Efkaristo, Foo Fighters

Ένα μικροσκοπικό λευκό 500αράκι δεν ήταν ικανό να συγκρατήσει την ανυπομονησία μας. Η κρυμμένη στο GPS φωνή της συνείδησής μας έκρωζε με αγωνία «ΠΡΟΣΟΧΗ!» κάθε φορά που το πόδι συναντιόταν με την επιθυμία και πατούσε λίγο παραπάνω το γκάζι, ξεπερνώντας το όριο ταχύτητας.

Το πράσινο τοπίο της επαρχίας της βόρειας Ιταλίας περνούσε από τα παράθυρα αγνοημένο, απορημένο, γιατί δύσκολα μπορεί κανείς να μην προσέξει την ομορφιά της εξοχής γύρω από το Ούντινε. Σε ατέλειωτες σειρές τα δέντρα εναλλάσσονταν με τα αμπέλια και απέραντες εκτάσεις πράσινου, παλεύοντας να μας τραβήξουν την προσοχή. Εμείς, όμως, με τα μάτια καρφωμένα στο παρμπρίζ ψάχναμε στις κυκλικές πορείες την έξοδο για το Codroipo. Στην πρώτη καφέ ταμπέλα «Villa Manin» αφήσαμε από μια μικρή κραυγή. Φτάναμε, και ο ενθουσιασμός ήταν απτός,  τόσο που μπορούσε κάνεις να τον κόψει φέτες με μια χορδή κιθάρας. Ηλεκτρικής.

Αφήσαμε το αυτοκίνητο αρκετά μακριά, στη βάση ενός φαινομενικά ατελείωτου δρόμου ανάμεσα σε χωράφια με αμπέλια, και πήραμε να περπατάμε. Οι μόνοι Έλληνες – τουλάχιστον μεταξύ των παρεών που περπατούσαν γύρω μας – κάναμε τα δύο χιλιόμετρα που μας χώριζαν από το πίσω μέρος της σκηνής χοροπηδώντας και χαζογελώντας σαν 15χρονα. Εξάλλου, είναι αυτή η ανυπομονησία της ευφορίας, που κάνει το 15χρονο μέσα μας να ξεμυτίζει κάθε φορά, κρατώντας το μέσο όρο της ηλικίας μας σε όσο το δυνατόν χαμηλότερα επίπεδα. Παρτό από εμένα, ο άνθρωπος γερνάει μόνο όταν το παίρνει απόφαση να κάτσει στον κώλο του και να ασπρίσει.

Πού ήμουν; Α, ναι, στην ουρά για τους Foo Fighters.

Μπύρα και πανίνι στο χέρι, βουνά ανακύκλωσης γύρω-γύρω, με συνοδεία τους μακρινούς ήχους του Bob Mould που βρισκόταν ήδη στη σκηνή, δύο ώρες πριν από την προγραμματισμένη έναρξη της συναυλίας, ως support, ένα τεταρτάκι σε μια ουρά που είχε τη δική της ζωή, κάγκελα, πύλη με αγάλματα και η αυλή της Villa Manin ήταν κάτω από τα πόδια μας.

Ένας χώρος κυκλικός, τεράστιος, ιδανικός για συναυλίες, με γρασίδι και άψογη ακουστική – αλλά και αισθητική – και δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, καθισμένοι, όρθιοι, τρέχοντας, παίζοντας βόλεϊ με μια μπάλα της θάλασσας ή σε τεράστιες ουρές έξω από τις τουαλέτες, και ένας μπόμπιρας όχι πάνω από τριών ετών, να τριγυρίζει άνετα μέσα στον χαμό με τους γονείς του. Στον αέρα ένα μείγμα από μυρωδιές – καλοκαιρινής υγρασίας, τσιγάρου, μπύρας, χόρτου, «χόρτου».

Βρήκαμε ένα σημείο και σταθήκαμε περιμένοντας. Ο χρόνος προς τις εννέα, τότε που το εισιτήριο υποσχόταν ότι θα ξεκινούσε η συναυλία, γλιστρούσε σαν τον Πλούσενκο (ή «Πλούσενκα», όπως με διορθώνει πάντα ένας φίλος) πάνω στον πάγο, άνετα, όμορφα, με χάρη και σιγουριά.

Στις εννέα και τέσσερα τα φώτα χαμήλωσαν, ο κόσμος παραλήρησε, ο Γκρολ βγήκε και βρυχήθηκε τον γνώριμο χαιρετισμό του προς το κοινό. «Είμαστε οι Foo Fighters και δεν κάνουμε μικρές συναυλίες. Ετοιμαστείτε για πολλές ώρες ροκ», υποσχέθηκε, και δεν απογοήτευσε. Δυόμισι ώρες ο ρυθμός δεν έπεσε, η μουσική δεν σταμάτησε και το ότι ο Taylor Hawkins επέζησε, το αποδίδω σε θαύμα της φύσης.

Δεν νομίζω ότι έχω λόγια για να περιγράψω μια πραγματικά καταπληκτική συναυλία. Θα πω ότι στο πάνθεον των συναυλιών μου, θα βρίσκεται για πάντα εκεί στο ψηλό ψηλό ράφι, με τα χρυσά μετάλλια. Η επαφή του Γκρολ με το κοινό είναι μοναδική, παρότι τα πολλά λόγια έλειπαν από το σόου. Λίγοι αστεϊσμοί στα ιταλικά, πολλές εκφράσεις ευγνωμοσύνης για την παρουσία του κόσμου στη συναυλία, μια αφιέρωση του «One of these days» στους φίλους «εκείνους που είναι εδώ, αλλά και σε εκείνους που δεν είναι πια», αλλά κυρίως η εκπλήρωση της μουσικής υπόσχεσης.

Ο κόσμος κρατούσε τον ρυθμό κινούμενος πάνω-κάτω, σαν ένα σώμα, και το «It’s times like these, you learn to live again» βρήκε εφαρμογή. Ίσως βοήθησε το ότι η ακουστική στον χώρο ήταν εξαιρετική, αλλά για λίγες συναυλίες μπορώ να πω με σιγουριά πως η μουσική που παίχτηκε ήταν πραγματικά υψηλής ποιότητας, οι μουσικοί έκαναν τη δουλειά τους ένα σκαλοπάτι πάνω από αυτό που λέμε «στην εντέλεια», και ενθουσίασαν ένα κοινό που, κακά τα ψέματα, έχει εξαιρετική μουσική παιδεία.

Κάπου εδώ, αξίζει να πούμε δύο λόγια για τα ντραμς. Κοιτάζοντας τη σκηνή, κατά τη διάρκεια της συναυλίας, συνειδητοποίησα πως χωρούν στο βλέμμα μου δύο από τους καλύτερους ντράμερ των τελευταίων δεκαετιών. Dave Grohl και Taylor Hawkins έχουν δώσει σε αυτό το συγκρότημα έναν χαρακτήρα καλλιτεχνικό σε έναν τομέα από τον οποίο σπάνια περιμένεις θαύματα. Για να παίξει ένα συγκρότημα καλή μουσική, είναι απαραίτητα τα καλά ντραμς, μιας και είναι η βάση για αυτό που θα φτάσει στα αυτιά μας, θα το υπογραμμίσουν και θα το εμπλουτίσουν. Όταν, όμως, τα ντραμς από μόνα τους είναι τέχνη, τότε πραγματικά το επίπεδο ανεβαίνει. Ο Taylor Hawkins είναι ένας αριστουργηματικός ντράμερ*. Και είναι πράγματι μεγάλη τύχη, το ότι ένας τόσο μεγάλος καλλιτέχνης «προσγειώθηκε» δίπλα σε έναν εξίσου μεγάλο τεχνίτη του είδους, με αποτέλεσμα εμείς, που χτυπιόμαστε κάτω από τη σκηνή στις συναυλίες, να έχουμε την τύχη να απολαμβάνουμε ένα πραγματικά εξαίσιο θέαμα.

Αγαπημένη στιγμή: Η μπάντα παίζει το Monkey Wrench και το κοινό έχει δώσει ρέστα από κάτω, όσο ο Γκρολ δίνει ρέστα από επάνω. Χτυπιούνται οι μεν, χτυπιόμαστε οι δε, το συγκρότημα έχει τραβήξει λίγο το ορχηστρικό πριν από το «onelastthingbeforeIquitIneverwantedanymorethanIcouldfitintomyhead…», κάποια στιγμή μπαίνει και ο Γκρολ με όλο αυτό το μανίκι, το λέει, πάνε για κλείσιμο του κομματιού, το κοινό ουρλιάζει, κλείνει το κομμάτι και στο καπάκι – χωρίς παύση, πόσο θεός είσαι ρε Τέιλορ! – μπαίνει το Hey, Johnny Park. Ηρεμεί λίγο το κοινό, μιας και πρόκειται για ένα από τα λιγότερο γνωστά κομμάτια του δεύτερου δίσκου, μένουν μόνο δύο Έλληνες, οι οποίοι στο άκουσμα της πρώτης νότας έχουν αρχίσει να ουρλιάζουν το κομμάτι μαζί με το συγκρότημα. Μόνοι. Είναι το δικό μας κομμάτι, το δικό μας αγαπημένο. Το κομμάτι εκείνο, είμαι σίγουρη ότι συμβαίνει σε όλους, που θεωρώ πως ήταν προσωπική χάρη του συγκροτήματος για εμένα. Για να με ευχαριστήσουν για τα χιλιόμετρα που έγραψε το κοντέρ μου για πάρτη τους. Παρακαλώ, Foo Fighters. Δεν κάνει τίποτα, ήταν χαρά μου. All in all,  αν την επόμενη φορά που οι Foo Fighters βρεθούν στη γειτονιά μας, εγώ δεν έχω λεφτά για να τους δω, παρακαλώ να μου βρείτε αγοραστή για το νεφρό μου. Μπορώ να ζήσω με ένα νεφρό, ε;

* Επειδή όλοι οι άνθρωποι γκουγκλάρουν τον εαυτό τους, και κάποια πράγματα πρέπει να λέγονται και να κατανοούνται, Taylor Hawkins, in the slim chance that you should find yourself on this page, know that this blog considers you as one of the best fucking drummers of recent times, and places you up there with the best things on the planet, next to burrata cheese and lasagna al forno.

[Απαραίτητο Edit] Τρία χρόνια μετά, το ΓιουΤιουμπ, σαν καλή προξενήτρα, ένωσε τους δρόμους μας με το δρόμο αυτού του βίντεο, που αποτύπωσε σε κινούμενη εικόνα αυτό που εγώ πάλεψα να αποτυπώσω σε λέξεις. Το Monkey Wrench ακολουθούμενο από το Hey, Johnny Park! και οι δύο τσιρίδες μας εκεί στο μπάκράουντ. Μετράμε μέρες και ώρες μέχρι τη Bologna!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s