Vivere pericolosamente

Immagine

Έριξα λίγο λάδι στην κατσαρόλα και έκανα τον σταυρό μου. Της εκκλησίας δεν είμαι, αλλά καλό είναι να τα έχεις καλά με τις άγνωστες δυνάμεις, υπάρχουν δεν υπάρχουν, ξες τώρα, μπας και. Και επειδή οι καιροί είναι περίεργοι και κανείς δεν ξέρει τι του ξημερώνει, εκτός από τις οικονομίες, ας κάνουμε και καμία επίκληση στα υπερφυσικά. Έριξα μέσα δύο ψιλοκομμένα κρεμμυδάκια και έκλεισα τα μάτια μου για να απολαύσω το τσιρτσίρισμα στο λάδι και τη χαρακτηριστική μυρωδιά που γέμισε την κουζίνα.

Άφησα το κρεμμυδάκι να τσιγαρίζεται και περπάτησα προς το ψυγείο. Δεν είναι μεγάλη η κουζίνα της ξενιτιάς, γι’ αυτό έφτασα γρήγορα στον προορισμό μου. Γύρισα την πλάτη μου προς το ψυγείο και έβγαλα το κεφάλι μου από το παράθυρο. Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και, παρά τους σχεδόν τριάντα βαθμούς, μερικές σταγόνες πετούσαν ήδη στον αέρα. Η μεσαιωνική μυρωδιά της ευρωπαϊκής μούχλας μπλέχτηκε λίγο με το κρεμμυδάκι, συνθέτοντας ένα περίεργο συνονθύλευμα πολιτισμών (πόσο ποιητική μπορώ να γίνω, μαντόνα μία!). Με μια απότομη κίνηση έκλεισα το παράθυρο και το σφράγισα με την πετούγια του (ή, τέλος πάντων, όπως τα λένε αυτά τα τσιγκελάκια στο παράθυρο). Η καρδιά μου σκίρτησε στη σκέψη της εκκολαπτόμενης παραβατικότητας.

Άνοιξα το ψυγείο και έβγαλα τη γαβάθα με τον κιμά. Κοίταξα δεξιά και αριστερά μήπως με βλέπει κανείς, και εκεί στο απέναντι παράθυρο εντόπισα τον Μάσιμο να έχει κολλήσει το πρόσωπο στο τζάμι και να με παρακολουθεί με τα μάτια γουρλωμένα. «Σσσς», του έκανα με το δάχτυλο και υποσχέθηκα πως αν δεν με μαρτυρήσει θα του στείλω ένα κομμάτι. Μου έκλεισε το μάτι και έκανε πως κλείνει το στόμα με φερμουάρ. Ελπίζω πως και στα ιταλικά αυτό σημαίνει ό,τι σημαίνει και στην Ελλάδα.

Έριξα τον κιμά στην κατσαρόλα και τον παρακολούθησα να σιγά – σιγά να αλλάζει. Μια μικρή μελαγχολία που πάντοτε με έπιανε με τις αλλαγές τώρα ξέχασε να μου χτυπήσει την πόρτα. Τελευταία οι αλλαγές δεν με χαλάνε και πολύ. Σαν εκδίκηση μου έμοιαξε το κρασί που έριξα μέσα, που με ένα ΦΣΣΣΣΣΣ έσβησε το κάψιμο και επανέφερε την ησυχία στη  μικροσκοπική μου κουζίνα. «Πάρε κι αυτό, πάρε κι αυτό, και πάρε και αυτό και παράτα με!», σχεδόν φώναξα στον κιμά πετώντας στην κατσαρόλα γαρίφαλο, κανέλα, αλάτι, πιπέρι, ντοματίνια, νεράκι και μαϊντανό. Πέταξα και το καπάκι και πήγα στο σαλόνι για να δω Sky Cinema.

Όσο ο κιμάς έβραζε χτύπησε το τηλέφωνό μου. «Έλα μανούλα»… «βρέχει»… «φοράω»… «δεν άρχισε ακόμα»… «όχι μανούλα»… «θα του πω, μανούλα»… «τι;» «τι εννοείς;;» «ποιος σου το είπε;» «πού το έμαθες;» «μανούλα, αν θέλω να φτιάξω θα φτιάξω, δεν θα ρωτήσω κανέναν χ…» «γι’ αυτό δεν είμαι Θεσσαλονίκη, μανούλα» «όχι μανούλα» «μην με εκνευρίζεις!!» «εντάξει»… «εντάξει…» «ναι, θα σου στείλω…» «ναι, θα το διαλύσω πρώτα…» «μην ανησυχείς, ξέρω…» «φιλάκια στον μπαμπά».

Νέο φαγητό: Παρανομίτσιο… Σημεία των καιρών…

Έβαλα τα bucatini για βράσιμο και πήρα άλλο ένα κατσαρολικό. Το άφησα στο μάτι, έβαλα νερό και εβαπορέ και σε ένα άλλο κατσαρολικό άρχισα να λιώνω βούτυρο. Κοιτώντας την κουζίνα μου αντιλήφθηκα πόσο δύσκολο είναι να κινείται κανείς στο περιθώριο του νόμου και να μην έχει πλυντήριο πιάτων. Αναστέναξα βαθιά και άρχισα να χτυπάω αλευράκι με το βούτυρο. Έριξα και το γάλα και συνέχισα το χτύπημα, με τη Μπόχα στα πόδια μου να νιαουρίζει γουργουρίζοντας (ναι, γίνεται). Και τα γατιά στην παρανομία και στην εξορία, πού θα μας βγάλει, Άγιε μου Παΐσιε, αυτή η περιπέτεια! Λίγη μπεσαμέλ πετάχτηκε από το κατσαρολάκι κατακαίγοντας τη Μπόχα στο αυτί, κι εκείνη, με ένα «κχχχχχχ» και ένα γοερό «νιαρρρρ» σπίνιαρε αφήνοντας πίσω της μια ιπτάμενη μαύρη τούφα. Με το κατσαρολάκι στο ένα χέρι και το σύρμα στο άλλο, απέμεινα αποσβολωμένη να κοιτάζω τη μαύρη τούφα που, σαν πούπουλο, πετούσε απαλά και σταθερά προς τα μύρια κατσαρολικά. Η πτήση της ολοκληρώθηκε δύο εκατοστά δίπλα από την μπεσαμέλ. Προσεκτικά, για να μην την τρομάξω, άφησα τα πάντα κάτω και την αιχμαλώτισα με ένα βετέξ, το οποίο πέταξα μαζί με την τούφα. «Θεία δίκη;», αναρωτήθηκα έντρομη, κούνησα το κεφάλι και επέστρεψα στο σκοπό μου. Αλάτι, μοσχοκάρυδο, λίγη ακόμη παρμεζάνα και στην άκρη κι εσύ.

Έβγαλα τον κιμά που είχε σχεδόν στεγνώσει, ανακάτεψα τα bucatini με λίγη μπεσαμέλ, έριξα τα μακαρόνια στο ταψί, τον κιμά με τη σειρά του, ξανά μπεσαμέλ και μέσα στον φούρνο it goes!

Περίμενα τα αποκαλυπτήρια μια ώρα. Όταν η στιγμή έφτασε, ο ήλιος ήδη έπεφτε, αλλά «ο μπελάς» μου ήταν έτοιμος. Τον έβγαλα από τον φούρνο και η μυρωδιά του πότισε το διαμερισματάκι μου. Μέχρι και ο Μάσιμο βγήκε στο παράθυρο και χόρευε! «Ναι!», του έγνευσα, «έτοιμο είναι!»… «Σταμάτα να χορεύεις, θα μας πάρουν πρέφα!»… «Τι; Δεν χορεύεις;;» «Και τι κάνεις;;» «Να κοιτάξω κάτω;» «Μα, γιατί…»

Ομάδες των ειδικών δυνάμεων είχαν πλημμυρίσει τον στενό δρόμο κάτω από το σπίτι μου. Ήδη άκουγα τις βαριές μπότες τους να χτυπάνε βίαια τις υπεραιωνόβιες σκάλες του κτιρίου μου. Το παστίτσιο μου έπεσε από τα χέρια, γεμίζοντας με ευωδιαστό χαμό το πάτωμα της κουζίνας. Πριν προλάβω να αντιδράσω, η πόρτα μου έσπασε και το σπίτι γέμισε ογκώδεις σκούρους μπλε γίγαντες με μπαζούκας στα χέρια και κράνη στο κεφάλι. «ΕΊΣΑΙΗΜΑΡΙΟΝΕΤΑΛΕΓΕΡΕΕΙΣΑΙΗΜΑΡΙΟΝΕΤΑΛΕΓΕΡΕΜΙΛΑΕΙΣΑΙΗΜΑΡΙΟΝΕΤΑ;;;» μου ούρλιαξε ένας «ΝΑΙΝΑΙΝΑΙ» είπα εγώ με τα χέρια στο κεφάλι «ΜΗΝΚΟΥΝΗΘΕΙΣΓΙΑΤΙΣΟΥΤΗΝΑΝΑΨΑΡΕ» μου φώναξε εκείνος, στο μεταξύ μπλε γίγαντες άδειαζαν τα συρτάρια μου, αναποδογύριζαν τα έπιπλά μου, γλιστρούσαν στα bucatini, έπεφταν, ξανασηκώνονταν, ξανάπεφταν, ροζ στριγκάκια γέμιζαν τον αέρα, πουέντ και τούτου πεταμένες στους αναποδογυρισμένους καναπέδες, τα γατιά σκαρφαλωμένα στα δοκάρια της οροφής κι εγώ γονατισμένη με χειροπέδες πια στα χέρια, κλαίγοντας. «ΝΟΜΙΖΕΣΘΑΞΕΦΕΥΓΕΣΕΠΕΙΔΗΠΕΡΑΣΕΣΤΑΣΥΝΟΡΑΡΕ;;» μου έφτυσε μέσα στο αυτί μου, «ναι» ψέλλισα, «ΔΕΝΜΑΣΑΕΙΗΕΛΛΗΝΙΚΗΑΣΤΥΝΟΜΙΑΒΡΩΜΟΑΝΑΡΧΟΚΟΥΜΟΥΝΙΤΟΥΚΕΡΑΤΑ» μου έχωσε, «η τρομοκρατία δεν θα περάσει», ψιθύρισα τρομοκρατημένη, και με χάιδεψε. «Γλυκό αθώο», μου είπε, χαμογελώντας. «Η τρομοκρατία έχει ήδη περάσει, εσύ θα την ξε-περάσεις;». Σκούπισε με το δάχτυλο λίγη μπεσαμέλ από το πάτωμα, την έφερε στο στόμα του, κατάπιε, με κοίταξε με έκπληξη και είπε: «Κοίτα να δεις, δεν είναι κι άσχημο!» πριν με τραβολογήξει με μανία προς τις σκάλες.

[disclaimer: ουδέποτε με συνέλαβαν γιατί μαγείρευα, έτσι για να μην ανησυχήσετε. Φίξιον, είναι, τουτέστιν μυθοπλασία]

Advertisements

14 responses

  1. Google Translate says at the end: «Fiction, is fiction». WHEW!!!! While the translated version is quirky (to say the least) I started freaking out at the end, until that last part. I’m relieved, to say the least, but poor beschamel sauce. It’s a pity — quel dommage! — as they say in yet another language.

    Seems like today there is a lot of beschamel spilling everywhere, eh? Let’s hope it does not turn to blood!

    (And I wish I got the stinky feet joke!! Does XAXAXAXAXAXAXAXA! mean HAHAHAHAHAHAHA! in Greek? lol)

    • hey hon!!! yes it does! Μποχα is the name of my cat, and it means «stench» (we named her that because she farts a lot!)
      so I said «with μποχα at my feet» which sounds like my feet stink! which they don’t i assure you! 😉

      let me give you some background: a 27 year-old was arrested monday for a satirical FB page that made fun of a monk. The monk’s name was Father Paisios and the FB page’s name was Father Pastitsios, after pastitsio (http://en.wikipedia.org/wiki/Pastitsio)
      So there’s now this whole movement around how pastitsio is now «illegal» and also getting the police to drop the charges, claiming that medieval-type prosecutions don’t go well in a «western» civilization…

      • «so I said “with μποχα at my feet”» HAHAHAHAHA! Oh that is a good one. I get it now. Knowing the cat’s name is Stinky is kind of important (I think Stinky the Cat sounds way cuter than Stench the Cat, just sayin’).

        Ahhhhhh, okay, thank you for the background on Pastitsio — I actually did try to Google that and got no real hits, or no — I guess it was the title I tried to Google… Anyway, I get it now, and it makes this story that much funnier! And sadder. But funnier! In a sad way. Oh alas. It is a little like something from Jon Stewart, though. 🙂 Good job.

  2. Θέλω να μου επιβεβαιώσεις ότι το πρώτο (άντε οκ, βολεύομαι με έως και 4ο) αντίτυπο του βιβλίου σου με τίτλο «ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΗ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ ΜΕ ΜΠΟΧΑ» θα το υπογράψεις και θα μου το δώσεις πλιζ μερσί κι αριβεντέρτσι.

  3. ΜΑ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΤΟ ΕΙΧΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟΣΟ ΚΑΙΡΟ; ΓΙΑΤΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ
    (γιατί δεν τολμούσα ν’ανοίξω τον reader, γι’ αυτό. Η ηλίθια)

    ΠΟΣΟ ΓΑΜΗΣΕ, ΠΟΣΟ ΓΑΜΑΣ ΠΟΣΟΟΟΟ
    Γράφεις υπέροχα, δεν ξέρω πόσες φορές ακόμα θα σου το πω, αλλά κάθε ποστ μου αρέσει πιο πολύ από το προηγούμενο. Τι ιστορία, είχε αγωνία, δράση, συγκίνηση, πάθη, διαλόγους που ακούγονται επικίνδυνα γνώριμοι (καρμπόν οι συνομιλίες με τις μαμάδες μας στο τηλέφωνο), εξωτικούς νεαρούς, άγρια θηρία, ακροβατικά αλά Κάθριν Ζέτα στο Entrapment, για να μην πω για το ηθικό δίδαγμα στην κορύφωση.
    Η τελευταία παράγραφος είναι αριστούργημα, δάκρυσα λίγο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s