Δημόσιο φορέβα

Σταμάτησα το αυτοκίνητο και έσβησα τη μηχανή. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και μπορούσα να ακούσω το αίμα να τρέχει ανάμεσα στα αυτιά μου. Άνοιξα την πόρτα, βγήκα στο δρόμο και άρχισα να περπατώ προς το μεγάλο, γκρίζο, αφιλόξενο κτίριο. «Να είσαι ψύχραιμη, να μην δείξεις αδυναμία», ψιθύρισα στον εαυτό μου. Ένας νεαρός, που έκανε ακριβώς την αντίθετη διαδρομή με εμένα, με κοίταξε με οίκτο και μου χαμογέλασε ενθαρρυντικά. Του το ανταπέδωσα με ένα χαμόγελο ευγνωμοσύνης.

Έφτασα στο κτίριο, μπροστά από την πόρτα. Μπορούσα να δω μέσα εκατοντάδες κόσμου, σε καρέκλες, στους τοίχους, σε ταμεία, κάποιοι ήταν στα γόνατα, ενώ το κορμί τους συνταρασσόταν από κάτι σαν σπασμούς. Μου πήρε λίγα δευτερόλεπτα να καταλάβω ότι έκλαιγαν. Άπλωσα το χέρι και έπιασα στην παλάμη μου το κρύο, σκληρό, σιδερένιο πόμολο. Με μια αποφασιστική κίνηση τράβηξα την πόρτα προς το μέρος μου. Εκείνη σείστηκε ολόκληρη, αλλά παρέμεινε κολλημένη στο ίδιο σημείο. Απόμεινα να την κοιτάζω με απορία, μέχρι που ένας κύριος μου είπε: «Από την άλλη είναι η είσοδος κοπελιά, σταμάτα να κουνάς την πόρτα άδικα».

Κοίταξα δίπλα. Είχε μια ίδια πόρτα, με τα ίδια χαρτάκια κολλημένα, τις ίδιες ανακοινώσεις και την ίδια  ταμπέλα «ΕΙΣΟΔΟΣ» με την πόρτα που άδικα κουνούσα εγώ, ενώ κόσμος έμπαινε  και έβγαινε ανεμπόδιστα. Η δικιά μου η πόρτα, επάνω δεξιά, είχε ένα βελάκι που έδειχνε προς τα αριστερά.

Μάλιστα.

Καλή αρχή.

Μπήκα από τη σωστή πόρτα και ακολούθησα ένα μίνι διαδρομίδιο που έβγαζε ακριβώς μπροστά από τη «δικιά μου» πόρτα. «Ποιο το νόημα», πήγα να σκεφτώ, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή η «δικιά μου πόρτα» μου έκλεισε το μάτι και μου έβγαλε τη γλώσσα.

Ταράχτηκα και μπήκα στον χώρο σχεδόν τρέχοντας.

Στάθηκα στη μέση του χάους που ονομάζεται ΟΑΕΔ και χάθηκα. Στα αριστερά μου ταμεία, με δεκάδες ανθρώπους, που φώναζαν, χειρονομούσαν, κάποιοι χειροδικούσαν, κάποιοι έφτυναν, ένα παιδάκι έτρεχε, κάποιοι κύριοι διάβαζαν κάτι χαρτιά, δύο κοπέλες έσκιζαν άλλα χαρτιά, ενώ σε μια γωνιά, μια ομάδα ανθρώπων, σε κυκλική διάταξη τραγουδούσαν μια παγανιστική προσευχή. Σε μια άλλη γωνία, περίπου δέκα γέροι έκαναν τάι τσι.

Στα δεξιά άλλα ταμεία, με ουρές ατελείωτες, φιδίσιες, κροκοδειλίσιες, δρακουλίσιες, που μπλέκονταν σε απίστευτους σχηματισμούς και διατάξεις, ενώ οι άνθρωποι που περίμεναν σε αυτές, κουρασμένοι, με το κολατσιό τους, τον καφέ τους κι ένας με την τηλεόραση και τον αποκωδικοποιητή της νόβα έβλεπε κρίμιναλ μάιντς.

Πίσω από τα ταμεία, υπάλληλοι του δημοσίου.

Στο κέντρο της αίθουσας δεκάδες καρέκλες γεμάτες από κόσμο που διάβαζε, κοιμόταν, μια κυρία μαγείρευε, μια κοπέλα, αναμαλλιασμένη, ιδρωμένη και λαχανιασμένη, μαζί με τον άντρα της χάιδευαν ένα βρέφος που έκλαιγε με όλη τη δύναμη που του δίνουν τα μικροσκοπικά (αλλά πολύ αποδοτικά) πνευμόνια του. Εκείνος της ψιθύριζε γλυκά στο αυτί: «’Αναμονή’ θα την πούμε, γιατί εδώ συνελήφθη, εδώ κυοφορήθηκε κι εδώ γεννήθηκε. Το τυχερό της ήταν». Ένας βαθιά ηλικιωμένος, με χαρτάκι για την έκδοση κάρτας ανεργίας, είχε γύρει το κεφάλι του στο πλάι, σε μια πολύ αφύσικη γωνία, και κοιμόταν. Με τα μάτια ανοιχτά και το στόμα να χάσκει. Το πρόσωπό του ήταν πολύ χλωμό και δεν ροχάλιζε.

Δεν έκατσα να δω αν ανέπνεε, γιατί έπρεπε να βρω πού θα στηθώ. Προχώρησα για να ρωτήσω στα πίσω γραφεία, εκεί που το πλήθος δεν πλησίαζε. Ωστόσο τα γραφεία ήταν άδεια – και ψυχρά… σαν την καρδιά του συστήματος. Επέστρεψα προς τον πολύ κόσμο «κάποιος», σκέφτηκα, «θα με βοηθήσει». Εκεί, πίσω από ένα ταμείο, καθόταν μια καλοβαλμένη κοπελίτσα και κοιτούσε με επιμονή απέναντι. Έριξα μια ματιά, για να δω αν εξυπηρετεί κάποιον από μακριά, αλλά απέναντί της ήταν μόνο ένας τοίχος. Πήρα, λοιπόν, το θάρρος και ξερόβηξα.

«Ε… γκουχ γκουχ… καλημέρα».

Σαν να την ξύπνησα από λήθαργο βαθύ, η κοπέλα γύρισε αργά το βλέμμα προς το μέρος μου. Ήταν νέα, γύρω στα 25, με μαύρα μαλλιά, πιασμένα σε έναν μεγάλο κότσο, στην κορυφή του κεφαλιού της. Φορούσε ένα κίτρινο μπλουζάκι, που τόνιζε όμορφα τα πολύ μαυρισμένα χέρια της. Ιούλιος γαρ, και τα μπάνια του λαού έχουν ξεκινήσει εδώ και πολλές εβδομάδες.

Της πήρε λίγη ώρα για τα μάτια της να συναντήσουν τα δικά μου μάτια, και λίγη ακόμη για να εστιάσει επάνω μου. Όλη αυτή την ώρα, εγώ αμήχανη, μπροστά από το γραφείο της, στεκόμουν από το ένα πόδι στο άλλο και περίμενα. Μετά από τον ΟΑΕΔ έπρεπε να πάω και σε άλλες δουλειές, και η κατάσταση μέσα στην υπηρεσία δεν φαινόταν ελπιδοφόρα.

Επιτέλους το τρένο του βλέμματος έφτασε, πάρκαρε στον σταθμό και έσβησε μηχανές, οπότε ένιωσα πως είχε έρθει η ώρα να ρωτήσω αυτό που ήθελα:

«Αναρωτιέμαι πού θα πρέπει να πάω για μία βεβαίωση εισοδημάτων για το 2011», της είπα και χαμογέλασα.

Με κοίταξε, σκέφτηκε για λίγο και μου είπε «σταθείτε εκεί απέναντι».

Εκεί που λέει «έκδοση κάρτας ανεργίας», αναρωτήθηκα…

«Εκεί που λέει ‘έκδοση κάρτας ανεργίας’;», τη ρώτησα, αλλά το μετάνιωσα αμέσως. Η έκφρασή της σκλήρυνε, το βλέμμα της άδειασε και η ματιά της καρφώθηκε επάνω μου. «Ναι», μου είπε, με ύφος που έλεγε «με αμφισβητείς;».

Την ευχαρίστησα, νομίζω ότι της έκανα και μια ιαπωνική υπόκλιση και έφυγα τρέχοντας.

Η ουρά ήταν κροκοδειλίσια. Δεν ήταν, δηλαδή, μικρή, αλλά ούτε και μεγάλη. Ήταν μεσαίου μεγέθους, ίσια, και έκανε στροφή σε μια γωνία. Μεσαίου μεγέθους ουρά, για να καταλάβεις, είναι εκείνη για τη μπύρα σε φεστιβάλ. Μεγάλη είναι η ουρά για τα λαχεία στην Ισπανία*.

Στήθηκα, λοιπόν, στην ακρούλα της και περίμενα. Η ώρα περνούσε και δεν είχα βιβλίο. Προσπάθησα να βρω τα ακουστικά του άιποντ, αλλά είχα μόνο τα χαλασμένα. Προσπάθησα να μπω στο τουίτερ, αλλά δεν είχα σήμα. Προσπάθησα να παίξω move the box αλλά είμαι σε πίστα που δεν μπορώ να βγάλω, και εκνευρίστηκα. Προσπάθησα να κλέψω, αλλά δυστυχώς δεν είχα σήμα. Μόνη μου ελπίδα ήταν να παρατηρήσω τους γύρω μου.

Αυτό που παρατήρησα με τρόμαξε. Όλοι μα όλοι (με την εξαίρεση μιας κυρίας που περίμενε με ένα καροτσάκι του σούπερ μάρκετ, με τα ψώνια της εβδομάδας και τα λεφτά στο χέρι), κρατούσαν δικαιολογητικά για κάρτα ανεργίας. Κοίταξα λίγο τα πόδια μου. Τους ξανατσέκαρα. Δεν είχε αλλάξει τίποτα. Κοίταξα τον τοίχο. Κοίταξα τη γωνία όπου αλλάζει φορά η ουρά. Τους ξανακοίταξα. Όλα τα ίδια.

Έψαξα την κοπέλα, η οποία κοιτούσε προς το μέρος μου. Σκέφτηκα «ή τώρα ή ποτέ» κι έκανα να κινηθώ προς το μέρος της. Αστραπιαία σήκωσε το τηλέφωνο και άρχισε να μιλάει. «Ατυχία», σκέφτηκα, και στράφηκα και πάλι προς την ουρά, μόνο για να την πιάσει η άκρη του ματιού μου να κατεβάζει το ακουστικό. «Τι τύχη!!» πανηγύρισα και ξανακινήθηκα προς το μέρος της. ΧΡΑΠ! Με ταχύτητα φωτός, το ακουστικό βρισκόταν και πάλι στο αυτί της, συνοδευόμενο από το χέρι της. Χωρίς να σκεφτώ τίποτα, ξαναγύρισα προς την ουρά, για να δω το χέρι της να ξανακατεβαίνει. Δυο-τρεις φορές, το ομολογώ, το έκανα για την πλάκα μου. Βάρος στο αριστερό πόδι – ακουστικό ψηλά, βάρος στο δεξί πόδι – ακουστικό χαμηλά. Σαν το κογιότ και τα αυτοκίνητα.

Βρήκα ευκαιρία όταν η διπλανή της επαίνεσε τα σκουλαρίκια της, και με δυο κινήσεις αίλουρου και ένα τσουκαχάρα βρισκόμουν μπροστά της.

«Είναι σίγουρα το σωστό ταμείο;», ρώτησα χαμογελώντας (ακόμη). Δεν μου απάντησε ποτέ, απλά σχημάτισε στο στόμα της εκείνο το χαμόγελο της γυναίκας που μόλις την έχει ρωτήσει ο άντρας της αν μπορεί να βγει μόνος με τους φίλους του το βράδυ.

«Θέλω βεβαίωση εισοδημάτων για το 2011 λόγω μητρότητας», είπα ξανά, μήπως δεν είχε καταλάβει την πρώτη φορά. Η έκφρασή της άλλαξε, από «αηδιασμένης ειρωνείας» σε «γιατί Θεέ μου τυχαίνουν σε εμένα όλοι οι ηλίθιοι;». «Γιατί δεν το λες από την αρχή;», με ρώτησε με τα χέρια στη μέση (στον ενικό). «Ε… δεν με ρωτήσατε και δεν ήξερα ότι έχει διαφορά…», απάντησα με την ουρά στα σκέλια (στον πληθυντικό). «Είναι και που εγώ το κάνω πρώτη φορά, ενώ εσύ είσαι εδώ κάθε μέρα», η σκέψη σαν ζιζάνιο ζούπηξε το μυαλό μου και γαργάλησε τη γλώσσα – αλλά αντιστάθηκα. «Να πας στον επάνω όροφο, τι δουλειά έχεις εδώ;», μου έδειξε με το δάχτυλο (πάλι στον ενικό) και σταμάτησε να αναγνωρίζει την ύπαρξή μου στον χώρο.

Έφυγα νικημένη. Όπως πάντα. Γιατί στη μάχη Εσύ – Δημόσιο, το αποτέλεσμα είναι πάντα νίκη εκτός έδρας.

*Παρατήρησε, σε παρακαλώ, ότι στη φωτογραφία στο άρθρο, η ουρά στρίβει στη γωνία, και συνεχίζει.

Advertisements

7 responses

  1. Πρώτον, «κρίμιναλ μάιντς»; I’m so touched!
    Δεύτερον, νομίζω πως αν είχα ένα βιβλίο υπογεγραμμένο από την αγαπημένη μου μαριονέττα, δεν θα μπορούσα να το αφήσω κάτω! Λέω εγώ τώρα… Γκούχου γκούχου….

  2. Επίσης, (σόρρυ που γεμίζω με κόμμεντς το μπλογκ σου, ξέρω ότι το σιχαίνεσαι), δεν μ’ αρέσει να πατάω το σελιδοδείκτη, που, παρεπιπτόντως, έχω πρώτο πρώτο, γεμάτη χαρά και ανυπομονησία, σίγουρη πως θα βρω κάτι που δεν έχω ξαναδιαβάσει και να βρίσκω το ίδιο ποστ… Κάθε μια ώρα, αυτή η ιστορία! Μήπως πρέπει να γράφεις λίγο πιο συχνά;;;; Αλλιώς, μπορείς να με κρατάς απασχολημένη όσο θα ετοιμάζεις τα επόμενα μπλόγκ σου, με κάτι άλλο, πχ. ένα βιβλίο!!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s