Γελάω

Γελάω. Γελάω που νόμιζες πως ζεις σε μία χώρα με ελευθερίες. Που νόμιζες πως το Σύστημα έχει στηθεί για να προστατεύσει τη νομιμότητα. Πως κάθε ζωή έχει ίση αξία. Πως το δίκαιο θριαμβεύει. Πως ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας. Πως η διακίνηση της πληροφορίας είναι ελεύθερη. Πως οι νόμοι τηρούνται. Πως η αξιοπέπειά σου έχει μεγαλύτερη αξία από το χρήμα τους. Πως όλοι αντιμετωπίζονται ως ίσοι. Πως αν είσαι εντάξει δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα. Πως όλα θα πάνε καλά. Γελάω. Γιατί μετά από όλα όσα έχουν γίνει, εξακολουθείς να έχεις ελπίδα για αυτόν τον τόπο. Γελάω, αλλά πιο πολύ χαμογελάω, γιατί η ελπίδα – και η ανεξήγητη ακόμα – είναι χαριτωμένη. Χαμογελάω. Αλλά και φοβάμαι. Φοβάμαι πώς δεν καταλαβαίνεις. Φοβάμαι γιατί πρέπει να καταλάβεις. Γιατί όλα περνάνε από το χέρι σου πρώτα και μετά από το χέρι του άλλου. Φοβάμαι γιατί πρέπει να ξυπνήσεις. Και δεν γελάω πια.

Advertisements

Ωδή σε έναν μικρό σβώλο τρόμου που βρήκα στη ντουζιέρα μου ένα πρωί του μεσοφθινόπωρου

Πυκνό σκοτάδι με τύλιξε, καθώς έκλεισα τα μάτια μου

Καταρράκτες αμείλικτοι πλημμύρισαν το ζαρωμένο μου πρόσωπο

Μια ζέστη παιχνιδιάρα πρόδωσε τη δροσιά του φθινοπωρινού πρωινού καθώς

Μια γνώριμη μυρωδιά και μια υγρή παρηγοριά με έντυσαν

Και τη σκέψη μου ξεθόλωσαν φέρνοντάς με στη ζωή

Καθώς άνοιγα τα μάτια μου

Η ομίχλη είχε αφήσει το ίχνος της παντού ολόγυρά μου

Πάλεψα με το βλέμμα μου, αναζητώντας τη σιγουριά της εστίασης

Όσο το περίγραμμα των γνώριμων μορφών σιγά σιγά επέστρεφε

Εκεί, μπροστά στα μάτια μου, μια μικρή μαύρη κουκκίδα

Με την αέναη αιώρησή της άσπονδα προκαλούσε

Μια έντονη ανησυχία

Ένα μυγάκι, μαύρο, μικροσκοπικό, με δυο μικρά φτερούλια

Πετούσε με αναίδεια και έμπρακτη απαξίωση εκεί, πάνω από τη μύτη μου

Στην αρχή αδιαφόρησα, όμως μετά η ψυχή μου σφίχτηκε, τρομοκρατήθηκα

Πετάχτηκα από το ντουζ και σαν αίλουρος τυλίχτηκα γύρω από το νιπτήρα

Στραμπούληξα το μάτι μου

Χτύπησα το αυτί μου

Μελάνιασα το σαγόνι μου

Άγχωσα τη γάτα μου

Είδα, όμως, και σιγουρεύτηκα

Πως το μυγάκι αυτό

Ήταν ένα ξένο

Γιατί για καλή μου τύχη

Τα δικά μου τα μυγάκια, που ζουν μέσα στο κεφάλι μου, στη θέση του μυαλού μου, βρίσκονται ακόμη όλα εκεί, και τίποτα, ούτε μια σκέψη, δεν έχει ταράξει την ήρεμη ύπαρξή τους

Χτυπήματα απανωτά

H Μαλάλα Γιουσαφζαΐ

Κάθε πρωί πριν ανοίξω τον υπολογιστή μου, κάνω μια προσευχή στους Θεούς να αντέξω αυτά που θα δω. Πολλές φορές, όμως, η ζωή με ξεπερνάει, και κάθομαι εμβρόντητη και παρακολουθώ να μας ρίχνει τη μία σφαλιάρα μετά από την άλλη.

Ένα 14χρονο κορίτσι, ένα 14χρονο παιδί, ένα παιδί 14 ετών, έγινε θύμα δολοφονικής επίθεσης από τους Ταλιμπάν στο Πακιστάν, επειδή υποστήριζε το δικαίωμα της γυναίκας στην εκπαίδευση. Ένα κορίτσι. Παιδί. Ένα παιδί που δεν ήταν και τόσο παιδί, γιατί, σε αντίθεση με άλλα 14χρονα σε άλλα σημεία του κόσμου, αυτό που την απασχολούσε κυρίως δεν ήταν ποιο είναι το τελευταίο σίνγκλ του Μπίμπερ ή με ποιον θα πάει στο τζούνιορ προμ, αλλά το γεγονός ότι τα κορίτσια στη χώρα της δεν έχουν ελεύθερη πρόσβαση στη μάθηση.

Πόσο μαλάκας νιώθεις; Και πόσο γομάρι;

Σήμερα, μάλιστα, με ανακοίνωσή τους οι Ταλιμπάν υποστήριξαν εκ νέου την επίθεση εναντίον της Μαλάλα (έτσι λένε τη 14χρονη, μάθε το) και πρόσθεσαν ότι βασική αιτία δεν ήταν το ότι υποστήριζε το δικαίωμα της γυναίκας στην εκπαίδευση, αλλά τον Μπαράκ Ομπάμα. «Δεν της επιτεθήκαμε επειδή ύψωσε τη φωνή της για την εκπαίδευση», είπανε. «Έγινε στόχος επειδή εξέφρασε την αντίθεσή της στους μουτζαχεντίν και τον πόλεμό τους» και συνέχισαν λέγοντας πως «έγινε στόχος μας επειδή μιλούσε εναντίον των Ταλιμπάν, καθώς καθόταν με ξεδιάντροπους ξένους και εξιδανίκευε τον μεγαλύτερο εχθρό του Ισλάμ, τον Μπαράκ Ομπάμα». Τη θεωρούσαν, λεει, «κατάσκοπο της Δύσης» και της άξιζε να πεθάνει επειδή «οι άπιστοι της έδιναν βραβεία» για «κατασκοπεία».

Σέβομαι πάντα την ιδεολογία του άλλου. Αλλά πώς σηκώνεις το χέρι και βλάπτεις τον απέναντι; Και μάλιστα ένα παιδί;

Τώρα η Μαλάλα παλεύει για τη ζωή της σε νοσοκομείο στη Βρετανία, και οι φίλες της όλες γέμισαν τις τάξεις του σχολείου της περιοχής τους. Φοβόμαστε, είπαν, αλλά δεν θα τρομοκρατηθούμε. Μακάρι, ειδάλλως η Μαλάλα άδικα έπαιξε τη ζωή της κορώνα γράμματα.

Έι, τύποι, εσείς εκεί στην επιτροπή για τα Νόμπελ Ειρήνης. Την ΕΕ, ρε; Την Ευρωπαϊκή Ένωση; Γιατί, επειδή όλα είναι ρόδινα για τους λαούς της Ευρώπης; Επειδή ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος πέφτει στα κεφάλια μας με αρχικά οικονομικών όρων (PSI, CDS, μπλαμπλαμπλα) και όχι με βόμβες; Επειδή οι μετανάστες από άκρη εις άκρην της ειρηνικότατης αυτής ηπείρου απολαμβάνουν ανθρώπινης μεταχείρισης και κανείς δεν σκέφτεται να καταπατήσει τα ανθρώπινα δικαιώματά τους;

Αυτό το κορίτσι, η Μαλάλα, και κάθε τέτοιο κορίτσι που κάθε πρωί πρέπει να σφίγγει τα δόντια για να σηκώσει το κεφάλι ψηλά και να κάνει κάτι που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο, αυτό αξίζει το Νόμπελ. Όχι η ΕΕ. Ή ο Ομπάμα.

H Αμάντα

Και μετά διαβάζω για την Αμάντα Τοντ. Και εξοργίζομαι. Δεκαέξι χρονών, κρεμάστηκε γιατί επί δύο χρόνια οι γύρω της, της είχαν κάνει τη ζωή κόλαση. Γιατί; Γιατί όταν ήταν 12 (δώδεκα, κάνε λίγο τον υπολογισμό, εσύ τι μυαλό είχες όταν ήσουν 12; ) έκανε μια απερισκεψία: έδειξε σε κάποιον άγνωστο σε βίντεο τσατ το στήθος της. Και μετά; Λίγο καιρό μετά, εκείνος, 32 χρονών γαϊδούρι σήμερα, 30 τότε, άρχισε να την εκβιάζει. «Αν δεν κάνεις ένα σόου μόνο για εμένα, θα στείλω τη φωτογραφία σου σε όλους», της είπε. Κι επειδή εκείνη δεν το έκανε, πραγματοποίησε την απειλή του. Η φωτογραφία της έφτασε σε γονείς, δασκάλους, συμμαθητές, φίλους, γνωστούς: σε όλους όσους ήξεραν το όνομά της. Τα πειράγματα σε αυτές τις ηλικίες δεν είναι ποτέ αθώα. Επί χρόνια η Αμάντα δεν μπορούσε να πάει στο σχολείο, να βγει βόλτα, να μπει στο Ίντερνετ, υπήρχαν σελίδες στο Φέισμπουκ με το όνομά της και τη φωτογραφία του στήθους της φόρα-παρτίδα. Έτρωγε ξύλο, βρίσιμο, δεχόταν εξευτελισμούς, οδηγήθηκε σε ηλικία 15 ετών στα ναρκωτικά, το αλκοόλ, τη βαριά κατάθλιψη και αγοραφοβία, κοβόταν, και κάποια στιγμή έκανε απόπειρα αυτοκτονίας, πίνοντας χλωρίνη. Δεν πέθανε, όμως, σώθηκε, δηλαδή, τι σώθηκε, «σώθηκε», αφού μετά από την απόπειρα τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα. «Να δοκιμάσει άλλη μάρκα χλωρίνης, μπας και πεθάνει επιτέλους» σχολίαζαν άγνωστοί της στο Ίντερνετ, «δεν πέθανε ακόμη η τσούλα; Τι περιμένει;», έλεγαν άλλοι, και αν νομίζεις ότι στικς εντ στόουνς κεν μπρέικ μάι μπόουνς μπατ γουόρντς γουιλ νέβερ χέρτ μι, έχεις βαθιά μεσάνυχτα. Γιατί η κάθε λεξούλα που βγάζει το στοματάκι μας είναι πετριά και ροπαλιά αν η ψυχούλα είναι τραυματισμένη. Οι λέξεις έχουν δύναμη.

Δεν το άντεξε η Αμάντα και πριν μερικές μέρες κρεμάστηκε. Και αυτή τη φορά δεν «σώθηκε». Οι Anonymous (η γνωστή ομάδα χάκερς) το πήραν βαριά, και καλά έκαναν, γιατί έκαναν τη δουλειά της αστυνομίας καλύτερα από την αστυνομία (που έκανε όοοοοο,τι μπορούσε, αλλά δεν τον έβρισκε τον εκβιαστή-παιδόφιλο-bully-καταραμένοπανίβλακα) και τον εντόπισε. 32 χρονών γάιδαρος από τη Βρετανική Κολούμπια, ζωήναέχεικαινατουέρχονταιόλαστραβάγιαπάντα.

Είναι ασύλληπτο το ότι σχολεία, αστυνομία, γονείς, κοινωνία, μπορούν να ακυρωθούν από μια ομάδα εφήβων, που με το δηλητήριο που μπορεί εύκολα να χαρακτηρίσει τη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα κατάφεραν να καταστρέψουν τόσο βαθιά μια ψυχή, ώστε να αποφασίσει οριστικά και αμετάκλητα πως δεν θέλει να υπάρχει σε αυτόν τον πλανήτη. Και να προσπαθεί να πεθάνει μέχρι να τα καταφέρει. Διδάξτε στα παιδιά σας την αγάπη, ρε. Την αγάπη και τη συγχώρεση, δεν είναι πυρηνική φυσική… Αλλά για να γίνει αυτό, θα πρέπει πρώτα να είστε εσείς έτσι. Και δυστυχώς φαίνεται πως είναι τόσο εύκολο το να κρίνεις τον άλλον, καθισμένος στον θρόνο του τέλειου και του αλάνθαστου, όπου έχεις τοποθετήσει τον καταπληκτικό εαυτό σου, που πώς ακριβώς να μάθεις την ανεκτικότητα στο παιδί σου; Χαμένο από χέρι…

Ε, και μετά βγαίνει και ο Γαϊτάνος… Δεν περιγράφω άλλο…

Λουκιανός απολιτίκ

ImmagineΈβαλα τα ροζ/μαύρα μου, έκανα το μαλλί σφιχτό ψηλό κότσο, κατέβασα τους ώμους (μόνο σε τέτοιες φάσεις το θυμάμαι), πήρα τις πουέντ ανά χείρας και, λίγο πριν ξεκινήσω για την καινούργια μου σχολή με πρόλαβε η ζωή.

Δεν βαριέσαι, έχω κι άλλα πράγματα να κάνω βραδιάτικα από το να προσπαθώ ματαίως να κάνω καλές φουετέ.

Είχα μια εποικοδομητική συζήτηση με τον Λουκιανό. Του εξήγησα ακριβώς πώς γίνεται να κόβεται το δικαίωμα του «συναθροίζεσθαι» και του «διαδηλώνειν», του «ελπίζειν» και του «ανασαίνειν ελευθέρως», ακόμη και του «μαγειρεύειν» (καλά, καλά, σχεδόν!) εν έτει 2012 στην ελεύθερη Ευρώπη. Μου νιαούρισε μελωδικά, μάλλον ζητώντας κροκέτες. Γάτος απολιτίκ.

Για να του τη σπάσω, έβγαλα από το ψυγείο λαζάνια αλ φόρνο και άρχισα να τα τρώω μπροστά του. Με έκδηλη απόλαυση και μουγκρητά. Με κοιτούσε μέσα στα μάτια και πού και πού του ξέφευγε ένα πνιχτό νιαούρισμα. Σαν Έλληνας, σκέψου, ή Ιταλός, μπροστά σε Γερμανό, που του κουνάει το επιτόκιο δανεισμού του προκλητικά στη μούρη. Ο Γερμανός. Στον Έλληνα. Ή στον Ιταλό. Όχι το αντίστροφο. Το αντίστροφο θα ήταν σαν να μου κουνούσε εμένα ο Λουκιανός τις κροκέτες του προκλητικά στη μούρη, σε φάση «κοίτατιτρώω, νιανιανιανιανια!». Τι τρως, κακομοίρη, μια βλακεία στο τετράγωνο, και μάλιστα τρίγωνη. Δόλιε.

Σε άλλα νέα, Ιταλική Λογοτεχνία Ι. Αυτή είναι η ζωή.