Ιδιωτικό φορέβα a.k.a. πώς έρχεσαι στα όριά σου λόγω μιας εισπρακτικής

ImmagineΕπειδή πολλά είπαμε τον τελευταίο καιρό για το δημόσιο, αλλά προφανώς δεν είναι το μόνο που μας φταίει σε αυτόν τον πλανήτη, ας σας πω μια ιστορία και για τον ιδιωτικό τομέα:

Στις εννέα του Ιούλη πλήρωσα τη δόση ενός μικροδανείου που έχω σε μια τράπεζα. Δεν είναι τόσο τεράστιο το δάνειο, ένα Μίκρα έχω πάρει, και μάλιστα είχα δώσει και προκαταβολή, οπότε κάνε την αριθμητική και βγάλε συμπέρασμα.

Στις 20 του ίδιου μήνα με παίρνει η αγαπημένη εισπρακτική της εν λόγω τράπεζας και με ενημερώνει πως έχω απλήρωτο υπόλοιπο και πρέπει να το τακτοποιήσω. Επειδή τυχαίνει να γνωρίζω πάνω κάτω πότε εκδίδονται οι λογαριασμοί, και δεν μου φαινόταν λογικό να έχω ήδη, δέκα μέρες μετά από την πληρωμή, υπόλοιπο, έκανα το λάθος να ρωτήσω:

«Στάσου κοπελιά», της λέω, «τώρα πλήρωσα λογαριασμό, και πληρώνω πάντα στην ώρα μου, πότε έφτασε ο καιρός να έχω ήδη εκκρεμότητα;;»

«Κοιτάξτε να δείτε», μου εξήγησε αυτή. «Εγώ δεν πολυξέρω ό,τι βγάζει το σύστημα βλέπω, και το σύστημα λέει πως έχετε εκκρεμότητα. Αν διαφωνείτε, θα πρέπει να το συζητήσετε με την τράπεζά σας. Στο μεταξύ, να σημειώσω εδώ ότι θα το τακτοποιήσετε;».

Ε, εντάξει, σκέφτηκα, θα πάω στην τράπεζα, θα το τακτοποιήσω. Την επόμενη μέρα, μιλάω με τη μητέρα μου (όπου έρχονται όλοι οι λογαριασμοί μου) και μου λέει «καλέ, χαζή είσαι; Μου έχουν στείλει ενημερωτικό από την τράπεζα, ότι χρωστάμε 0 ευρώ και η επόμενη καταβολή είναι στις 7 Αυγούστου! Μη διανοηθείς να πληρώσεις τίποτα παραπάνω!».

Λάθος του συστήματος, σκέφτομαι εγώ, θα το διορθώσουν, όλα καλά, αφού έχουμε το χαρτί.

Μερικές ημέρες αργότερα, το τηλέφωνό μου χτυπάει και πάλι. «Δεν κάνατε την καταβολή της δόσης», με «μαλώνει» η κυρία που με είχε ξαναπάρει. «Ναι, γιατί δεν χρωστάω» την ενημερώνω. «Μας έστειλε χαρτί η τράπεζα πως το χρέος μας είναι μηδενικό». «Αποκλείεται» λέει εκείνη, «είναι παλιά ενημέρωση. Το βλέπω εδώ ακόμη, χρωστάτε 120 ευρώ». «Μα, πώς;», αναρωτιέμαι. «Το σύστημα», μου λέει. «Να βάλω ότι θα το τακτοποιήσετε;». Άφωνη εγώ, βλέπω ότι θα πρέπει να πάω στην τράπεζα για να δω τι γίνεται. «Τι να σας πω, προφανώς».

Έκανα μερικές μέρες, ομολογουμένως, να ασχοληθώ. Μην φανταστείς καμιά εβδομάδα, δυο-τρεις μέρες. Τη μέρα που ξέχασα το κινητό στο σπίτι, εκείνη τη μέρα βρήκαν να πάρουν. Γύρισα σπίτι και βρήκα πέντε αναπάντητες από ένα κινητό που δεν γνώριζα. Αρχικά τρόμαξα, σκέφτηκα πως κάτι έπαθαν οι γονείς μου, ωστόσο μετά η λογική κυριάρχησε (αφού είχα μιλήσει με τη μαμά μου και ήταν όλα καλά). Μετά σκέφτηκα πως, κινητό είναι, αν πράγματι με ήθελαν για κάτι σοβαρό θα μου είχαν στείλει sms, ή θα είχαν αφήσει κάποιο μήνυμα στον τηλεφωνητή. Την απάντηση την πήρα μισή ώρα αργότερα, όταν με πήρε η μαμά μου και μου είπε «ξέχασα να σου πω, πήραν από την εισπρακτική της τράπεζας και είπαν ότι σε ψάχνουν όλη μέρα. Τους είπα ότι δεν χρωστάμε τίποτα, αλλά δεν ήθελαν να ακούσουν εμένα, ήθελαν να μιλήσουν μαζί σου».

Πήραν τηλέφωνο ΚΑΙ στο σταθερό, λοιπόν. Για μια οφειλή που δεν υπάρχει. Και που επανειλημμένως τους εξήγησα πως, όχι μόνο δεν υπάρχει, αλλά έχω και χαρτί από την τράπεζα ότι δεν υπάρχει. Και η απάντησή τους σε αυτό ήταν «το Σύστημα». Λες και Το Σύστημα έχει δικό του μυαλό, είναι ο Σατανάς, ξεφουρνίζει μια ψευτο-οφειλή με δική του πρωτοβουλία και άντε να το πολεμήσεις.

Δεν είναι καν τυχαίο το όνομα. «Το Σύστημα». Ξέρεις, ξυπνάει συνειρμούς. Και σου λένε μετά «πού να τα βάζεις τώρα με Το Σύστημα. Δώσε εκεί τα λεφτά να πάει στα κομμάτια».

Εξηγώ στη μητέρα μου πώς έχουν τα πράγματα και μου λέει: «άσε, θα πάω εγώ από εκεί αύριο το πρωί να το λύσω».

Την επόμενη ημέρα, γύρω στις 11, είχα βάλει το κινητό μου στον υπολογιστή για να φορτώσω κάτι φωτογραφίες. Το τονίζω, για να καταλάβεις πόσο κοντά στο κινητό ήμουν. Όπως δούλευα, χτυπάει το κινητό. Πάω να το σηκώσω (από επάνω ήμουν, το έπιασα στο δευτερόλεπτο), ντου-ντου-ντου… Κοιτάζω, η εισπρακτική.

Παίρνω τη μητέρα μου τηλέφωνο, ήταν ήδη στην τράπεζα. «Μην ανησυχείς», μου λέει, «το τακτοποίησα εδώ με τις κοπέλες. Λάθος της εισπρακτικής ήταν, λέει, αλλά πήραμε τηλέφωνο και το διόρθωσαν». «Δηλαδή», λέω, «δεν θα με ξαναπάρουν;». «Όχι πριν από τον Σεπτέμβριο, γιατί πλήρωσα και τη δόση του Αυγούστου», μου λέει γελώντας, και κανονίζουμε να περάσω να την πάρω για να κεράσω καφέ για τα «ευχαριστώ» (φυσικά και κέρασε εκείνη τελικά, έχω καλή μαμά!).

Βρισκόμαστε, λοιπόν, και μου δίνει το χαρτί (που δεν ανεβάζω, για ευνόητους λόγους, για να μην φανεί η τράπεζα, ο λογαριασμός μου κλπ) και πίνουμε καφέ. Ξαφνικά, χτυπάει το κινητό μου. Ναι, το μάντεψες.

Το σηκώνω με απορία, ομολογουμένως, και ακούω έναν κύριο από μέσα να μου ζητάει τα στοιχεία μου, για να με ενημερώσει στη συνέχεια για την οφειλή μου.

«Καλά, ρε παιδιά, πλάκα μου κάνετε; Μόλις ήρθα από την τράπεζα, πόσες φορές πρέπει να ενημερώσω ότι δεν χρωστάω σε κανέναν;». «Το σύστημα λέει ότι χρωστάτε», μου λέει εκείνος. «Άνθρωπέ μου, μόλις βγήκα από την τράπεζα, πήραν από εκεί τηλέφωνο και την κ. Τάδε και τους είπε ότι είναι λάθος τους και ότι με βγάζουν από εκεί –», (με διακόπτει) «φαίνεται εδώ καθαρά ότι έχετε μια οφειλή τόσων ευρώ, που είναι καθυστερημένη –» (τον διακόπτω) «ακούστε να δείτε, για να τελειώνουμε, γιατί με έχετε τρελάνει στα τηλέφωνα, δεν έχω καμία οφειλή, όχι μόνο για τον Ιούλιο, αλλά έχω πληρώσει και τη δόση που λήγει στις 7 Αυγούστου. Έχω και χαρτί στα χέρια μου που λέει πως η οφειλή μου είναι ΜΗΔΕΝ και πως επόμενη καταβολή πρέπει να κάνω στις 7 Αυγούστου» (έχω εμφανώς χάσει την ψυχραιμία μου εντελώς) «και δεν θέλω να σας ξανακούσω πριν από τον Σεπτέμβριο!», «Και τότε», με μαλώνει, εμφανώς ενοχλημένος, «γιατί δηλώσατε πως θα κάνετε πληρωμή στις 20 και στις 26 Ιουλίου;». «ΓΙΑΤΙ ΜΟΥ ΕΙΠΑΤΕ ΟΤΙ ΧΡΩΣΤΑΩ ΛΕΦΤΑ ΕΝΩ ΔΕΝ ΧΡΩΣΤΟΥΣΑ!!» του λέω, έξαλλη πλέον. Έξαλλος κι εκείνος, μου λέει «να σημειώσω, λοιπόν, ότι δεν θα γίνει καμία καταβολή τις επόμενες ημέρες». «ΝΑΙ!!».

«Εντάξει λοιπόν, ευχαριστώ», λέει, εμφανέστατα εκνευρισμένος και μου το κλείνει.

Άφησα κάτω το τηλέφωνο τρέμοντας. Οι γονείς μου με κοιτούσαν με γουρλωμένα μάτια. Αυτά τα νεύρα, ρε φίλε… Ποιος θα με αποζημιώσει για αυτά τα νεύρα; Και πως;;

Advertisements

Δημόσιο φορέβα

Σταμάτησα το αυτοκίνητο και έσβησα τη μηχανή. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και μπορούσα να ακούσω το αίμα να τρέχει ανάμεσα στα αυτιά μου. Άνοιξα την πόρτα, βγήκα στο δρόμο και άρχισα να περπατώ προς το μεγάλο, γκρίζο, αφιλόξενο κτίριο. «Να είσαι ψύχραιμη, να μην δείξεις αδυναμία», ψιθύρισα στον εαυτό μου. Ένας νεαρός, που έκανε ακριβώς την αντίθετη διαδρομή με εμένα, με κοίταξε με οίκτο και μου χαμογέλασε ενθαρρυντικά. Του το ανταπέδωσα με ένα χαμόγελο ευγνωμοσύνης.

Έφτασα στο κτίριο, μπροστά από την πόρτα. Μπορούσα να δω μέσα εκατοντάδες κόσμου, σε καρέκλες, στους τοίχους, σε ταμεία, κάποιοι ήταν στα γόνατα, ενώ το κορμί τους συνταρασσόταν από κάτι σαν σπασμούς. Μου πήρε λίγα δευτερόλεπτα να καταλάβω ότι έκλαιγαν. Άπλωσα το χέρι και έπιασα στην παλάμη μου το κρύο, σκληρό, σιδερένιο πόμολο. Με μια αποφασιστική κίνηση τράβηξα την πόρτα προς το μέρος μου. Εκείνη σείστηκε ολόκληρη, αλλά παρέμεινε κολλημένη στο ίδιο σημείο. Απόμεινα να την κοιτάζω με απορία, μέχρι που ένας κύριος μου είπε: «Από την άλλη είναι η είσοδος κοπελιά, σταμάτα να κουνάς την πόρτα άδικα».

Κοίταξα δίπλα. Είχε μια ίδια πόρτα, με τα ίδια χαρτάκια κολλημένα, τις ίδιες ανακοινώσεις και την ίδια  ταμπέλα «ΕΙΣΟΔΟΣ» με την πόρτα που άδικα κουνούσα εγώ, ενώ κόσμος έμπαινε  και έβγαινε ανεμπόδιστα. Η δικιά μου η πόρτα, επάνω δεξιά, είχε ένα βελάκι που έδειχνε προς τα αριστερά.

Μάλιστα.

Καλή αρχή.

Μπήκα από τη σωστή πόρτα και ακολούθησα ένα μίνι διαδρομίδιο που έβγαζε ακριβώς μπροστά από τη «δικιά μου» πόρτα. «Ποιο το νόημα», πήγα να σκεφτώ, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή η «δικιά μου πόρτα» μου έκλεισε το μάτι και μου έβγαλε τη γλώσσα.

Ταράχτηκα και μπήκα στον χώρο σχεδόν τρέχοντας.

Στάθηκα στη μέση του χάους που ονομάζεται ΟΑΕΔ και χάθηκα. Στα αριστερά μου ταμεία, με δεκάδες ανθρώπους, που φώναζαν, χειρονομούσαν, κάποιοι χειροδικούσαν, κάποιοι έφτυναν, ένα παιδάκι έτρεχε, κάποιοι κύριοι διάβαζαν κάτι χαρτιά, δύο κοπέλες έσκιζαν άλλα χαρτιά, ενώ σε μια γωνιά, μια ομάδα ανθρώπων, σε κυκλική διάταξη τραγουδούσαν μια παγανιστική προσευχή. Σε μια άλλη γωνία, περίπου δέκα γέροι έκαναν τάι τσι.

Στα δεξιά άλλα ταμεία, με ουρές ατελείωτες, φιδίσιες, κροκοδειλίσιες, δρακουλίσιες, που μπλέκονταν σε απίστευτους σχηματισμούς και διατάξεις, ενώ οι άνθρωποι που περίμεναν σε αυτές, κουρασμένοι, με το κολατσιό τους, τον καφέ τους κι ένας με την τηλεόραση και τον αποκωδικοποιητή της νόβα έβλεπε κρίμιναλ μάιντς.

Πίσω από τα ταμεία, υπάλληλοι του δημοσίου.

Στο κέντρο της αίθουσας δεκάδες καρέκλες γεμάτες από κόσμο που διάβαζε, κοιμόταν, μια κυρία μαγείρευε, μια κοπέλα, αναμαλλιασμένη, ιδρωμένη και λαχανιασμένη, μαζί με τον άντρα της χάιδευαν ένα βρέφος που έκλαιγε με όλη τη δύναμη που του δίνουν τα μικροσκοπικά (αλλά πολύ αποδοτικά) πνευμόνια του. Εκείνος της ψιθύριζε γλυκά στο αυτί: «’Αναμονή’ θα την πούμε, γιατί εδώ συνελήφθη, εδώ κυοφορήθηκε κι εδώ γεννήθηκε. Το τυχερό της ήταν». Ένας βαθιά ηλικιωμένος, με χαρτάκι για την έκδοση κάρτας ανεργίας, είχε γύρει το κεφάλι του στο πλάι, σε μια πολύ αφύσικη γωνία, και κοιμόταν. Με τα μάτια ανοιχτά και το στόμα να χάσκει. Το πρόσωπό του ήταν πολύ χλωμό και δεν ροχάλιζε.

Δεν έκατσα να δω αν ανέπνεε, γιατί έπρεπε να βρω πού θα στηθώ. Προχώρησα για να ρωτήσω στα πίσω γραφεία, εκεί που το πλήθος δεν πλησίαζε. Ωστόσο τα γραφεία ήταν άδεια – και ψυχρά… σαν την καρδιά του συστήματος. Επέστρεψα προς τον πολύ κόσμο «κάποιος», σκέφτηκα, «θα με βοηθήσει». Εκεί, πίσω από ένα ταμείο, καθόταν μια καλοβαλμένη κοπελίτσα και κοιτούσε με επιμονή απέναντι. Έριξα μια ματιά, για να δω αν εξυπηρετεί κάποιον από μακριά, αλλά απέναντί της ήταν μόνο ένας τοίχος. Πήρα, λοιπόν, το θάρρος και ξερόβηξα.

«Ε… γκουχ γκουχ… καλημέρα».

Σαν να την ξύπνησα από λήθαργο βαθύ, η κοπέλα γύρισε αργά το βλέμμα προς το μέρος μου. Ήταν νέα, γύρω στα 25, με μαύρα μαλλιά, πιασμένα σε έναν μεγάλο κότσο, στην κορυφή του κεφαλιού της. Φορούσε ένα κίτρινο μπλουζάκι, που τόνιζε όμορφα τα πολύ μαυρισμένα χέρια της. Ιούλιος γαρ, και τα μπάνια του λαού έχουν ξεκινήσει εδώ και πολλές εβδομάδες.

Της πήρε λίγη ώρα για τα μάτια της να συναντήσουν τα δικά μου μάτια, και λίγη ακόμη για να εστιάσει επάνω μου. Όλη αυτή την ώρα, εγώ αμήχανη, μπροστά από το γραφείο της, στεκόμουν από το ένα πόδι στο άλλο και περίμενα. Μετά από τον ΟΑΕΔ έπρεπε να πάω και σε άλλες δουλειές, και η κατάσταση μέσα στην υπηρεσία δεν φαινόταν ελπιδοφόρα.

Επιτέλους το τρένο του βλέμματος έφτασε, πάρκαρε στον σταθμό και έσβησε μηχανές, οπότε ένιωσα πως είχε έρθει η ώρα να ρωτήσω αυτό που ήθελα:

«Αναρωτιέμαι πού θα πρέπει να πάω για μία βεβαίωση εισοδημάτων για το 2011», της είπα και χαμογέλασα.

Με κοίταξε, σκέφτηκε για λίγο και μου είπε «σταθείτε εκεί απέναντι».

Εκεί που λέει «έκδοση κάρτας ανεργίας», αναρωτήθηκα…

«Εκεί που λέει ‘έκδοση κάρτας ανεργίας’;», τη ρώτησα, αλλά το μετάνιωσα αμέσως. Η έκφρασή της σκλήρυνε, το βλέμμα της άδειασε και η ματιά της καρφώθηκε επάνω μου. «Ναι», μου είπε, με ύφος που έλεγε «με αμφισβητείς;».

Την ευχαρίστησα, νομίζω ότι της έκανα και μια ιαπωνική υπόκλιση και έφυγα τρέχοντας.

Η ουρά ήταν κροκοδειλίσια. Δεν ήταν, δηλαδή, μικρή, αλλά ούτε και μεγάλη. Ήταν μεσαίου μεγέθους, ίσια, και έκανε στροφή σε μια γωνία. Μεσαίου μεγέθους ουρά, για να καταλάβεις, είναι εκείνη για τη μπύρα σε φεστιβάλ. Μεγάλη είναι η ουρά για τα λαχεία στην Ισπανία*.

Στήθηκα, λοιπόν, στην ακρούλα της και περίμενα. Η ώρα περνούσε και δεν είχα βιβλίο. Προσπάθησα να βρω τα ακουστικά του άιποντ, αλλά είχα μόνο τα χαλασμένα. Προσπάθησα να μπω στο τουίτερ, αλλά δεν είχα σήμα. Προσπάθησα να παίξω move the box αλλά είμαι σε πίστα που δεν μπορώ να βγάλω, και εκνευρίστηκα. Προσπάθησα να κλέψω, αλλά δυστυχώς δεν είχα σήμα. Μόνη μου ελπίδα ήταν να παρατηρήσω τους γύρω μου.

Αυτό που παρατήρησα με τρόμαξε. Όλοι μα όλοι (με την εξαίρεση μιας κυρίας που περίμενε με ένα καροτσάκι του σούπερ μάρκετ, με τα ψώνια της εβδομάδας και τα λεφτά στο χέρι), κρατούσαν δικαιολογητικά για κάρτα ανεργίας. Κοίταξα λίγο τα πόδια μου. Τους ξανατσέκαρα. Δεν είχε αλλάξει τίποτα. Κοίταξα τον τοίχο. Κοίταξα τη γωνία όπου αλλάζει φορά η ουρά. Τους ξανακοίταξα. Όλα τα ίδια.

Έψαξα την κοπέλα, η οποία κοιτούσε προς το μέρος μου. Σκέφτηκα «ή τώρα ή ποτέ» κι έκανα να κινηθώ προς το μέρος της. Αστραπιαία σήκωσε το τηλέφωνο και άρχισε να μιλάει. «Ατυχία», σκέφτηκα, και στράφηκα και πάλι προς την ουρά, μόνο για να την πιάσει η άκρη του ματιού μου να κατεβάζει το ακουστικό. «Τι τύχη!!» πανηγύρισα και ξανακινήθηκα προς το μέρος της. ΧΡΑΠ! Με ταχύτητα φωτός, το ακουστικό βρισκόταν και πάλι στο αυτί της, συνοδευόμενο από το χέρι της. Χωρίς να σκεφτώ τίποτα, ξαναγύρισα προς την ουρά, για να δω το χέρι της να ξανακατεβαίνει. Δυο-τρεις φορές, το ομολογώ, το έκανα για την πλάκα μου. Βάρος στο αριστερό πόδι – ακουστικό ψηλά, βάρος στο δεξί πόδι – ακουστικό χαμηλά. Σαν το κογιότ και τα αυτοκίνητα.

Βρήκα ευκαιρία όταν η διπλανή της επαίνεσε τα σκουλαρίκια της, και με δυο κινήσεις αίλουρου και ένα τσουκαχάρα βρισκόμουν μπροστά της.

«Είναι σίγουρα το σωστό ταμείο;», ρώτησα χαμογελώντας (ακόμη). Δεν μου απάντησε ποτέ, απλά σχημάτισε στο στόμα της εκείνο το χαμόγελο της γυναίκας που μόλις την έχει ρωτήσει ο άντρας της αν μπορεί να βγει μόνος με τους φίλους του το βράδυ.

«Θέλω βεβαίωση εισοδημάτων για το 2011 λόγω μητρότητας», είπα ξανά, μήπως δεν είχε καταλάβει την πρώτη φορά. Η έκφρασή της άλλαξε, από «αηδιασμένης ειρωνείας» σε «γιατί Θεέ μου τυχαίνουν σε εμένα όλοι οι ηλίθιοι;». «Γιατί δεν το λες από την αρχή;», με ρώτησε με τα χέρια στη μέση (στον ενικό). «Ε… δεν με ρωτήσατε και δεν ήξερα ότι έχει διαφορά…», απάντησα με την ουρά στα σκέλια (στον πληθυντικό). «Είναι και που εγώ το κάνω πρώτη φορά, ενώ εσύ είσαι εδώ κάθε μέρα», η σκέψη σαν ζιζάνιο ζούπηξε το μυαλό μου και γαργάλησε τη γλώσσα – αλλά αντιστάθηκα. «Να πας στον επάνω όροφο, τι δουλειά έχεις εδώ;», μου έδειξε με το δάχτυλο (πάλι στον ενικό) και σταμάτησε να αναγνωρίζει την ύπαρξή μου στον χώρο.

Έφυγα νικημένη. Όπως πάντα. Γιατί στη μάχη Εσύ – Δημόσιο, το αποτέλεσμα είναι πάντα νίκη εκτός έδρας.

*Παρατήρησε, σε παρακαλώ, ότι στη φωτογραφία στο άρθρο, η ουρά στρίβει στη γωνία, και συνεχίζει.

Μυρίζοντας δεκοχτούρες στη Φλωρεντία με τον Μπίλι Μπομπ

Immagine

Εδώ που κάθομαι μυρίζει καμμένα πούπουλα. Ένα μέρος του μυαλού μου ανησυχεί για όγκο στον εγκέφαλο, αλλά τα υπόλοιπα μέρη του μυαλού μου του χώνουν σφαλιάρες και το υποχρεώνουν να κάτσει στη γωνία του ήσυχα και να επαναλάβει 1.000 φορές «δεν θα ξαναπάω σινεμά». Από μέσα του.

Αυτό το μέσα του μέσα μου, πόσο μέσα μου είναι;

Τα καμμένα πούπουλα είναι σίγουρα από δεκοχτούρες. Ξέρεις, τα ποντίκια με φτερά που γεμίζουν το μπαλκόνι κουτσουλιές και βάζουν το κεφάλι τους μέσα από το παράθυρό σου και κάνουν «κουκούουου-ού κουκούουου-ου» ακριβώς τη στιγμή που σε είχε πάρει ο γλυκός μεσημεριανός ύπνος. Και όταν πετάγεσαι τρομαγμένος, πετούν με εκείνο το αυτάρεσκο χαμόγελο εκδίκησης στο ράμφος, που σε κάνει να θέλεις να σαβουρντίσεις κάθε δέσμευση βιγκανιζμού και να διαπιστώσεις ο ίδιος πόση ώρα θα χρειαστούν για να ψηθούν στην ηλεκτρική ψησταριά.

Η ζέστη τις κανονίζει για πάρτη σου, βέβαια. Οι δεκοχτούρες αναφλέγονται αυτόματα στους 40 βαθμούς Κελσίου. Τη μια στιγμή πετάνε ανέμελα έξω από το μπαλκόνι σου, φτύνοντας «κουκούου-ού!» σαν κουκούτσι κερασιού και την άλλη ΠΟΥΦ! είναι ξαφνικά μια μπάλα φωτιάς, για τέσσερα δευτερόλεπτα, και μετά καπνός. Και μετά απολύτως τίποτα. Ούτε καν ανάμνηση.

Εξού και η μυρωδιά καμμένων πούπουλων.

Πουπούλων…

**κατάρρευση**

Μάφιν, αυτός ο άσχημος…

Υπάρχει πάντα. Εκείνο το μελανό σημείο σε μια αλλιώς τέλεια μαφινιέρα, το κεϊκάκι εκείνο που «ξέφυγε» λίγο. Που έσκασε λίγο παραπάνω, που πατήθηκε λίγο από τα αριστερά (ή από τα δεξιά, εξαρτάται από πού θα το κοιτάξεις), που του έτρεξε λίγο παραπάνω η μαρμελάδα, που το κάτω του λιγάκι κόλλησε.

Και τώρα οι φίλοι είναι καθ’ οδόν και πρέπει κάτι να το κάνεις, γιατί δεν μπορεί αυτή η στραβοχυμένη κακή δικαιολογία ζαχαροπλαστικής να σου χαλάσει ένα μέχρι στιγμής τέλειο παρελθόν πίσω από τους πάγκους και πάνω από τις κουτάλες.

Δεν σου κάνει καρδιά να το φας. Δεν είναι λαχταριστό όπως τα υπόλοιπα. Στην πραγματικότητα, δεν έχει καμία από τις ποιότητες εκείνες που κάνουν τα γλυκά στις διαφημίσεις να μυρίζουν παράδεισο ακόμη και μέσα από την οθόνη της τηλεόρασης. Δεν είναι αφράτο, δεν έχει το τέλειο «καπελάκι», δεν γυαλίζει. Κάθεται απλά εκεί, μέσα στο πιάτο, και σε κοιτάει με αυθάδεια, σαν να σου λεει «εσύ φταις που γεννήθηκα έτσι, τώρα θα πρέπει να με υποστείς». Φαίνεται τόσο αταίριαστο μέσα στο πιάτο δίπλα στα τέλεια αδερφάκια του, που σου έρχεται να ουρλιάξεις.

Οι φίλοι σου όμως έρχονται, και κάτι πρέπει να κάνεις. Δεν θέλεις να το πετάξεις, γιατί τι θα γίνει αν το πάρει κανένα μάτι κατά λάθος; Εκεί, δίπλα στην ασχήμια του, θα πεταχτεί και το καλό σου όνομα σαν νοικοκυρά.

Η ώρα περνάει, ο χρόνος χορεύει αμείλικτα γύρω σου, καθώς αναποφάσιστη κάθεσαι πάνω από την πιατέλα με τα τέλεια (μείον ένα) μάφινς και προσπαθείς να αναβάλεις το αναπόφευκτο. Κάτω από το σπίτι σου όμως ακούς φρεναρίσματα και πόρτες να ανοίγουν και να κλείνουν. Οι φίλοι σου ήρθαν και αυτό είναι ακόμη εκεί.

Αντιδράς αστραπιαία, το αρπάζεις, ανοίγεις το στόμα σου και το κρύβεις εκεί. Καθώς τα σαγόνια σου συναντιούνται, σε εκείνη την πρώτη βιαστική προσπάθεια να το εξαφανίσεις, η γεύση εκρήγνυται στην κορυφή του λαιμού σου και δάκρυα σκαρφαλώνουν αντανακλαστικά στα μάτια σου. Μια δόση γαλήνης και ειλικρινούς απόλαυσης, που όμοιά της είχες χρόνια να ζήσεις σου λύνει τα γόνατα, και ενστικτωδώς αγκαλιάζεις το κορμί σου, και επιδίδεσαι σε έναν μοναχικό, βουβό χορό μέσα στην κουζίνα σου. Το κουδούνι της πόρτας δεν στέκεται ικανό να σε επαναφέρει με την πρώτη προσπάθεια. Το δεύτερο κουδούνισμα σε οδηγεί προς τη σωστή κατεύθυνση. Ανοίγεις την πόρτα με χαμόγελο και υποδέχεσαι τους φίλους σου αγκαλιάζοντάς τους σφιχτά.

Είχες ξεχάσει πως κάποιες φορές, το μάφιν είναι άσχημο επειδή έπεσε μέσα του λίγη περισσότερη μαρμελάδα. Ή επάνω του λίγο περισσότερο κακάο. Ή ήταν, απλά, λίγο πιο γεμάτη η θηκούλα. Αυτές, όμως, οι ατέλειες, που οδηγούν στην καταστροφή της εξωτερικής του εμφάνισης, είναι εκείνες ακριβώς που κάνουν τη γεύση του πιο πλούσια, πιο γεμάτη, πιο ζωντανή.

Είναι εκείνες οι μικρές ατέλειες που μας κάνουν να τα αγαπάμε τόσο πολύ.