Για μπάνιο με τον Αργύρη Ταλέκουρδα

Πήγα για μπάνιο παρέα με τον Αργύρη. Έστρωσα την πετσέτα μου σε μια ξαπλώστρα, άπλωσα το ηλιοκαμένο (σκάσε!) κορμί μου επάνω της, έβαλα τα γυαλιά μου, πάλεψα λίγο με το ψάθινο καπέλο μου που αρνιόταν να βολευτεί σε τέλεια αρμονία με το κεφάλι μου, που έπρεπε να ακουμπάει πίσω, το γείσο που ήταν μεγαλούτσικο και την παντελή έλλειψη της σχετικής υποδοχής στην αφιλόξενη ξαπλώστρα* και καλωσόρισα τον Αργύρη στην ξαπλώστρα μου.

Εκείνος μου χαμογέλασε. Τον έπιασα από τα πλευρά και εκείνος άπλωσε το πλατύ στήθος του πάνω από το πρόσωπό μου. Γλίστρησα λίγο στην ξαπλώστρα, για να μου κρύβει τον ήλιο με την ολότητά του και σταμάτησα να σκέφτομαι: μόνο έτσι απολαμβάνεις τον Αργύρη, όταν του επιτρέπεις να σκέφτεται εκείνος για εσένα (βέβαια αυτό δεν λέει και πολλά, μιας και η ποσότητα σκέψης που παράγεται από τον εγκέφαλο που κουβαλάω τα τελευταία *γκουχ* 22 *γκουχ* χρόνια είναι από λίγη έως πωλείταιεγκέφαλοςελάχισταχρησιμοποιημένοςπληροφορίεςεντός).

Η συνέχεια ήταν λίγο πολύ αναμενόμενη: κάποιες αναγνωριστικές κουβέντες, μερικά τρυφερά χαδάκια στην πλάτη, κάποια γελάκια στην αρχή, που στη συνέχεια εξελίχθηκαν σε βροντερά γέλια, και ο έρωτας ήταν γεγονός. Μια αγάπη που γεννήθηκε μερικά χρόνια πριν, στον καναπέ του σαλονιού μου (που πλέον δεν υπάρχει), προχώρησε στην κουζίνα, στο μπαλκόνι, και τώρα ολοκληρώθηκε (προς το παρόν) στην παραλία, παρουσία μωρών που έκλαιγαν, παιδιών που κατουρούσαν στη θάλασσα, ενός κοριτσακίου που ούρλιαζε γιατί είχε φύγει από την ασφάλεια της ομπρέλας της χωρίς παντόφλες και τσουρουφλίζονταν τα πόδια της στην καυτή άμμο, σφιχτών που αρνήθηκαν την προστασία οποιουδήποτε αντηλιακού και ψήνονταν σαν παραφουσκωμένοι λαδωμένοι ποντικοί, κυρίων και κυριών με περίεργα μαγιό, τεράστια καπέλα, ψηλόλιγνων μικροπωλητών, που περιφέρουν γυαλιά, σκουλαρικάκια, φορέματα, τατουάζ, ακόμη και μασάζ μεταξύ των λουόμενων και κακοφτιαγμένων «κάστρων» στην άμμο, που γκρεμίζονται κάθε που κάποιος στάζει επάνω τους λίγη θάλασσα, κάνοντας κάθε φορά ένα παιδάκι να μπήγει σπαρακτικά τα κλάματα για την καταστροφή του κόσμου του όλου.

Και η σχέση αυτή θα μου είχε αφήσει μόνο καλές αναμνήσεις, αν εκεί, στη μέση του ακατάπαυστου γέλωτα δεν με είχε χτυπήσει 70χρονος κύριος στον ώμο, ρωτώντας με: «Δεσποινίς, είναι πράγματι τόσο διασκεδαστικός αυτός ο κύριος; Πού μπορώ να βρω κι εγώ έναν;». Και αυτό από μόνο του δεν θα ήταν τόσο τραγικό, αν δεν οδηγούσε σε μια διήγηση της ζωής του στην Ελβετία, που διήρκεσε περί τη μία ώρα.

Δεν είναι πυρηνική φυσική, χριστιανέ μου, κι εγώ στο βιβλιοπωλείο τον βρήκα. Άσε με να χαρώ τον έρωτά μου, να χαρείς!

* απορώ, αυτές οι τέλειες γυναίκες στις ταινίες πώς καταφέρνουν να είναι αξιοπρεπείς στην παραλία, όταν εκ των πραγμάτων δεν μπορείς παρά να ιδρώνεις, να τρέχει το αντηλιακό ποτάμι και να μπαίνει στα μάτια, τη στιγμή που τα γυαλιά αρχίζουν να καίνε και σου κάνουν κόκκινα σημαδάκια στις άκρες της μύτης, το μαλλί κάτω από το καπέλο σχηματίζει γωνίες ικανές να φιλοξενήσουν ολόκληρη παρέα παιδακίων που παίζουν κρυφτό και το καπέλο μόλις ακουμπήσεις το κεφάλι στην ξαπλώστρα πέφτει μπροστά στα μάτια και ο μόνος τρόπος να το κρατήσεις στη θέση του είναι να το στερεώσεις στην πλάτη της ξαπλώστρας και στο μέτωπο; Μόνο εγώ είμαι τόσο γελοία στην παραλία;

Advertisements

2 responses

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s