Μαθήματα ζωής

Είναι εντυπωσιακό, το ότι θα πεθάνουμε όλοι.

Όλοι, όμως.

Όλοι όσοι ξέρεις, αγαπάς, δεν αγαπάς, συμπαθείς, μισείς παθιασμένα, παρακολουθείς αδιάφορα, όλοι, όλοι θα πεθάνουμε κάποια στιγμή.

Είναι φοβερό.

Εντυπωσιακό, φοβερό, και απολύτως ασύλληπτο.

Δεν με νοιάζει πόσο πιστεύεις ότι το έχεις συνειδητοποιήσει – αποφασίσει – φιλοσοφήσει… Πραγματικά δεν το χάφτω το ότι δεν σε εντυπωσιάζει και συνάμα δεν σε κάνει να χέζεσαι από το φόβο σου. Δεν σου προκαλεί αρρυθμία, πονοκέφαλο, δεν σου φέρνει δάκρυα στα μάτια, το να σκέφτεσαι ότι, όχι απαραίτητα για τον εαυτό σου, αλλά για τους ανθρώπους που αγαπάς περισσότερο από τίποτε άλλο στον κόσμο, κάποια μέρα δεν θα υπάρχει πια τίποτα.

Θα εξαφανιστούν.

Θα πάψουν να υπάρχουν.

Εμένα μου κόβει την ανάσα.

Ο θάνατος είναι μια πολύ περίεργη υπόθεση. Έχει μια τάση να σε ξεγυμνώνει. Κάποιες φορές, οι κηδείες είναι οι πιο αμείλικτοι ρουφιάνοι. Δεν αφήνουν τίποτα να πέσει κάτω. Βεβαίως το σύνηθες είναι το κλάμα, ο πόνος, βουβός ή μη, καμιά φορά ακόμη και η γλυκιά μελαγχολία. Είναι κι εκείνες οι φορές που είσαι σίγουρος ότι οι τεθλιμμένοι έχουν έρθει απλά για να σιγουρευτούν πως ο μακαρίτης συχωρέθηκε.

Που λεει ο λόγος.

Και είναι και εκείνες οι φορές, που ο ρουφιάνος που λέγεται κηδεία ξεγυμνώνει εμάς. Που, προς το παρόν, παραμένουμε τεθλιμμένοι. Αλλά ούτε ως τέτοιοι δεν πείθουμε.

Κρίμα. Τσάμπα η μάσκαρα στο μάγουλο.

Κάποτε πίστευα πως η κηδεία του καθενός είναι το βασικότερο κριτήριο για να καταλάβεις τι σόι άνθρωπος ήταν όσο ζούσε. Αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Στο κάτω κάτω της γραφής, μπορεί να έρθουν στην κηδεία σου και να κλαίνε και να χτυπιούνται όλοι εκείνοι οι γνωστοί σου, με τους οποίους μάλωνες όλα τα χρόνια, δεν τους χώνευες καθόλου, αλλά τώρα βρήκαν μια ευκαιρία να βρεθούν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Έχω εγώ μια φίδη, την, ας την πούμε, Αφροξυλάνθη. Αν ζει στην κηδεία μου, είμαι σίγουρη ότι θα έρθει πληγωμένη βαθύτατα. Θα χαϊδέψει τα άσπρα μου μαλλιά, θα χύσει δάκρυα πικρά, θα πει σε όλους «θέλω να πεθάνω μαζί της! Την ξέρω από τότε που γεννήθηκα, μαζί μεγαλώσαμε!» και θα σκύψει το κεφάλι πονεμένη, δεχόμενη τα συλλυπητήρια των άλλων τεθλιμμένων. Κι ας είχε προσπαθήσει να με ενοχοποιήσει όταν ήμαστε πολύ μικρές, για το πασάλειμμα του κατάμαυρου καινούργιου αυτοκινήτου του κυρίου Πέτρου με Nivea, και ας με είχε κατασυκοφαντήσει, μερικά χρόνια αργότερα, σε όλους μας τους φίλους ότι τη χτύπησα με τη ρακέτα και της μαύρισα το μάτι, απομονώνοντάς με για εβδομάδες από όλους που νόμιζαν πως είμαι επίδοξη δολοφόνος, και ας είπε ψέματα στη μαμά μου την ίδια χρονιά ότι πήγα βόλτα μαζί τους στις γραμμές του τρένου, με αποτέλεσμα να μπω εγώ τιμωρία. Για να μου φέρνει μετά ληγμένα κρουασανάκια και να με κοροϊδεύει. Και ας ερχόταν έξω από το τροχόσπιτό μου, όταν στην έκτη δημοτικού έπαθα ανεμοβλογιά το Πάσχα και έμεινα στο κρεβάτι, για να φωνάζει ότι «εμείς θα πάμε βόλτα τώρα, και μετά θα παίξουμε κρυφτό, και μετά θα κάτσουμε στην παραλία για να λέμε ιστορίες, τι τέλεια που θα περάσουμε», κάνοντας μια μικρή σπυριάρα να κλαίει γοερά.

Η κηδεία, όμως, είναι ρουφιανιάκι. Θα βγει χορεύοντας μέσα από τον κόσμο και εκεί που θα χύνει μαύρο δάκρυ, θα της φορέσει ξαφνικά ένα μεγάλο, φουξ, κωνικό καπέλο που θα γράφει «bullshit» και θα γελάσει με την καρδιά της.

Γιατί το τι άνθρωπος είσαι δεν φαίνεται μέσα από το πώς φέρονται οι άλλοι σε εσένα. Από το πώς κλαίνε οι άλλοι στην κηδεία σου. Το τι άνθρωπος είσαι φαίνεται από το πώς φέρεσαι εσύ στους άλλους. Όσο ζούνε.

Advertisements

5 responses

  1. Μ’ αυτήν κάνεις ακόμα παρέα; Εγώ λέω να την καλέσεις μια μέρα, να της φτιάξεις καφέ με αλάτι, να της πεις ότι είναι ηλίθια και να μην την ξαναδεις ποτέ.

    Επίσης, ο θάνατος είναι περίεργο πράγμα και δεν θα προσποιηθώ ότι μπορώ ν’ αναλύσω τις σκέψεις μου επ’ αυτού σ’ ένα σχόλιο, αλλά με συμπυκνώνει ο Επίκουρος στην επιστολή του προς Μενοικέα:

    «τὸ φρικωδέστατον οὖν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡμᾶς͵ ἐπειδήπερ ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν͵ ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν͵ ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ͵ τόθ΄ ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν.»

    «Το πιο φρικιαστικό από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτα για εμάς μιας και όταν υπάρχουμε εμείς ο θάνατος δεν υπάρχει και όταν ο θάνατος είναι παρών, εμείς δεν υπάρχουμε.»

    Έτσι, θα ομολογήσω ότι ενώ δεν φοβάμαι τον θάνατο, φοβάμαι την ασθένεια και τη φθορά του χρόνου στο μυαλό, την ακινησία, την τύφλωση, το να κοιτάς έναν αγαπημένο και να μην ξέρεις ποιος είναι. Αυτό είναι φόβος. Και ο φόβος του θανάτου είναι ουσιαστικά ο φόβος της απώλειας του άλλου και όχι του εαυτού, μιας και όταν θα έρθει ο θάνατος, δεν θα υπάρχει εαυτός για να εκτιμήσει την απώλεια αυτή.

    Για να μην παπαρολογήσω άλλο, ας πω επίσης ότι δυστυχώς έχω βρεθεί σε πολλές κηδείες, οι περισσότερες εκ των οποίων ήταν μια μπούρδα και μισή και δεν θα εξέφραζαν ποτέ τις επιθυμίες του θανόντος με αποτέλεσμα να κάθομαι εκεί και να βράζω και να περιμένω ν’ ανοίξει το φέρετρο να βγει ο ζόμπι-θανών και να τους κράζει όλους. Οπότε διαφωνώ στο ότι η κηδεία λέει κάτι για τον άνθρωπο που πέθανε.

    • Θα τα πάρω με τη σειρά:
      ΦΥΣΙΚΑ και δεν κάνω ακόμη παρέα μαζί της! χελοου! Έκανα όσο με υποχρέωναν οι γονείς μου (οι οποίοι έκαναν παρέα με τους γονείς της, μέχρι που τους έκαναν τα ίδια, σε γκρόουν απ επίπεδο, αντιλαμβάνεσαι!). Τόσο δεν κάνω παρέα μαζί της, που ήρθε στον γάμο της αδερφής μου και δεν την πήρα πρέφα!
      Αλλά αυτό με το «καφέ κι αλάτι» έχω να το κάνω σε άλλους, θύμισέ μου! 😉

      Πράγματι, ο Επίκουρος καλά τα λέει, άντε να το νιώσεις αυτό, όμως! Βέβαια, όπως λες κι εσύ παρακάτω, ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι ο θάνατος των δικών μου. Μου κόβει την ανάσα, δεν μπορώ ούτε να το διαννοηθώ. Κι επειδή έχω χάσει αρκετούς, το μόνο που χρειάζεται πλέον για να πάθω εγκεφαλικό (σε σταθερή βάση) είναι ένα τηλεφώνημα πριν από τις 8μιση το πρωί. Τίποτε άλλο!

      Για τον εαυτό μου φοβάμαι την ασθένεια. Το να χάσω τα λογικά μου, να λέω ό,τι να ‘ναι, να βλέπω όποιον να ‘ναι μπροστά μου, ή να μην μπορώ να αυτοεξυπηρετηθώ και να γίνω βάρος. ΑΥΤΟ είναι ό,τι χειρότερο, νομίζω. Αλλά δεν λέω μεγάλες κουβέντες, γιατί όταν φτάσει κανείς σε αυτό το σημείο μπορεί να νομίζει πως το χειρότερο είναι ο θάνατος, ό,τι και αν έλεγε πριν. Ελπίζω ότι δεν θα το ανακαλύψω.

      Τα ζόμπι τα βλέπω κι εγώ, ρε συ. Ή μάλλον, για να είμαι πιο ειλικρινής, τα εύχομαι! Σε ΚΑΘΕ κηδεία, ανεξαιρέτως. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά έχω βρεθεί σε πολύ φρικιαστικές κηδείες πολύ κοντινών μου ανθρώπων ΚΑΙ ΠΑΛΙ κοιτούσα το φέρετρο και έλεγα από μέσα μου «σήκω, σήκω! αχ, σήκω!». Για την ακρίβεια, βέβαια, ευχόμουν απλά να είναι ο θάνατος ιατρικό λάθος. Να σηκωθεί ο άνθρωπος και να έρθει μετά ο γιατρός και να μας πει «Σόρι, δεν ακούγαμε καλά, μάλλον!».

      Αλλά, αυτό εννοώ κι εγώ με όλο το ποστ: η κηδεία φανερώνει τον χαρακτήρα αυτών που μένουν: αυτός που έφυγε, έφυγε, πάει, και το πόσοι ή ποιοι θα έρθουν δεν λεει πολλά! Αλλά εσύ, βρε τσόλι, που με έχεζες όσο ζούσα, έρχεσαι τώρα και κλαίγεσαι στην κηδεία μου;; Να φύγεις γρήγορα, γιατί θα σε στοιχειώσω! Τώρα ανήκω στο παράλληλο σύμπαν εκείνων που μπορούν να σου κάνουν τη ζωή κόλαση, να ανοιγοκλείνουν τις πόρτες σου και να σου πετάνε πιάτα! Μάζεψε τα δάκρυά σου και σε άλλη παραλία!
      Άι!

      Όχι εσύ… κατάλαβες!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s