Μαθήματα ζωής

Είναι εντυπωσιακό, το ότι θα πεθάνουμε όλοι.

Όλοι, όμως.

Όλοι όσοι ξέρεις, αγαπάς, δεν αγαπάς, συμπαθείς, μισείς παθιασμένα, παρακολουθείς αδιάφορα, όλοι, όλοι θα πεθάνουμε κάποια στιγμή.

Είναι φοβερό.

Εντυπωσιακό, φοβερό, και απολύτως ασύλληπτο.

Δεν με νοιάζει πόσο πιστεύεις ότι το έχεις συνειδητοποιήσει – αποφασίσει – φιλοσοφήσει… Πραγματικά δεν το χάφτω το ότι δεν σε εντυπωσιάζει και συνάμα δεν σε κάνει να χέζεσαι από το φόβο σου. Δεν σου προκαλεί αρρυθμία, πονοκέφαλο, δεν σου φέρνει δάκρυα στα μάτια, το να σκέφτεσαι ότι, όχι απαραίτητα για τον εαυτό σου, αλλά για τους ανθρώπους που αγαπάς περισσότερο από τίποτε άλλο στον κόσμο, κάποια μέρα δεν θα υπάρχει πια τίποτα.

Θα εξαφανιστούν.

Θα πάψουν να υπάρχουν.

Εμένα μου κόβει την ανάσα.

Ο θάνατος είναι μια πολύ περίεργη υπόθεση. Έχει μια τάση να σε ξεγυμνώνει. Κάποιες φορές, οι κηδείες είναι οι πιο αμείλικτοι ρουφιάνοι. Δεν αφήνουν τίποτα να πέσει κάτω. Βεβαίως το σύνηθες είναι το κλάμα, ο πόνος, βουβός ή μη, καμιά φορά ακόμη και η γλυκιά μελαγχολία. Είναι κι εκείνες οι φορές που είσαι σίγουρος ότι οι τεθλιμμένοι έχουν έρθει απλά για να σιγουρευτούν πως ο μακαρίτης συχωρέθηκε.

Που λεει ο λόγος.

Και είναι και εκείνες οι φορές, που ο ρουφιάνος που λέγεται κηδεία ξεγυμνώνει εμάς. Που, προς το παρόν, παραμένουμε τεθλιμμένοι. Αλλά ούτε ως τέτοιοι δεν πείθουμε.

Κρίμα. Τσάμπα η μάσκαρα στο μάγουλο.

Κάποτε πίστευα πως η κηδεία του καθενός είναι το βασικότερο κριτήριο για να καταλάβεις τι σόι άνθρωπος ήταν όσο ζούσε. Αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Στο κάτω κάτω της γραφής, μπορεί να έρθουν στην κηδεία σου και να κλαίνε και να χτυπιούνται όλοι εκείνοι οι γνωστοί σου, με τους οποίους μάλωνες όλα τα χρόνια, δεν τους χώνευες καθόλου, αλλά τώρα βρήκαν μια ευκαιρία να βρεθούν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Έχω εγώ μια φίδη, την, ας την πούμε, Αφροξυλάνθη. Αν ζει στην κηδεία μου, είμαι σίγουρη ότι θα έρθει πληγωμένη βαθύτατα. Θα χαϊδέψει τα άσπρα μου μαλλιά, θα χύσει δάκρυα πικρά, θα πει σε όλους «θέλω να πεθάνω μαζί της! Την ξέρω από τότε που γεννήθηκα, μαζί μεγαλώσαμε!» και θα σκύψει το κεφάλι πονεμένη, δεχόμενη τα συλλυπητήρια των άλλων τεθλιμμένων. Κι ας είχε προσπαθήσει να με ενοχοποιήσει όταν ήμαστε πολύ μικρές, για το πασάλειμμα του κατάμαυρου καινούργιου αυτοκινήτου του κυρίου Πέτρου με Nivea, και ας με είχε κατασυκοφαντήσει, μερικά χρόνια αργότερα, σε όλους μας τους φίλους ότι τη χτύπησα με τη ρακέτα και της μαύρισα το μάτι, απομονώνοντάς με για εβδομάδες από όλους που νόμιζαν πως είμαι επίδοξη δολοφόνος, και ας είπε ψέματα στη μαμά μου την ίδια χρονιά ότι πήγα βόλτα μαζί τους στις γραμμές του τρένου, με αποτέλεσμα να μπω εγώ τιμωρία. Για να μου φέρνει μετά ληγμένα κρουασανάκια και να με κοροϊδεύει. Και ας ερχόταν έξω από το τροχόσπιτό μου, όταν στην έκτη δημοτικού έπαθα ανεμοβλογιά το Πάσχα και έμεινα στο κρεβάτι, για να φωνάζει ότι «εμείς θα πάμε βόλτα τώρα, και μετά θα παίξουμε κρυφτό, και μετά θα κάτσουμε στην παραλία για να λέμε ιστορίες, τι τέλεια που θα περάσουμε», κάνοντας μια μικρή σπυριάρα να κλαίει γοερά.

Η κηδεία, όμως, είναι ρουφιανιάκι. Θα βγει χορεύοντας μέσα από τον κόσμο και εκεί που θα χύνει μαύρο δάκρυ, θα της φορέσει ξαφνικά ένα μεγάλο, φουξ, κωνικό καπέλο που θα γράφει «bullshit» και θα γελάσει με την καρδιά της.

Γιατί το τι άνθρωπος είσαι δεν φαίνεται μέσα από το πώς φέρονται οι άλλοι σε εσένα. Από το πώς κλαίνε οι άλλοι στην κηδεία σου. Το τι άνθρωπος είσαι φαίνεται από το πώς φέρεσαι εσύ στους άλλους. Όσο ζούνε.

The Amazing Spiderman

Το έχω πει και παλιότερα, θα το πω και πάλι: η Emma Stone είναι δώρο Θεού.

Να ξέρεις, το πρώτο πράγμα που θα της πω όταν συναντηθούμε (γιατί κοντοζυγώνει η ώρα που θα πάρει κι αυτή μια βίλα στη λίμνη Κόμο και θα είμαστε σχεδόν γειτόνισσες), είναι: Emma Stone, καλώς ήρθες στον κόσμο μας, χαιρόμαστε πολύ που είσαι εδώ, παρακαλούμε, βολέψου, πάρε ένα αναψυκτικό, κάτι για να φας, γιατί θα θέλαμε να μείνεις όσο το δυνατόν περισσότερο, μιας και, για να πω την αλήθεια, η παρουσία σου εδώ ομορφαίνει το τοπίο μας και κάνει τον χώρο λίγο πιο ευχάριστο.

Όπως, μάλλον, κατάλαβες, σήμερα είδαμε το The Amazing Spiderman και βγήκαμε από την αίθουσα με πολύ καλές εντυπώσεις. Πρόκειται για ένα πολύ καλό άγγιγμα σε μια ιστορία που, κακά τα ψέματα, έχει χιλιοειπωθεί. Έτσι, τίποτα πραγματικά δεν σε εμποδίζει από το να περάσεις δύο πολύ ευχάριστες ώρες. Ίσως αυτό έχει να κάνει με τη φρέσκια πνοή που δίνει στον ρόλο του συμπαθούς αραχνανθρώπου ο Andrew Garfield. Πιο αδέξιος και πιο περιθωριακός ακόμη και από τον Spiderman του Tobey Maguire, ο υπερήρωας είναι τζίνι στα μαθήματα – α, ναι, είναι και μαθητής, επίσης -, έχει έντονη την αίσθηση του δικαίου, είναι σκεητάς αλλά από αυτούς, ξες, τους ήσυχους, τους χαμηλών τόνων, τους λίγο σκοτεινούς awkward τύπους που αρχίζεις να εκτιμάς μόνο όταν έχεις ήδη φύγει από το λύκειο και βλέπεις ταινίες. Ξέρεις, σαν τον Patrick Dempsey στο Can’t Buy Me Love (το πήγα μακριά; Ναι, ε; Εντάξει, ξέχνα ότι το είπα!). Φυσικά και ρίχνει την Emma Stone (Gwen Stacy στην ταινία, δεν ξέρω αν το έχω ξαναπεί, αλλά τρελαίνομαι για το όνομα Gwen!), και τα δύο δεκαεπτάχρονα ζουν έναν έρωτα όλο τρέλα.

Μόνο που αυτή τη φορά αυτό δεν είναι στο επίκεντρο. Αυτός ο Spiderman γυρίζει γύρω από τα κενά που έχει αφήσει στην ψυχοσύνθεση του ήρωα η απουσία των γονιών του – και δη του πατέρα του, ένας τζίνιους που αν δεν είχε πεθάνει θα είχε σώσει τον πλανήτη από τις αρρώστιες και δεν συμμαζεύεται. Εξάλλου, η ταινία ξεκινάει με τον Πίτερ Πάρκερ μικρό και εξηγεί πώς κατέληξε να ζει με τον Θείο Μπεν (Martin Sheen) και τη Θεία Μέι (η πολυαγαπημένη yes-we-love-you-we-really-love you Sally Field). Αυτά τα κενά είναι που απασχολούν καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, τη στιγμή που γύρω σου τεράστιες σαύρες κατασπαράζουν τη Νέα Υόρκη, ένας κλέφτης που μου μοιάζει στα πάντα (μέχρι και στα τατουάζ) γυρίζει τους δρόμους της πόλης και δεν ανακαλύπτεται με τίποτα, και η Emma Stone περιφέρεται με πολύ κοντές φούστες (τουλάχιστον στον αρχή, μετά σοβαρεύει!). Στα θετικά της ταινίας βάζω και τον Rhys Ifans, ο οποίος έχει διανύσει πολλά χιλιόμετρα από τον τρελό συγκάτοικο του Hugh Grant που πόζαρε στις φωτογραφικές μηχανές με μισό wedgie. Εδώ ενσαρκώνει έναν καλό, που γίνεται κακός, επειδή βουτάει λίγο βαθύτερα στις ανθρώπινες αδυναμίες και παρεξηγεί την ίδια την επιθυμία του να βοηθήσει εκείνους που το χρειάζονται. Ψιλοξεφεύγει, με λίγα λόγια – «ψιλό», σαν να λέμε η Celine Dion έκανε έναν ταπεινό γάμο, σε πολύ κλειστό οικογενειακό κύκλο.

All in all, μια πολύ καλή ταινία. Σαν να τις κάνουν όλο και καλύτερες τα τελευταία χρόνια! Αν μου έβαζες ένα πιστόλι στον κρόταφο και με υποχρέωνες να βρω κάτι άσχημο, θα έλεγα ότι δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να ξαναζήσουμε την ίδια ιστορία. Αλλά αυτό είναι, το λέω ξανά, με το πιστόλι στον κρόταφο. Αλλιώς καθόλου δεν με χάλασε.

Δύο θετικά υστερόγραφα: ο C. Thomas Howell σε surprise εμφάνιση. Πολύ μικρός ο ρόλος του, αλλά συγκινήθηκα που τον είδα. Αν δεν θυμάσαι ΓΙΑΤΙ συγκινήθηκα που τον είδα, η ηλικία σου κινείται σε απαγορευμένα για τα νεύρα μου επίπεδα και θα ήθελα να μην μου το γνωστοποιήσεις, ευχαριστώ πολύ!

Επιπλέον, η Gwen, ως γνήσιο φυσιολογικό δεκαεπτάχρονο, έχει ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΖΕΥΓΑΡΙ ΜΠΟΤΕΣ σε όλη την ταινία. Γιατί κι εγώ ένα ζευγάρι μπότες είχα στα 17, ρε φίλε! Αυτά που βλέπετε και σας κάνουν να νιώθετε σαν βλαμμένα, ότι όλες αλλάζουν ρούχα και παπούτσια σαν να απαγορεύεται από κάποιον νόμο να φορέσεις το ίδιο πράγμα δύο φορές, αυτό είναι ψέματα! Ακούς; Ψέματα!

 

Foo Fighters η φωτοπανδαισία

Δόξα και τιμή σε αυτόν που εφηύρε τη φωτογραφία (σύμφωνα με τη γουικιπίντια, μάλιστα, οι πρώτοι που το σκέφτηκαν ήταν, λεει, ένας κινέζος, ο Μο Ντι ή Μόζι, και ο Αριστοτέλης και ο Ευκλείδης, κοίτα να δεις!). Χάρη σε αυτούς, εδώ και τρεις μέρες καθόμαστε και χαζεύουμε ξανά και ξανά τη συναυλία των Foo Fighters. «Αχ, ναι, η ουρά για τις τουαλέτες», «αχ, εκεί που έκατσα και λέρωσα το παντελόνι μου» (duh!), «αχ, το παιδάκι!!», «αχ, τότε που ο Ντέιβ ανέβηκε στα ντραμς», «αχ», «αχ», «ααααααααααααααχχχχχχχχ»!

Ε, πάρε μια ιδέα!

Κάθε ταξίδι στην Ιταλία ξεκινάει με στάση για πίτσα. Βγάζω πίτσες από τα αυτιά όταν φταρνίζομαι, το λέω αλήθεια!

Ο δρόμος προς το Ούντινε ανοιχτός, ο ουρανός καθαρός, όρτσα τα πανιά στο 500αράκι και φύγαμε για τους Φους!

Φύση γύρω από το Ούντινε. Δεν φαντάζεσαι. Ό,τι και να σου πω είναι λίγο!


Το θέμα είναι… ποιος τα κοιτάζει αυτά;; ΠΟΎ ΕΊΝΑΙ Η ΒΊΛΑ ΜΑΝΙΝ;;;;

Πού να ηταν, λίγο πιο κάτω ήταν, αλλά άντε να ηρεμήσεις δύο Έλληνες που ψάχνουν κάτι! Όχι «το χάσαμε!», όχι «αλλού έπρεπε να στρίψεις», όχι «την Ιταλία και τις κυκλικές πορείες της μέσα», και άλλα τέτοια! Τελικά συνειδητοποιήσαμε πως επί πολλή ώρα πηγαίναμε μια σειρά αυτοκινήτων όλοι μαζί, και καταλάβαμε πως πάμε όλοι στη συναυλία, γι’ αυτό ηρεμήσαμε λίγο!

Και πάνω που ηρεμήσαμε… Φτάσαμε! Συνειδητοποιήσαμε πως η αναζήτηση είχε φτάσει στο τέλος της όταν σταμάτησαν όλοι οι μπροστινοί και άρχισαν να ψάχνουν για παρκάρισμα στη μέση του πουθενά! Κάναμε κι εμείς το ίδιο και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε έναν δρόμο που φαινόταν ατελείωτος!

Όλα τα σημάδια έλεγαν: «συναυλία προς τα εκεί» (ή κάτι τέτοιο!)

Η ουρά ήταν τόσο τρομακτική, που χρειαστήκαμε δύο μπύρες και δύο πανίνι για να πάρουμε θάρρος και να μπούμε μέσα!

Τελικά, όμως, δεν ήταν τόσο τραγικά τα πράγματα! Η ώρα που μας πήρε για να φτάσουμε στα κάγκελα και τελικά να μπούμε μέσα ήταν λιγότερη από ό,τι, ας πούμε, χρειάζεσαι στην Ελλάδα για να φτάσεις στο ταμείο σε μεγάλο πολυκατάστημα ρούχων – διεθνής αλυσίδα, οικονομικά ρούχα, πολλή ουρά ρε φίλε! Στην Ιταλία συγκρίνεται με την ουρά στα Autogrill στον πάγκο του καφέ. Φρίκη!

[Edit: Βλέπεις τα χαρτάκια στα κάγκελα;; Μεταξύ άλλων λένε «οι φου φάιτερς σας ζητάνε να μην κάνετε στέιτζ ντάιβινγκ και όλα αυτά που συνηθίζονται στις συναυλίες, γιατί είναι επικίνδυνα και μπορεί να τραυματιστείτε» ή κάτι παρόμοιο. Έβγαλα τη φωτογραφία και νόμιζα ότι θα μεγαλώνει αρκετά για να μπορέσω να δω ακριβώς τι γράφει, αλλά φυσικά και κάτι έκανα λάθος και δεν γίνεται. Δεν βαριέσαι, πίστεψέ με, κάτι τέτοιο λέει]

Και, ναι, είμαστε μέσα στον χώρο! Το σαγόνι στο στήθος από αυτό που βλέπαμε, έτσι;
Αυτό είναι από τη μία πλευρά (από την πλευρά της σκηνής)

Και αυτό από την άλλη πλευρά (ε… την άλλη, όχι της σκηνής, ξες)

Και αυτή είναι η περίφημη ουρά για τις τουαλέτες. Να μην τα ξαναλέμε, κατάστημα, Autogrill, είχαμε πιει και μπύρες, ξεροκατάπιαμε και αρχίσαμε να εντοπίζουμε σκοτεινές γωνίες στον χώρο! Είχαμε και δύο ώρες οδήγηση για να επιστρέψουμε!

Μια άποψη της σκηνής από λίγο πιο κοντά. Δεν ξέρω αν φαίνονται καλά εδώ κάτω αριστερά, αλλά ήταν κάτι γερμανοί που έπαιζαν ένα πολύ επικίνδυνο ντρίνκινγκ γκέιμ! Φώναζαν «ΕΕΕΕΕΕ!!!» και έπιναν όλοι μαζί ένα τεράστιο ποτήρι μπύρας με τη μία. Μετά στο καπάκι πάλι ΕΕΕΕΕ! και μπύρα. Επικίνδυνο γιατί… ουρά, ρούχα, Autogrill, να μην τα ξαναλέμε!

Α, να και το παιδάκι. Ναι, είχε ωτοασπίδες, πόσο κουλ παιδάκι! Θα έχει να λεει όταν μεγαλώσει «εγώ δεν το θυμάμαι, αλλά οι γονείς μου όταν ήμουν μικρός με πήγαν σε συναυλία Foo Fighters! Εγώ, βέβαια, τώρα ακούω την κόρη της Emma Marrone, αλλά κάποτε, λεει, αυτοί ήταν ωραίοι!»

«Βρες σήμα, βρες σήμα, βρες σήμα, ΤΙΜ δώσε μου 3G, τι θα γίνει, θέλω Τουίτερ!»

Και σιγά σιγά, ο κόσμος μαζευόταν…

Μέχρι που χτύπησε το ρολόι 9:04μ.μ. Νταν!

**headbanging**

Τα παιδάκια αυτά δίπλα μας το χάρηκαν πάρα πολύ! Το κενό γύρω τους το βλέπεις;; Τόσο πολύ!

**headbanging** **tears**

Εδώ είναι που κανονικά θα έλεγα «Αδερφέ, του χρόνου Ελλάδα, ε;;», αλλά φέτος θα το αλλάξω το τροπάριο και θα πω: «Αδερφέ, μήπως να την καθιερώσουμε, μια Ιταλία το χρόνο;;»

Περιττό να πω πως ακόμη βλέπουμε αστράκια! Α, κι επειδή σε αγαπάω, πάρε και το αγαπημένο σημείο με το Monkey Wrench/Hey, Johnny Park! Με ακούς να ουρλιάζω, αν προσέξεις!

😀

Efkaristo, Foo Fighters

Ένα μικροσκοπικό λευκό 500αράκι δεν ήταν ικανό να συγκρατήσει την ανυπομονησία μας. Η κρυμμένη στο GPS φωνή της συνείδησής μας έκρωζε με αγωνία «ΠΡΟΣΟΧΗ!» κάθε φορά που το πόδι συναντιόταν με την επιθυμία και πατούσε λίγο παραπάνω το γκάζι, ξεπερνώντας το όριο ταχύτητας.

Το πράσινο τοπίο της επαρχίας της βόρειας Ιταλίας περνούσε από τα παράθυρα αγνοημένο, απορημένο, γιατί δύσκολα μπορεί κανείς να μην προσέξει την ομορφιά της εξοχής γύρω από το Ούντινε. Σε ατέλειωτες σειρές τα δέντρα εναλλάσσονταν με τα αμπέλια και απέραντες εκτάσεις πράσινου, παλεύοντας να μας τραβήξουν την προσοχή. Εμείς, όμως, με τα μάτια καρφωμένα στο παρμπρίζ ψάχναμε στις κυκλικές πορείες την έξοδο για το Codroipo. Στην πρώτη καφέ ταμπέλα «Villa Manin» αφήσαμε από μια μικρή κραυγή. Φτάναμε, και ο ενθουσιασμός ήταν απτός,  τόσο που μπορούσε κάνεις να τον κόψει φέτες με μια χορδή κιθάρας. Ηλεκτρικής.

Αφήσαμε το αυτοκίνητο αρκετά μακριά, στη βάση ενός φαινομενικά ατελείωτου δρόμου ανάμεσα σε χωράφια με αμπέλια, και πήραμε να περπατάμε. Οι μόνοι Έλληνες – τουλάχιστον μεταξύ των παρεών που περπατούσαν γύρω μας – κάναμε τα δύο χιλιόμετρα που μας χώριζαν από το πίσω μέρος της σκηνής χοροπηδώντας και χαζογελώντας σαν 15χρονα. Εξάλλου, είναι αυτή η ανυπομονησία της ευφορίας, που κάνει το 15χρονο μέσα μας να ξεμυτίζει κάθε φορά, κρατώντας το μέσο όρο της ηλικίας μας σε όσο το δυνατόν χαμηλότερα επίπεδα. Παρτό από εμένα, ο άνθρωπος γερνάει μόνο όταν το παίρνει απόφαση να κάτσει στον κώλο του και να ασπρίσει.

Πού ήμουν; Α, ναι, στην ουρά για τους Foo Fighters.

Μπύρα και πανίνι στο χέρι, βουνά ανακύκλωσης γύρω-γύρω, με συνοδεία τους μακρινούς ήχους του Bob Mould που βρισκόταν ήδη στη σκηνή, δύο ώρες πριν από την προγραμματισμένη έναρξη της συναυλίας, ως support, ένα τεταρτάκι σε μια ουρά που είχε τη δική της ζωή, κάγκελα, πύλη με αγάλματα και η αυλή της Villa Manin ήταν κάτω από τα πόδια μας.

Ένας χώρος κυκλικός, τεράστιος, ιδανικός για συναυλίες, με γρασίδι και άψογη ακουστική – αλλά και αισθητική – και δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, καθισμένοι, όρθιοι, τρέχοντας, παίζοντας βόλεϊ με μια μπάλα της θάλασσας ή σε τεράστιες ουρές έξω από τις τουαλέτες, και ένας μπόμπιρας όχι πάνω από τριών ετών, να τριγυρίζει άνετα μέσα στον χαμό με τους γονείς του. Στον αέρα ένα μείγμα από μυρωδιές – καλοκαιρινής υγρασίας, τσιγάρου, μπύρας, χόρτου, «χόρτου».

Βρήκαμε ένα σημείο και σταθήκαμε περιμένοντας. Ο χρόνος προς τις εννέα, τότε που το εισιτήριο υποσχόταν ότι θα ξεκινούσε η συναυλία, γλιστρούσε σαν τον Πλούσενκο (ή «Πλούσενκα», όπως με διορθώνει πάντα ένας φίλος) πάνω στον πάγο, άνετα, όμορφα, με χάρη και σιγουριά.

Στις εννέα και τέσσερα τα φώτα χαμήλωσαν, ο κόσμος παραλήρησε, ο Γκρολ βγήκε και βρυχήθηκε τον γνώριμο χαιρετισμό του προς το κοινό. «Είμαστε οι Foo Fighters και δεν κάνουμε μικρές συναυλίες. Ετοιμαστείτε για πολλές ώρες ροκ», υποσχέθηκε, και δεν απογοήτευσε. Δυόμισι ώρες ο ρυθμός δεν έπεσε, η μουσική δεν σταμάτησε και το ότι ο Taylor Hawkins επέζησε, το αποδίδω σε θαύμα της φύσης.

Δεν νομίζω ότι έχω λόγια για να περιγράψω μια πραγματικά καταπληκτική συναυλία. Θα πω ότι στο πάνθεον των συναυλιών μου, θα βρίσκεται για πάντα εκεί στο ψηλό ψηλό ράφι, με τα χρυσά μετάλλια. Η επαφή του Γκρολ με το κοινό είναι μοναδική, παρότι τα πολλά λόγια έλειπαν από το σόου. Λίγοι αστεϊσμοί στα ιταλικά, πολλές εκφράσεις ευγνωμοσύνης για την παρουσία του κόσμου στη συναυλία, μια αφιέρωση του «One of these days» στους φίλους «εκείνους που είναι εδώ, αλλά και σε εκείνους που δεν είναι πια», αλλά κυρίως η εκπλήρωση της μουσικής υπόσχεσης.

Ο κόσμος κρατούσε τον ρυθμό κινούμενος πάνω-κάτω, σαν ένα σώμα, και το «It’s times like these, you learn to live again» βρήκε εφαρμογή. Ίσως βοήθησε το ότι η ακουστική στον χώρο ήταν εξαιρετική, αλλά για λίγες συναυλίες μπορώ να πω με σιγουριά πως η μουσική που παίχτηκε ήταν πραγματικά υψηλής ποιότητας, οι μουσικοί έκαναν τη δουλειά τους ένα σκαλοπάτι πάνω από αυτό που λέμε «στην εντέλεια», και ενθουσίασαν ένα κοινό που, κακά τα ψέματα, έχει εξαιρετική μουσική παιδεία.

Κάπου εδώ, αξίζει να πούμε δύο λόγια για τα ντραμς. Κοιτάζοντας τη σκηνή, κατά τη διάρκεια της συναυλίας, συνειδητοποίησα πως χωρούν στο βλέμμα μου δύο από τους καλύτερους ντράμερ των τελευταίων δεκαετιών. Dave Grohl και Taylor Hawkins έχουν δώσει σε αυτό το συγκρότημα έναν χαρακτήρα καλλιτεχνικό σε έναν τομέα από τον οποίο σπάνια περιμένεις θαύματα. Για να παίξει ένα συγκρότημα καλή μουσική, είναι απαραίτητα τα καλά ντραμς, μιας και είναι η βάση για αυτό που θα φτάσει στα αυτιά μας, θα το υπογραμμίσουν και θα το εμπλουτίσουν. Όταν, όμως, τα ντραμς από μόνα τους είναι τέχνη, τότε πραγματικά το επίπεδο ανεβαίνει. Ο Taylor Hawkins είναι ένας αριστουργηματικός ντράμερ*. Και είναι πράγματι μεγάλη τύχη, το ότι ένας τόσο μεγάλος καλλιτέχνης «προσγειώθηκε» δίπλα σε έναν εξίσου μεγάλο τεχνίτη του είδους, με αποτέλεσμα εμείς, που χτυπιόμαστε κάτω από τη σκηνή στις συναυλίες, να έχουμε την τύχη να απολαμβάνουμε ένα πραγματικά εξαίσιο θέαμα.

Αγαπημένη στιγμή: Η μπάντα παίζει το Monkey Wrench και το κοινό έχει δώσει ρέστα από κάτω, όσο ο Γκρολ δίνει ρέστα από επάνω. Χτυπιούνται οι μεν, χτυπιόμαστε οι δε, το συγκρότημα έχει τραβήξει λίγο το ορχηστρικό πριν από το «onelastthingbeforeIquitIneverwantedanymorethanIcouldfitintomyhead…», κάποια στιγμή μπαίνει και ο Γκρολ με όλο αυτό το μανίκι, το λέει, πάνε για κλείσιμο του κομματιού, το κοινό ουρλιάζει, κλείνει το κομμάτι και στο καπάκι – χωρίς παύση, πόσο θεός είσαι ρε Τέιλορ! – μπαίνει το Hey, Johnny Park. Ηρεμεί λίγο το κοινό, μιας και πρόκειται για ένα από τα λιγότερο γνωστά κομμάτια του δεύτερου δίσκου, μένουν μόνο δύο Έλληνες, οι οποίοι στο άκουσμα της πρώτης νότας έχουν αρχίσει να ουρλιάζουν το κομμάτι μαζί με το συγκρότημα. Μόνοι. Είναι το δικό μας κομμάτι, το δικό μας αγαπημένο. Το κομμάτι εκείνο, είμαι σίγουρη ότι συμβαίνει σε όλους, που θεωρώ πως ήταν προσωπική χάρη του συγκροτήματος για εμένα. Για να με ευχαριστήσουν για τα χιλιόμετρα που έγραψε το κοντέρ μου για πάρτη τους. Παρακαλώ, Foo Fighters. Δεν κάνει τίποτα, ήταν χαρά μου. All in all,  αν την επόμενη φορά που οι Foo Fighters βρεθούν στη γειτονιά μας, εγώ δεν έχω λεφτά για να τους δω, παρακαλώ να μου βρείτε αγοραστή για το νεφρό μου. Μπορώ να ζήσω με ένα νεφρό, ε;

* Επειδή όλοι οι άνθρωποι γκουγκλάρουν τον εαυτό τους, και κάποια πράγματα πρέπει να λέγονται και να κατανοούνται, Taylor Hawkins, in the slim chance that you should find yourself on this page, know that this blog considers you as one of the best fucking drummers of recent times, and places you up there with the best things on the planet, next to burrata cheese and lasagna al forno.

[Απαραίτητο Edit] Τρία χρόνια μετά, το ΓιουΤιουμπ, σαν καλή προξενήτρα, ένωσε τους δρόμους μας με το δρόμο αυτού του βίντεο, που αποτύπωσε σε κινούμενη εικόνα αυτό που εγώ πάλεψα να αποτυπώσω σε λέξεις. Το Monkey Wrench ακολουθούμενο από το Hey, Johnny Park! και οι δύο τσιρίδες μας εκεί στο μπάκράουντ. Μετράμε μέρες και ώρες μέχρι τη Bologna!

Για μπάνιο με τον Αργύρη Ταλέκουρδα

Πήγα για μπάνιο παρέα με τον Αργύρη. Έστρωσα την πετσέτα μου σε μια ξαπλώστρα, άπλωσα το ηλιοκαμένο (σκάσε!) κορμί μου επάνω της, έβαλα τα γυαλιά μου, πάλεψα λίγο με το ψάθινο καπέλο μου που αρνιόταν να βολευτεί σε τέλεια αρμονία με το κεφάλι μου, που έπρεπε να ακουμπάει πίσω, το γείσο που ήταν μεγαλούτσικο και την παντελή έλλειψη της σχετικής υποδοχής στην αφιλόξενη ξαπλώστρα* και καλωσόρισα τον Αργύρη στην ξαπλώστρα μου.

Εκείνος μου χαμογέλασε. Τον έπιασα από τα πλευρά και εκείνος άπλωσε το πλατύ στήθος του πάνω από το πρόσωπό μου. Γλίστρησα λίγο στην ξαπλώστρα, για να μου κρύβει τον ήλιο με την ολότητά του και σταμάτησα να σκέφτομαι: μόνο έτσι απολαμβάνεις τον Αργύρη, όταν του επιτρέπεις να σκέφτεται εκείνος για εσένα (βέβαια αυτό δεν λέει και πολλά, μιας και η ποσότητα σκέψης που παράγεται από τον εγκέφαλο που κουβαλάω τα τελευταία *γκουχ* 22 *γκουχ* χρόνια είναι από λίγη έως πωλείταιεγκέφαλοςελάχισταχρησιμοποιημένοςπληροφορίεςεντός).

Η συνέχεια ήταν λίγο πολύ αναμενόμενη: κάποιες αναγνωριστικές κουβέντες, μερικά τρυφερά χαδάκια στην πλάτη, κάποια γελάκια στην αρχή, που στη συνέχεια εξελίχθηκαν σε βροντερά γέλια, και ο έρωτας ήταν γεγονός. Μια αγάπη που γεννήθηκε μερικά χρόνια πριν, στον καναπέ του σαλονιού μου (που πλέον δεν υπάρχει), προχώρησε στην κουζίνα, στο μπαλκόνι, και τώρα ολοκληρώθηκε (προς το παρόν) στην παραλία, παρουσία μωρών που έκλαιγαν, παιδιών που κατουρούσαν στη θάλασσα, ενός κοριτσακίου που ούρλιαζε γιατί είχε φύγει από την ασφάλεια της ομπρέλας της χωρίς παντόφλες και τσουρουφλίζονταν τα πόδια της στην καυτή άμμο, σφιχτών που αρνήθηκαν την προστασία οποιουδήποτε αντηλιακού και ψήνονταν σαν παραφουσκωμένοι λαδωμένοι ποντικοί, κυρίων και κυριών με περίεργα μαγιό, τεράστια καπέλα, ψηλόλιγνων μικροπωλητών, που περιφέρουν γυαλιά, σκουλαρικάκια, φορέματα, τατουάζ, ακόμη και μασάζ μεταξύ των λουόμενων και κακοφτιαγμένων «κάστρων» στην άμμο, που γκρεμίζονται κάθε που κάποιος στάζει επάνω τους λίγη θάλασσα, κάνοντας κάθε φορά ένα παιδάκι να μπήγει σπαρακτικά τα κλάματα για την καταστροφή του κόσμου του όλου.

Και η σχέση αυτή θα μου είχε αφήσει μόνο καλές αναμνήσεις, αν εκεί, στη μέση του ακατάπαυστου γέλωτα δεν με είχε χτυπήσει 70χρονος κύριος στον ώμο, ρωτώντας με: «Δεσποινίς, είναι πράγματι τόσο διασκεδαστικός αυτός ο κύριος; Πού μπορώ να βρω κι εγώ έναν;». Και αυτό από μόνο του δεν θα ήταν τόσο τραγικό, αν δεν οδηγούσε σε μια διήγηση της ζωής του στην Ελβετία, που διήρκεσε περί τη μία ώρα.

Δεν είναι πυρηνική φυσική, χριστιανέ μου, κι εγώ στο βιβλιοπωλείο τον βρήκα. Άσε με να χαρώ τον έρωτά μου, να χαρείς!

* απορώ, αυτές οι τέλειες γυναίκες στις ταινίες πώς καταφέρνουν να είναι αξιοπρεπείς στην παραλία, όταν εκ των πραγμάτων δεν μπορείς παρά να ιδρώνεις, να τρέχει το αντηλιακό ποτάμι και να μπαίνει στα μάτια, τη στιγμή που τα γυαλιά αρχίζουν να καίνε και σου κάνουν κόκκινα σημαδάκια στις άκρες της μύτης, το μαλλί κάτω από το καπέλο σχηματίζει γωνίες ικανές να φιλοξενήσουν ολόκληρη παρέα παιδακίων που παίζουν κρυφτό και το καπέλο μόλις ακουμπήσεις το κεφάλι στην ξαπλώστρα πέφτει μπροστά στα μάτια και ο μόνος τρόπος να το κρατήσεις στη θέση του είναι να το στερεώσεις στην πλάτη της ξαπλώστρας και στο μέτωπο; Μόνο εγώ είμαι τόσο γελοία στην παραλία;

– Γιατί; – Γιατί κλάνει το γατί

Το τελευταίο βιβλίο του Κωστάκη Ανάν ήταν ήδη στα χέρια μου, κι εγώ ξαπλωμένη ανάποδα στον καναπέ ήμουν αποφασισμένη να το απολαύσω μέχρι τελικής πτώσεως. Είχα δίπλα μου κοκακόλα, σνακς, τα μπλιμπλίκια της τηλεόρασης, το μπλιμπλίκι του αιρκοντίσιον, δύο γαλάζιες χάντρες, αναπνευστήρα και το βιβλιάριο της τράπεζας του παππού – δεν υπήρχε τίποτα για να μου αποσπάσει την προσοχή.

Οι σελίδες κυλούσαν ευχάριστα, κάποιες περισσότερο από άλλες. Μια μύγα προστραπεζώθηκε στα δεξιά μου (ή αριστερά μου, ποιος ξέρει πια τι είναι αριστερά και τι δεξιά) και απείλησε την κοκακόλα μου, αλλά με ένα πλιτς και ένα φςςςς η ενσάρκωση του αμερικανικού καπιταλισμού και μητέρα του αγιοβασίλη την έβαλε στη θέση της. Το κινητό μου ζουζούνιζε ασταμάτητα αλλά το αγνοούσα επιδεικτικά – εξάλλου, αν είσαι φίλος ξέρεις πως η τηλεφωνοφοβία μου επεκτείνεται και στα δικά σου τηλεφωνήματα.

Γενέθλια, ποτά, φυλακές, σκατά, τηλεφωνήματα, μπαρ, όλα είχαν αρπάξει το μυαλό μου από την αλογοουρά και το τραβολογούσαν στον πρώτο χορό-μακριά-γαϊδούρα της γειτονιάς. Είχα ήδη αρχίσει να κολυμπάω σε μια θάλασσα από πατάτες και καρότα με συνοδεία από ποτά-βραδυφλεγείς-μπόμπες όταν ένα χέρι ξερακιανό, μαυριδερό, με ανάγλυφες φλέβες και μακριά μυτερά νύχια με κάρφωσε από τα ρουθούνια και με τράβηξε στην επιφάνεια.

Σήκωσα το κεφάλι απότομα έξω στον αέρα και ρούφηξα βίαια μια τεράστια μυτιά αέρα για να συνέλθω, αλλά η πραγματικότητα του σαλονιού εξερράγη μέσα στο κεφάλι μου. Από το εξαντλημένο κρανίο μου, από τα αυτιά, τις κόγχες των ματιών μου και το στόμα μου αργοκύλησαν ρυάκια φορτωμένα με τις τελευταίες ρανίδες της λογικής μου.

Μάζεψα ό,τι θέληση για ζωή μου είχε απομείνει και άνοιξα τα μάτια μου. Εκείνη καθόταν εκεί, αρχοντική, υπερήφανη, αδιάφορη. Μου έριξε μισή ματιά, και, το ορκίζομαι: το μισό της στόμα κύρτωσε και σαν να χαμογέλασε. Ειρωνικά. Μετά έκλεισε τα μάτια και ξανακοιμήθηκε.