Και οι Έλληνες προδίδουν τους Έλληνες – a.k.a. η αληθινή ιστορία του παππού μου

Με τα χέρια σταυρωμένα κάτω από το πηγούνι του, κοιτούσε την ανοιχτή θάλασσα μπροστά του και προσπαθούσε να διασκεδάσει μια ελαφριά ανησυχία που σιγόβραζε μέσα του. Ένας από τους ναύτες του δεν είχε μπαρκάρει χωρίς να ειδοποιήσει, και κάτι τέτοιο δεν συνηθίζεται. Οι ναυτικοί τιμούν το ψωμί τους, γιατί το βγάζουνε με πολύ κόπο και αμέτρητες θυσίες. Έλειπε και ο έμπιστός του, του είχε δώσει άδεια να μην μπαρκάρει. Για την ακρίβεια, τον είχε υποχρεώσει σχεδόν να μην μπαρκάρει, γιατί τον χρειαζόταν η οικογένειά του. Η γυναίκα του μόλις είχε χάσει τα πρόωρα δίδυμα που είχε γεννήσει, και όφειλε να μείνει στο πλάι της γι’ αυτό το ταξίδι. Τα λεφτά θα του τα έδινε ούτως ή άλλως, δικά του ήταν, εξασφαλισμένα. Εκείνος ήθελε να βοηθήσει, όχι μόνο στο ταξίδι, αλλά και στον «σκοπό». Αλλά κάποια πράγματα πρέπει να μπαίνουν πάνω από όλα.

Σκέφτηκε τους «λαθρεπιβάτες» που είχε κρύψει στα αμπάρια. Αγωνιστές της αντίστασης, που τους παραλάμβανε σε κάθε τέτοιο ταξίδι από τα τουρκικά παράλια και τους έβαζε λαθραία στη χώρα. Το σχέδιο ήταν αλάνθαστο, το είχαν καταστρώσει τέλεια με τον Έμπιστο. Οι Γερμανοί τους έδιναν όσο καύσιμο χρειάζονταν για να φτάσουν στον Πειραιά. Εκείνοι στα ανοιχτά άνοιγαν πανιά και φύλαγαν το πετρέλαιο για να κάνουν μεγαλύτερο ταξίδι. Έφταναν στα παράλια, φόρτωναν τους αντιστασιακούς και τους «ξεφόρτωναν» στα λιμάνια που έπιαναν για να συνεχιστεί ο αγώνας. Ο καθένας βοηθούσε από το μετερίζι του.

Είχε μάθει να βοηθάει και να βοηθιέται, από παιδί, όταν, 13 χρονών, η μητριά του είπε: «είσαι πια μεγάλος κι εμείς φτωχοί. Θα πρέπει να βρεις τον δρόμο σου μόνος σου» και τον ανέβασαν για πρώτη φορά στα καράβια. Ήταν άξιος, έπιαναν τα χέρια του και δεν χάθηκε. Στον στρατό μάζευε τα τσιγαρόχαρτα που πετούσαν οι άκαπνοι και τα πουλούσε σε όσους κάπνιζαν. Έκανε έτσι χρήματα και άρχισε την πρώτη του επιχείρηση. Από το τίποτα έφτασε σε μερικά χρόνια να αγοράσει το πρώτο του καράβι. Και λίγο αργότερα να βάλει τα σκαριά για το δεύτερο. Στο χωριό του όλοι έπιναν πια νερό στο όνομά του, αφού τα περισσότερα σπίτια είχαν εξαιτίας του φαγητό στο τσουκάλι. Και το πλήρωμά του τον αγαπούσε. «Αυτή είναι η περιουσία μου» θύμιζε συνέχεια στον εαυτό του, αλλά μετά δούλευε ακόμη πιο σκληρά, γιατί πίσω στη Θεσσαλονίκη είχε μια γυναίκα με ένα παιδί στην κοιλιά.

Με τον διάολο να του τριβελίζει το μυαλό γύρισε στην καμπίνα του και προσπάθησε να κοιμηθεί, αλλά ύπνος δεν τον έπιασε. Έτσι, άυπνο τον βρήκε το ξημέρωμα, και άυπνος ήταν όταν έπιασαν λιμάνι. Άυπνο τον συνέλαβαν οι Γερμανοί, που είχαν μάθει και τους περίμεναν. Άυπνος κατάλαβε πως Έλληνας, συγχωριανός, βοηθημένος, φίλος ήταν αυτός που τους πρόδωσε.

Καταδικάστηκαν όλοι σε θάνατο από τον Γερμανό δικαστή του δικαστηρίου της Θεσσαλονίκης, μια ποινή που αργότερα μετατράπηκε σε ισόβια. «Τι πειράζει, ρε», είπε στο πλήρωμά του. «Ποια ισόβια, δεν θα μείνουν εδώ αυτοί για πάντα. Μέχρι να φύγουν θα είμαστε εδώ, και θα φύγουν γρήγορα». Είχε πάρει θάρρος και γελούσε, γιατί το προηγούμενο βράδυ η γυναίκα του σκαρφάλωσε μέχρι έξω από το κελί του στο Γεντί Κουλέ και του σήκωσε να δει ένα μικρό άσπρο πακετάκι. Ήταν ο γιος του, 40 ημερών, και τον έβλεπε πρώτη φορά. Το βρέφος ούτε και έκλαψε, εξάλλου ήταν Μάιος και η νύχτα ήταν γλυκιά. Εκείνη του ψιθύρισε κάτι κι εκείνος της ψιθύρισε κάτι δικό του. Δεν άκουσαν ο ένας τον άλλον αλλά ήξεραν.

Η ισόβια κάθειρξη  σήμαινε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το βράδυ πριν τους μεταφέρουν στην Αυστρία, ήρθε ο Γερμανός φύλακας και του είπε: «κανόνισα να φύγεις. Όταν σας μεταφέρουν, φύγε από τη σειρά, δεν θα σε κυνηγήσει κανείς». «Και οι άλλοι;», ρώτησε. «Δεν μπορώ να κανονίσω για όλους, θα με εκτελέσουν. Ένας μόνο, μόνο εσύ». Κοίταξε τον Γερμανό φύλακα με ηρεμία και τον ρώτησε. «Έχεις ακούσει ότι ο καπετάνιος δεν εγκαταλείπει ποτέ το καράβι του; Όταν το λες αυτό δεν εννοείς τις λαμαρίνες και τις μηχανές. Εννοείς τους ανθρώπους, των οποίων η ευθύνη τον βαραίνει. Σε ευχαριστώ πολύ για την προσφορά σου, αλλά ή όλοι ή κανείς». «Θα πεθάνεις στο στρατόπεδο», του είπε ο Γερμανός. «Θα δούμε», απάντησε εκείνος.

Την άλλη μέρα πρωί – πρωί τους έβαλαν στα τρένα. Οι φύλακες τον αγνόησαν, όπως του είχε πει ο Γερμανός, αλλά εκείνος ανέβηκε στο βαγόνι και έκανε το ταξίδι. Το τελευταίο της ζωής του. Δολοφονήθηκε σε εκείνο το στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπως ολόκληρο το στρατόπεδο, μαζί με το πλήρωμά του, πλην ενός, μερικές ώρες πριν απελευθερωθούν από τους Συμμάχους. Αυτός ο ένας που έμεινε είπε την ιστορία του πίσω στην πατρίδα. «Μας είπαν ‘κερδίσατε, είστε ελεύθεροι’, και τρέξαμε όλοι για να φύγουμε. Μόνο εγώ γύρισα για να πάρω τα τσιγάρα μου και άκουσα τους πυροβολισμούς. Τους έστησαν ενέδρα και τους σκότωσαν όλους σε ένα ξέφωτο μερικά μέτρα έξω από τις πύλες. Άνοιξαν μια μεγάλη τρύπα και τους έχωσαν εκεί, Χριστιανούς, Εβραίους, Πολωνούς, Αυστριακούς, όλους…».

Δεν έμειναν, όμως, πολλοί για να ακούσουν την ιστορία του. Η γυναίκα του πέθανε «από τον καημό της» λίγο μετά από την είδηση του χαμού του.

Έτσι έφυγε ο παππούς μου. Προδομένος από Έλληνα, γεννημένο στην Ελλάδα, μεγαλωμένο με τα ελληνικά ιδανικά. Έλληνα που βρήκε δουλειά στο καράβι του παππού μου όταν οι δουλειές σπάνιζαν. Έλληνα που το μόνο που είχε να κάνει όταν οι άλλοι βοηθούσαν σε έναν αγώνα για την πατρίδα ήταν να μην μιλήσει και να επιτρέψει λίγο ευνοϊκότερες εξελίξεις για τον τόπο του. Δεν θα άλλαζε τη ροή της ιστορίας ο παππούς μου. Ίσως ήταν, όμως, ένα πολύ μικρό γρανάζι.

ΥΓ. Πολλά χρόνια αργότερα, το βρέφος, άντρας πια, γνώρισε μια κατά επτά χρόνια μικρότερη κοπέλα. Χωρίς να γνωρίζουν ο ένας τον άλλον, αγαπήθηκαν κρυφά από την οικογένεια της κοπέλας και κράτησαν σχέση για έξι χρόνια, πριν αποφασίσουν να αρραβωνιαστούν. Την ημέρα του αρραβώνα αποκαλύφθηκε πως πατέρας της κοπέλας ήταν ο έμπιστος φίλος, που είχε μείνει πίσω σε εκείνο το τελευταίο ταξίδι.

Advertisements

2 responses

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s