τραγουδιστές που είχε την τύχη αυτή η χώρα να γνωρίσει. Έχοντας προσφέρει πολύ λίγα σε αυτόν, κυρίως όταν είχε την ανάγκη της κατά τη διάρκεια της περιπέτειάς του με την υγεία του, η Ελλάδα πήρε πάρα πολλά από τον Δημήτρη Μητροπάνο. Πήρε λεβεντιά και ευλαβική προσήλωση σε μια ταλαιπωρημένη (όπως όλες, εξάλλου, σε αυτή τη χώρα) τέχνη, τη μουσική, αλλά και μια φωνή, το μέταλλο της οποίας θα μείνει αναπόφευκτα για πάντα χαραγμένο στη μνήμη όλων όσων έχουν τραγουδήσει/κλάψει/ερωτευτεί με τα τραγούδια του.

Δεν γνωρίζω τι σόι άνθρωπος μπορεί να ήταν στην προσωπική του ζωή, αν και, κρίνοντας από τις αντιδράσεις των δικών του, μάλλον καλός θα ήταν. Ωστόσο, μακάρι όλοι να κριθούμε άξιοι να συγκριθούμε με τον άνθρωπο που έδειχνε ότι είναι – ακόμη και αν η σύγκριση αυτή μας εμφανίζει κατά πολύ κατώτερούς του.

Σχεδόν ντράπηκα να πω ότι στεναχωρήθηκα που πέθανε. Με τους  μισούς να κλαίνε και να οδύρονται στα διάφορα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και τους άλλους μισούς να κοροϊδεύουν τους πρώτους, είναι λίγο δύσκολο να δείξεις οποιουδήποτε είδους συναίσθημα. Έχουμε ξεχάσει, ίσως, πως υπάρχει και η μέση οδός, εκείνη της μέτριας στεναχώριας (ελλείψει καλύτερης λέξης), κι εκείνη της αναγνώρισης του άδικου της υπόθεσης, όταν βλέπεις έναν άνθρωπο 64 χρονών να φεύγει από τη ζωή. Ναι, δεν έχω όλους τους δίσκους του και δεν πήγαινα φανατικά σε όλες τις συναυλίες του, αλλά, ακόμη κι έτσι, ο Μητροπάνος ήταν ένας άνθρωπος που έχει ζωγραφίσει κάποια χρόνια μου. Και το ότι ένιωσα μια θλίψη δεν σημαίνει πως δεν χωνεύω τα παιδάκια που πεινάνε και στα παλιά μου τα παπούτσια η οικονομική και κοινωνική κρίση που μαστίζει τη χώρα. Όσο και αν δεν το πιστεύεις, έχω χώρο για όλα αυτά τα συναισθήματα.

Νομίζω πως ο καθένας έχει το δικαίωμα να νιώσει μια θλίψη, χωρίς υστερίες (ναι, γίνεται και αυτό). Τι να κάνω που όποτε ακούω εκείνο «Θάλασσες» θυμάμαι τον μπαμπά μου να τραγουδάει με τη μαμά μου μέσα στο σαλόνι, ενώ εκείνο το «Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη» μου φέρνει στο μυαλό τη χρονιά εκείνη που με γούσταρε ο Γιάννης, αλλά εγώ γούσταρα τον Βαγγέλη, που όμως γούσταρε τη Βάσω και όλοι μαζί ανεβαίναμε στον Βύθο του Ολύμπου τραγουδώντας. Κι ας είμαι εμπορική. Και χαζή. Και χαμηλού επιπέδου.

 

Πάσχα Ελλήνων… όχι-και-τόσο-Χριστιανών

Δεν είμαι καθόλου της Εκκλησίας. Ίσως γιατί είμαι εκ γενετής στραβόξυλο και πεισματάρα και αρνούμαι να μου πει κάποιος άλλος τι να πιστεύω για τη Ζωή, το Σύμπαν και τα Πάντα (έκτος κι αν πρόκειται για τον Douglas Noel Adams, περίπτωση στην οποία σκάω και κατεβάζω αμάσητο ό,τι μου σερβίρει. True story). Δεν δηλώνω «άθεη», απλά δεν δηλώνω τίποτα. Έχω κατασκευάσει το δικό μου αξιακό σύστημα, με βασική ιδέα το «αρνούμαι να βλάψω τον οποιονδήποτε» και έτσι πορεύομαι. Δεν ήταν λίγες, όμως, οι φορές κατά τις οποίες το πάλεψα να δω τι έχει να μου προσφέρει αυτό το «ίδρυμα», στο οποίο με τόση θέρμη μεγάλη μερίδα του πληθυσμού σπεύδει να εγκλειστεί. Φυσικά και απώτερος στόχος μου ήταν τα λεφτά, μιας και η γιαγιά μου τόσο πολύ χαιρόταν να βλέπει την «αγγόνα» της στον σωστό δρόμο, που κάθε φορά που της έλεγα κάτι για έναν άγιο, μου έδινε και ένα κατοστάρικο. Έκλεινα το μάτι στον παππού, ο οποίος ήταν αντίθετος στην καπιταλιστική μου νοοτροπία αλλά χαιρόταν την ιδιότυπη χλεύη μου προς το όπιο του λαού, και, εφόσον ήταν όλοι χαρούμενοι, προχωρούσαμε στο προκείμενο: να διαβάσουμε το φλιτζάνι του καφέ.
Εκείνο που δεν μπορούσα ποτέ να αντιμετωπίσω ήταν οι τύψεις. Τύψεις, ρε φίλε, για ό,τι και αν έκανες. Αμαρτία το να γκομενίζεις (λες και δεν είναι φυσιολογικό, στα 16 σου), αμαρτία να ντύνεσαι καλά (ναι, γιατί ο Θεός προτιμάει να με βλέπει να κυκλοφορώ σαν κατσιβέλα), αμαρτία να πίνεις καφέ (πρέπει όλη μέρα να διαβάζεις τους βίους Αγίων, και όταν τους τελειώσεις ξανά-μανά από την αρχή, λες και δεν υπάρχουν άλλοι συγγραφείς), αμαρτία να φέρεσαι σαν άνθρωπος. Και το ότι, ως άνθρωποι, θέλουμε να κάνουμε όλα όσα απαγορεύονται, κι αυτό ένα καψόνι είναι, για να αντιστεκόμαστε. Την ίδια στιγμή, βέβαια, αν εγώ έκανα ανάλογο καψόνι σε κάποιον άλλο, αυτό θα ήταν αμαρτία (και αυτό είναι βλασφημία!). Τόσο τρομοκρατημένη ήμουν που νόμιζα πως ό,τι μου συνέβαινε οφειλόταν «στην έκλυτη ζωή μου», τρομάρα μου. Δύσκολα ένα τέτοιο «ίδρυμα» θα με κρατούσε για πολύ καιρό. Φταίει, πιστεύω, το κακό μάρκετινγκ.
Με τα αντανακλαστικά γκόμενου που τον φτύνεις και δεν το δέχεται ο εγωισμός του, η Εκκλησία για κάποιον περίεργο λόγο (κάποιος πιο θρήσκος από εμένα ίσως το ονόμαζε και «θεϊκή παρέμβαση», αλλά ας μην γινόμαστε δεισιδαίμονες) έβρισκε πάντα τον τρόπο να πέφτει στον δρόμο μου. Έτσι, στην πιο κρίσιμη ηλικία μου, εκείνη της εφηβείας, η καλύτερή μου φίλη ήταν α) εγγονή παπά, και β) από το ίδιο χωριό με εμένα, τουτέστιν κάναμε Πάσχα μαζί. Ναι, καλά το σκέφτηκες: φευ!
Θα πω την αλήθεια, ο παπάς ήταν πολύ καλός άνθρωπος. Αν όλοι οι παπάδες ήταν σαν τον παπα-Γιάννη, τότε ίσως η Εκκλησία να είχε περισσότερους πελάτες και οι δουλειές να πήγαιναν σημαντικά καλύτερα. Φαντάζομαι ότι ήταν όπως θα έπρεπε να είναι ένας «υπηρέτης του Θεού»: ευγενικός, καλός, δεν με πίεσε ποτέ να συμφωνήσω μαζί του και άκουγε όλα όσα είχα να του πω. Δεν συμφωνούσε ούτε εκείνος με όσα έλεγα, αλλά σεβόταν τη διαφορετική μου άποψη, κι ας ήμουν 16.
Αυτό που δεν δεχόταν ούτε για αστείο ήταν να μην πηγαίνουμε στην εκκλησία τη Μεγάλη Εβδομάδα. «Ελάτε, έστω και για να δείτε τι φοράνε οι υπόλοιπες και να το σχολιάσετε», μας έλεγε. «Εδώ είναι χωριό, όλοι πηγαίνουν στην εκκλησία, γίνεται να λείπουν η εγγονή του παπά και η φίλη της;».
Κι επειδή ήταν καλός παππούλης δεν του χαλούσαμε χατίρι. Εξάλλου, δεν χρειάστηκαν πολλές επισκέψεις για να καταλάβουμε πως, ούτως ή άλλως, όλοι για τους ίδιους λόγους πήγαιναν: γιατί πήγαινε όλο το χωριό και για να κουτσομπολέψουν. Εκεί, λοιπόν, ναι, μέσα στην εκκλησία, μάθαμε για μία φίλη μας που πήγαινε «με αγόρια στο δασάκι το βράδυ, όταν οι υπόλοιποι είμαστε έξω», πως «μια από το χωριό που είναι παντρεμένη με εκείνον την είδαν μια φορά να βγαίνει από το σπίτι εκείνου», πως «αυτός εκεί δέρνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του και μια φορά έστειλε το μικρό στο νοσοκομείο» και πως, γενικά, φαίνεται πως το να πηγαίνεις στην εκκλησία δεν σε κάνει καλό άνθρωπο. Μάλλον η πλειοψηφία ενδόμυχα για συγχώρεση ψάχνει.
Θυμάμαι μια θεούσα που γνώρισα πολλά χρόνια αργότερα. «Θεούσα», δηλαδή, σε εισαγωγικά, γιατί αν την έβλεπες, ήταν ό,τι πιο μακρινό από την Εκκλησία μπορούσε κανείς να φανταστεί. Ντύσιμο που θα ζήλευε η Θέλξη (τώρα, πού τις ξέρω όλες τις τραγουδιάρες, μη ρωτάς), attitude που θα ζήλευε η Πετρούλα. Μόνο αν την παρατηρούσες λίγο προσεκτικά θα έβλεπες τον τεράστιο σταυρό που τη συνόδευε παντού και τη «σεμνοτυφία» που τη χαρακτήριζε. «Αχ! Άι στο διάολο! Κόπηκε το δάχτυλό μου και κουτρουβαλάει στον δρόμο, κάποιος ας το πιάσει γιατί αιμορραγώ!», – «Θα σε βοηθήσω μόλις ζητήσεις συγχώρεση γιατί βλαστήμησες», – «Μα… το δάχτυλό μου κουτρουβαλάει, βοήθεια», – «Πρώτα η συγχώρεση». –«Καλά, χέστο, δεν το θέλω πια, το τρώει ένας σκύλος…».
-«Περιμένω εκείνη τη συγνώμη!».
Σχεδόν πραγματικό γεγονός το παραπάνω.
Και ο σταυρός, απόλυτα πραγματικό γεγονός. Την πρώτη φορά που μπήκα στο σπίτι της, με υποδέχτηκε με αυτόν. Ένας σταυρός τεράστιος, σαν δύο όρθιες παλάμες, με έναν Εσταυρωμένο επάνω με όλες τις λεπτομέρειες, με καρφάκια στα χέρια, αιματάκι στο κεφάλι και στις παλάμες και ένα βλέμμα τόσο πονεμένο, που αυθόρμητα έπεσα στα γόνατα για να ζητήσω έλεος. «Μα τι κάνεις;», με ρώτησε. «Τρόμαξες από τον Εσταυρωμένο; Απλά τον βάζω στη θέση του, τον καθάριζα», είπε, τον φίλησε, έκανε τον σταυρό της και τον κρέμασε σε ένα καρφί στον τοίχο απέναντι από την πόρτα. «Ε… όχι, απλά ψάχνω τον φακό μου», της είπα και πλατσούρισα τις παλάμες μου στο πάτωμα για να με πιστέψει. «Φοράς φακούς; Δεν το ήξερα!», παρατήρησε πολύ ορθά, γιατί δεν φορούσα. «Ε… ναι. Να, τον βρήκα», είπα και πετάχτηκα όρθια γιατί ένιωθα να ξεφτιλίζομαι.
Αν δεν είχες συστηθεί με τον Εσταυρωμένο, ωστόσο, δεν θα καταλάβαινες ποτέ πως «Εκκλησία» ήταν το δεύτερό της όνομα. Τα κουτσομπολιά που έμαθα στον έναν χρόνο που κάναμε παρέα (το 90% κατασκευασμένα, αν θέλεις το πιστεύεις, και για ανθρώπους που γνωρίζαμε και οι δύο, και, ναι, μετά τον έναν χρόνο φυσικά και ήρθε και η σειρά μου), οι κακίες που εκστόμισε και τα ψεύδη που χόρεψαν μέσα στο σαλόνι μου θα έκαναν τον κάθε «βάρβαρο, άπιστο, κολασμένο» υπερήφανο. Όταν τελικά έπαυσαν οι διπλωματικές μας σχέσεις, χρειάστηκα μήνες διαλογισμού και αποτοξίνωσης για να επανέλθω στον πραγματικό μου εαυτό.
Κι εκείνη, πιστεύω, συγχώρεση ψάχνει στην Εκκλησία, λύτρωση από τον πραγματικό της εαυτό. Πολλοί αναζητούν ένα βάλσαμο, μια ελπίδα. Εκείνους, εφόσον δεν προσπαθούν να μου επιβάλουν τον τρόπο ζωής τους, τους σέβομαι. Όταν βιώνεις την άσχημη, άσπλαχνη και βίαιη πλευρά της ζωής, πολλές φορές αποζητάς ένα χέρι για να κρατηθείς. Και όσα σου προσφέρουν, όχι μόνο η Εκκλησία, αλλά οι περισσότερες θρησκείες, είναι, λίγο πολύ, αυτό που χρειάζεσαι. Το βίωσα, όχι μία, ούτε δύο, ούτε τρεις αλλά περισσότερες φορές και ξέρω πως είναι κάτι που δεν θα πάψει ποτέ να συμβαίνει. Δυστυχώς, ίσως, για εμένα, προτιμώ την ανακούφιση που προέρχεται από μέσα μου, και όχι από τα λόγια κάποιου άλλου – όποιος κι αν είναι αυτός. Ωστόσο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που βρίσκουν διέξοδο μέσα από τα όμορφα λόγια ενός ρασοφόρου, που ίσως να είναι πράγματι ο καλύτερος άνθρωπος στον κόσμο, ίσως, όμως, και να είναι ένας παιδόφιλος καταχραστής, που εκμεταλλεύεται τον πόνο σου – ωπ, για στάσου, οι επιλογές αυτές μου θυμίζουν – με κάποια υπερβολή, δεκτόν -, ναι, όλες τις ομάδες ανθρώπων στον πλανήτη.
Ίσως, όμως, επειδή είμαι ψυχοπονιάρα και ευαίσθητη, κάθε χρόνο το Πάσχα, το ομολογώ, συγκινούμαι. Αυτή η πίστη ότι κάποια μέρα όλοι θα ξαναβρεθούμε, θα ξαναδούμε όσους χάσαμε, θα είμαστε χαρούμενοι, με αγγίζει πολύ βαθιά. Αυτή η υποβόσκουσα ελπίδα είναι κάθε χρόνο κι ένα φρέσκο τσιρότο και, για μια-δυο μέρες, είμαι σαν καινούργια. Αν αυτή είναι η δράση της θρησκείας στην ψυχοσύνθεση ενός ανθρώπου, τότε μακριά από εμένα κάθε είδους κριτική και αποδοκιμασία. Δέκα μέτρα από τον κώλο μας, που έλεγε και ο κύριος Πάνος, και ας γίνει ό,τι θέλει. Φτάνει, βέβαια, το ίδιο να ισχύει και για εκείνον και να μην κρίνει εμένα, επειδή κρατάω το μυαλό μου ανοιχτό και αρνούμαι να δεχτώ άκριτα το οτιδήποτε. Εκτός, φυσικά, από ό,τι μου σερβίρει ο Douglas Noel Adams. Αυτό το καταπίνω αμάσητο.

Δεκαέξι χρόνια Ημισκούμπρια

Αυτό το σαββατοκύριακο μας βρήκε στην Αθήνα. Όχι, δεν πήγαμε για βόλτα, αλλά για έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό: είχαμε να πάμε σε ένα πάρτι γενεθλίων. Ένας πολύ καλός φίλος έκλεισε τα δεκαέξι.

Τα περίπου 1000 άτομα που βρέθηκαν το Σάββατο στο Fuzz για το πάρτι, είδαν τη βραδιά τους να ξεκινάει με μια ευχάριστη έκπληξη. Στη σκηνή στις 10 η ώρα (10 και 10 για την ακρίβεια) ανέβηκε ένα συγκρότημα ονόματι Prejudice Reborn, και με μέταλ ήχους και «βαριά» φωνητικά, πρώτον με σόκαρε (γιατί τι δουλειά είχε σε μία τέτοια συναυλία;;) και δεύτερον με υποχρέωσε να κάνω ένα τόσο δα, μικρούλι, σχεδόν-ανεπαίσθητο headbanging.

«Γιατί σοκαρίστηκες;», αναρωτήθηκε την επόμενη μέρα ο Μιθριδάτης. «Οι ‘Ημίσκουμπρες’ ανέκαθεν ήξεραν και εκτιμούσαν την καλή μουσική». Αυτό, εξάλλου, φάνηκε και κατά τη διάρκεια της συναυλίας, μιας και όλοι όσοι βρίσκονταν εκεί διασκέδασαν την παράσταση με την ψυχή τους. Όταν, μάλιστα, οι Prejudice έπαιξαν Metallica, εκεί η αίθουσα σείστηκε. Νωρίτερα, μας είχε προειδοποιήσει σχετικά και ο Δημήτρης Μεντζέλος. «Είναι μια πάρα πολύ καλή μέταλ μπάντα. Και ίσως φαίνεται σαν περίεργη επιλογή, όμως θα δείτε ότι στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο δεν ισχύει». Και ήταν αλήθεια.

Δεν ήταν όμως αυτό που είχαν έρθει να δουν. Ίσως γι’ αυτό όταν ανέβηκαν στη σκηνή ο Σέξπυρ και ο DJ Vanilla (ντυμένος με στολή μπάσκετ ‘80s του Άρη Πετρούπολης, παρακαλώ!) η θερμοκρασία ανέβηκε επικίνδυνα. Η απόστασή μου από αυτό το είδος της μουσικής με έφερε σε μια θέση, από την οποία απλά άκουγα τα κομμάτια και διασκέδαζα με τους στίχους και χόρευα με τη μουσική. Οι υπόλοιποι, όμως, το ζούσαν! Ήξεραν όλους τους στίχους, όλα τα τραγούδια, και το κοινό ζεσταινόταν επικίνδυνα για το κύριο μέρος της βραδιάς.

Αυτό ήρθε με τρόπο… επικό. Ξαφνικά, ακούστηκε το Carmina Burana. Με beat. Φωτογραφίες από μια πορεία δεκαέξι ετών διαδέχονταν η μία την άλλη στο ρυθμό του (πειραγμένου) έργου του Carl Orff. Και τα Ημισκούμπρια έκαναν την εμφάνισή τους.

Ο Πρύτανης επιβλητικός, πήρε τη θέση του στο πίσω μέρος της σκηνής, περιτριγυρισμένος από υπολογιστές, μόνιτορ, κονσόλες, ούτε και ξέρω τι είχε εκεί πίσω! Ο Μεντζέλος, σικ, στυλάτος με καβουράκι και πουκάμισο, και ο Μιθριδάτης, με… κιλτ (ναι, καλά διάβασες, κιλτ, ναι, τη σκοτσέζικη τη φούστα, ναι, ξέρω τι είναι το κιλτ) και μαύρο μπλουζάκι πήραν τις θέσεις τους πίσω από τα μικρόφωνα, και το σόου άρχισε.

Με κομμάτια από την αρχή της καριέρας τους μέχρι σήμερα, από τα σόλο άλμπουμ τους, με γκεστς έκπληξη (Professional Sinnerz, Ευρυδίκη), με στιγμές φορτισμένες με συγκίνηση (ιδίως όταν ο Μεντζέλος απήγγειλε το «Α ρε πατέρα» από την προσωπική του δουλειά), αλλά κυρίως με αστείρευτη ενέργεια, πολύ χιούμορ, περισσότερη μουσική και πολλή αμφίδρομη αγάπη. Από το κοινό προς τη μπάντα, η οποία με το χιούμορ της και τη μουσική της μεγάλωσε, όχι μία, αλλά δύο γενιές (αλήθεια είναι, μέτρα το αν θες), αλλά και από το συγκρότημα προς τον κόσμο, που επί δεκαέξι χρόνια στηρίζει τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες, τις προσπάθειές του, όλες του τις κινήσεις.

Ευχάριστη έκπληξη της βραδιάς (δηλαδή μία από τις πολλές), η συνεργασία με τους Prejudice Reborn στο «ΜΕΘ στο βολάν». Η μουσική έγινε μέταλ, ο ρυθμός έγινε λίγο πιο γρήγορος, και το κομμάτι έγινε αγνώριστο – με τη πολύ καλή έννοια!

Το σόου διήρκεσε – πίστεψέ το – περίπου τρεις ώρες. Τα δεκαέξι χρόνια των Ημισκουμπρίων είναι, από το περασμένο Σάββατο, γεγονός. Ένα παιδί στην πρώτη Λυκείου είναι η ζωή ενός από τα πρώτα συγκροτήματα της ελληνικής σκηνής – και ενός από τα πιο σταθερά (ίσως το πιο σταθερό) στους στόχους, τις αξίες, την αγάπη το είδος μουσικής που υπηρετεί και τα πρώτα «πιστεύω», εκείνα, της αρχής.

Και, τώρα που τελείωσαν οι γιορτές και τα πανηγύρια, έρχομαι εγώ να αναρωτηθώ: ρε φίλε… δεν μπορεί να πέρασαν δεκαέξι χρόνια από την ημέρα εκείνη που ο φίλος μου ο Γιώργος έβγαλε από τη δισκοθήκη του ένα βινύλιο* και μου είπε «το ξέρω ότι δεν ακούς ελληνικά, αλλά έχω εδώ ένα συγκρότημα που δεν μοιάζει με οτιδήποτε άλλο, και θέλεις δεν θέλεις θα το ακούσεις!». Δεν ήθελα, αλλά το άκουσα. Και είχε δίκιο, αν δεν το είχα κάνει, θα έχανα.

 

*Βινύλιο, το: Αγαπημένε αναγνώστη, αν δεν ξέρεις τι είναι το βινύλιο, θα σε παρακαλέσω να μην μου το πεις. Να κάνεις ένα γκουγκλ σερτς, να ενημερωθείς, και δεν θα το συζητήσουμε ποτέ. FYI, αν δεν έχεις ακούσει ποτέ μουσική από βινύλιο, πιστεύω ότι οφείλεις να το διορθώσεις άμεσα. Και δεν θέλω να ξέρω. Ευχαριστώ.

** Πολλές από τις φωτογραφίες τις βούτηξα από το επίσημο φαν πέιτζ των ημίζ στο φέισμπουκ. Όχι, δεν είμαι τόσο καλή φωτογράφος!