Blood Brother a.k.a. όταν ξεμένω από λέξεις

blood brother

Απαλλοτριώνω από εδώ

Σκέψου μια ταινία που, στις πρώτες της σκηνές σε προβληματίζει. Σε φάση «τι παίζει;». Και για το πρώτο μέρος της δεν μπορείς να σταματήσεις σκέψεις του στιλ «άι, ρε, παλιοχίπη» ή – στο λίγο πιο εκλεπτυσμένο – «κατασκευασμένα συναισθήματα, ευχαριστώ δεν θα πάρω». Στο τέλος, βγαίνοντας από την αίθουσα, να ξεσπάς σε ένα κλάμα αυθεντικό, από βαθιά, επώδυνο, χωρίς ελπίδα κάθαρσης.

Επιτυχία.
Η ταινία «Blood Brother» διαγράφει ακριβώς αυτή την πορεία: ξεκινάει ουσιαστικά από εκεί, όπου κανείς δεν καταλαβαίνει αυτό που έκανε τον Ρόκι Μπάατ να φύγει από το Πίτσμπουργκ των ΗΠΑ, να πάει στην άλλη άκρη του κόσμου, στην Ινδία, και να γίνει ο Ρόκι-αννά, «αδερφός», σε μια ομάδα ορφανών με AIDS. Στην πόλη του, η απόφασή του να μείνει σε ένα ορφανοτροφείο στο Τσεννάι αντιμετωπίζεται ελαφρώς… ελαφρά. Και η αγάπη σαν κάτι καθημερινό, με μια ανεπαίσθητα εγωιστική απόχρωση.
Για να καταλάβει κανείς, πρέπει να πάει εκεί. Στη νοτιοανατολική Ινδία, στο Ταμίλ Ναντού, σε ένα μέρος όπου η αγάπη γδύνεται από το εγωιστικό της ένδυμα και φοράει το ρούχο της απόλυτης παράδοσης. Εκεί όπου ο Ρόκι-αννά άφησε στο πλάι όλα όσα ήξερε, για να μπει σε βαθιά, ανεξερεύνητα, επικίνδυνα νερά. Και να κολυμπήσει σε αυτά τα νερά με ένα τσούρμο παιδιά, αληθινά παιδιά, που θέλουν όσο όλα τα παιδιά του κόσμου, να παίξουν, να γελάσουν, να μαλώσουν, να ανήκουν σε μια οικογένεια. Γύρω τους, οι καρχαρίες της φτώχειας, της ανέχειας, της προκατάληψης, της άγνοιας. Στα πόδια τους δεμένο το βαρίδιο του AIDS. Σωσίβια, η άνευ όρων αγάπη και φροντίδα, που ποιος ξέρει με ποιον τρόπο, ξέθαψε από μέσα του ο Ρόκι-αννά και πρόσφερε απλόχερα. Χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς περιορισμούς, και κυρίως χωρίς φόβο ή προκατάληψη.
Η ταινία σοκάρει. Μέχρι βαθιά, πολύ βαθιά, τόσο βαθιά που δεν ήξερες ότι υπήρχε. Ωμή και άμεση, ταρακουνάει μέχρι τα θεμέλια. Με προσεκτική παρακολούθηση και εξέταση του χαρακτήρα του Ρόκι Μπάατ, ο καλύτερός του φίλος, Στιβ Χούβερ, ξεκίνησε για να καταλάβει τι ακριβώς είναι αυτό που τον κρατάει στην Ινδία. Αυτό που κατάφερε ήταν να βρει έναν νέο άνθρωπο μέσα από τον φίλο του και έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. Εκεί που καριέρα και χρήματα είναι έννοιες ανύπαρκτες, και τη θέση τους έχουν πάρει η αφοσίωση, η προσφορά.
Βαθιά συγκινητική, συγκλονιστική, η «ταινία τεκμηρίωσης» του Στιβ Χούβερ αρκεί για να σου αλλάξει τον τρόπο που βλέπεις τη ζωή. Να σε κάνει να καταλάβεις πως η ύπαρξή σου έχει νόημα μόνο όταν μπορείς να κάνεις τη διαφορά – ακόμη και σε μια πολύ μικρή ομάδα ανθρώπων.
Advertisements

Ό,τι το «είμαι άσχετος» δεν δικαιολογεί…

Image

Από την Gazzetta dello Sport. Μπράαααααβοοοοοοο, εύγε!

Απαλλοτρίωσα από εδώ

Σήμερα όλοι οι Έλληνες – αλλά και μερικοί Ιταλοί – έχουν μια λέξη μόνο στο στόμα τους: Κατίδης. Αναγκάστηκα, έτσι, να μπω να δω τι έκανε. Τώρα που ξέρω, μπορώ με σιγουριά να πω το εξής: θα μπορούσε και να έλειπε. Θα ζούσα εξίσου καλά αν δεν έβλεπα τις αηδίες, όχι ενός παιδιού, αλλά ενός άντρα, 20 χρονών. Αλλά, κυρίως, θα ζούσα εξίσου καλά, ίσως και καλύτερα, αν δεν διάβαζα τις απέλπιδες προσπάθειες μερίδας (μικρής, ευτυχώς, αλλά σημαντικής) των διαδικτυακών μέσων ενημέρωσης και κάποιων συναδέλφων του να τον δικαιολογήσουν.

«Δεν ήξερε», λένε κάποιοι, «τι σήμαινε η χειρονομία». «Είναι παρορμητικός και ανώριμος», λένε άλλοι, και σπεύδουν να προσθέσουν πως «καμιά γυναίκα θα ήθελε να εντυπωσιάσει». «Τα μυαλά πάνω από το κεφάλι έχει», λένε τρίτοι, ενώ άλλοι υπογραμμίζουν πως «αποκλείεται να ξέρει τι θα πει φασισμός».

Είναι, λοιπόν, ο Γιώργος Κατίδης ή ηλίθιος, ή άσχετος, ή και τα δύο. Δεν το λέω εγώ. Το υποστηρίζουν αυτοί που τον γνωρίζουν, στην προσπάθειά τους να τον δικαιολογήσουν. Είναι τόσο ηλίθιος, που δεν έχει πάρει μυρωδιά τι έπαιξε στην παγκόσμια ιστορία τα τελευταία 70 χρόνια. Είναι τόσο ηλίθιος που κάθε χρόνο την 28η Οκτωβρίου δεν καταλάβαινε τι γιόρταζε. Ή είναι τόσο άσχετος, που δεν έχει ακούσει ποτέ ούτε καν φήμες για το πώς πέθαναν περίπου έξι εκατομμύρια άνθρωποι. Εντάξει, βέβαια, ήταν πολλάαααα πολλά χρόνια πριν γεννηθεί, οπότε κάπως δικαιολογείται η άγνοιά του, ε; Εντάξει, ας μην το καταδικάσουμε το παιδί, μπορεί και να μην έχει ακούσει ποτέ για τον φασισμό, το Ολοκαύτωμα, τους Ναζί, τους Εβραίους, τον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία.

Έστω και αν δεν είναι ηλίθιος ή άσχετος, πάντως, είναι – προφανώς – πολύ άτυχος. Γιατί, πώς τα φέρνει έτσι η κακιά η ώρα, ο Γιώργος Κατίδης χαιρέτισε ναζιστικά ακριβώς στο συμπλήρωμα των 70 χρόνων από την αναχώρηση του πρώτου τρένου του θανάτου από τη γενέτειρα του ποδοσφαιριστή, τη Θεσσαλονίκη, προς το Άουσβιτς, μεταφέροντας σχεδόν 3.000 Εβραίους στο κολαστήριο όπου η συντριπτική πλειοψηφία εξ αυτών θα έβρισκε φρικιαστικό θάνατο. Μα πόση γκαντεμιά…

Έκλαιγε, λέει, ο Γιώργος Κατίδης στα αποδυτήρια, όταν κατάλαβε τι έγινε. Σαν το παιδί που το πιάνουν να κλέβει μπισκότα – και κλαίει γιατί θα μπει τιμωρία. Ακόμη και η ανακοίνωση, με την οποία «θέτει εαυτόν εκτός ΑΕΚ» περισσότερο μου θυμίζει προσπάθεια τουλάχιστον να αθωωθεί η ομάδα του από τις ευθύνες της. If you can’t do the time, don’t do the crime, λένε οι φίλοι Αγγλοσάξονες, είναι αργά για δάκρυα, Στέλλα, λένε στο χωριό μου, και έχουν δίκιο και οι δύο. Γιατί δεν είσαι «μόλις 20 χρονών». Είσαι ένας άντρας 20 χρονών, με διαμορφωμένη προσωπικότητα, ευθύνες και μάλιστα σε θέση ισχύος και επιρροής. Παίρνεις αποφάσεις και με αυτές συνδιαμορφώνεις το μέλλον της χώρας και των συμπολιτών σου. Δεν έχεις ευθύνη μόνο απέναντι στους συμπαίκτες σου, αλλά και απέναντι στους συμπολίτες σου. Οφείλεις να γνωρίζεις τα βασικά και να μην «παρασύρεσαι».

Πολλά έχουν γραφτεί για την ιστορία αυτή – πιθανότατα πολλά περισσότερα από ό,τι θα έπρεπε. Σέβομαι απόλυτα τους οργανωμένους οπαδούς της ΑΕΚ για την άμεση, έντονη και απόλυτη αντίδρασή τους, που δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης της αγανάκτησής τους. Και εύχομαι στον ετεροθαλή αδερφό του Γιώργου Κατίδη, που προέρχεται από το Πουέρτο Ρίκο, να μην συναντήσει στον δρόμο του πολλούς από εκείνους που ξέρουν τι σημαίνει ο χαιρετισμός του Γιώργου Κατίδη, τους ίδιους που παρόμοιους χαιρετισμούς τους διαφημίζουν, τους χρησιμοποιούν αφειδώς και «παρασέρνουν» και άλλους, εκείνους που «δεν ξέρουν», για να προωθούν τους σκοπούς τους.

Εύγε.

Γελάει καλύτερα…

ImageΜια γλυκιά κουβέντα και ένα απαλό χτύπημα στην πλάτη χρειάστηκες μόνο για να αποφασίσεις να περάσεις το ποτάμι με προορισμό την άλλη όχθη. Οι υποσχέσεις μιας πιο γλυκιάς ζωής, με τραγούδι, χορό και πολύ παντεσπάνι χάιδεψαν τα αυτιά σου. «Γρήγορα», σε προέτρεψε η ίδια φωνή, «γιατί από αυτή την πλευρά δεν χωράνε όλοι. Και είναι ωραία εδώ, έχουμε πάρτι ακόμη εδώ!». Πανικοβλήθηκες, δεν θα προλάβεις. Στη βιάση σου να καταφέρεις να περάσεις απέναντι γρήγορα, σκόνταψες σε μια πέτρα και έπεσες επάνω στον συνοδοιπόρο σου, που στεκόταν εκεί κοντά στην όχθη και αναρωτιόταν αν πραγματικά αξίζει για λίγο παντεσπάνι να αλλάξει κανείς όχθη. Σηκώθηκες, πατώντας στο κεφάλι του, στάθηκες όρθιος, τίναξες από τα ρούχα σου τα νερά και δόξασες τον Πανάγαθο που δεν πνίγηκες. Ούτε ένα λεπτό δεν σκέφτηκες πως πατούσες επάνω στο κεφάλι του δύσμοιρου συνοδοιπόρου, ο οποίος, όταν πια αποφάσισες να πάρεις το βάρος σου από επάνω του και να περάσεις απέναντι, είχε σχεδόν πνιγεί. Πιάστηκε από κάτι φύκια, δυο λειχήνες και έναν βάτραχο και τσαλαβούτηξε πίσω στην παλιά – κακή πλευρά του ποταμού, μισοπνιγμένος, μισοπεθαμένος, απορημένος. Από εκεί, ανήμπορος πια να περάσει απέναντι, μιας και στο πέρασμά σου έσπασες τις πέτρες και γκρέμισες τη γέφυρα, έστησε ξανά το αντίσκηνό του και πάλεψε να ανάψει φωτιά να ζεσταθεί χτυπώντας μεταξύ τους πέτρες, και μαγείρεψε αγριόχορτα.

Κι έτσι μύρισες λουλούδια, έφαγες σάντουιτς από παντεσπάνι, ήπιες άφθονο κρασί, χόρεψες στον ρυθμό που σου χτυπούσαν, και, ζαλισμένος από τον χορό και το κρασί, ποτέ δεν σκέφτηκες να σταματήσεις να στροβιλίζεσαι. Μόνο κάπου – κάπου κοιτούσες προς την απέναντι όχθη, σταυροκοπιόσουν που δεν ήσουν εκεί και φώναζες στον – πάλαι ποτέ – συνοδοιπόρο σου. «Δεν είναι τόσο ωραία εδώ, όσο νομίζεις! Ζαλίζει το κρασί, παχαίνει το παντεσπάνι, ενώ έχω ιδρώσει από τον χορό τόσο, που δεν φαντάζεσαι». Και σε κοιτούσε εκείνος, να χοντραίνεις και να ιδρώνεις, να ξεφυσάς και να μουγκρίζεις και σκεφτόταν «μωρέ, καλύτερα εδώ, τουλάχιστον δεν είμαι έτσι».

Τη μέρα που το παντεσπάνι πάλιωσε και το κρασί έγινε ξίδι, παραπονέθηκες στη φωνή και είπες: «άλλα μου υποσχέθηκες, χάλι το φαΐ, ξίδι το κρασί. Τίμα τη συμφωνία που κάναμε και δώσε μου αυτά που μου έταξες». Τότε εκείνη κάγχασε και είπε: «Να ξεκαθαρίσουμε κάτι, φίλε. Εγώ δεν έκανα καμία συμφωνία. Μόνος σου αποφάσισες να περάσεις το ποτάμι και να έρθεις απέναντι».

Αυτό το γάργαρο που ακούς μέσα στο κεφάλι σου, δεν είναι ούτε ποτάμι ούτε καταρράκτης. Το γέλιο του «συνοδοιπόρου» σου είναι.

Ημέρα της Γυναίκας – Η αλλαγή περνάει από όλους

guest-bloggers1

[Αναδημοσιεύω το κείμενο, όπως γράφτηκε για τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Γιατί αν κάποιοι ξέρουν Για Τον Δικό Της Πόνο, αυτοί είναι εκείνοι που τον αντιμετωπίζουν και τον γιατρεύουν κάθε Ημέρα. Όχι μόνο την Ημέρα της Γυναίκας]

Μια φορά τον χρόνο, στις αρχές Μαρτίου, καλό θα είναι να συνηθίσουμε να ενημερώνουμε τους γύρω μας για το πραγματικό νόημα της Ημέρας της Γυναίκας. Όχι γιατί δεν το γνωρίζουν. Απλά πολλές φορές το ξεχνούν. Και στη σημερινή εποχή, το να ξεχνάει κανείς φαίνεται σαν την τέλεια δικαιολογία για να μην αλλάξει ποτέ τίποτα.

Η πρώτη Διεθνής Ημέρα Γυναίκας γιορτάστηκε το 1911, με στόχο να προωθηθούν ιδέες όπως η διασφάλιση της ισότητας και η καθιέρωση της γυναικείας ψήφου. 102 χρόνια αργότερα, η θέση της γυναίκας στις λεγόμενες «δυτικές χώρες» έχει βελτιωθεί αισθητά. Μια μάχη έχει κερδηθεί, όχι όμως ο πόλεμος.

Ακόμα και στις «δυτικές χώρες» η γυναίκα βρίσκεται πολλές φορές αντιμέτωπη με καταστάσεις που υποβαθμίζουν και υπονομεύουν τη θέση της ως ισότιμο μέλος της κοινωνίας. Κάθε φορά που μια γυναίκα χάνει μια θέση εργασίας επειδή «είναι στην ηλικία εκείνη που κάποια στιγμή θα θελήσει να μείνει έγκυος», κάθε φορά που ο ρόλος μιας γυναίκας, μέσω του πολιτικού λόγου ή μέσω των ΜΜΕ, μειώνεται σε διακοσμητικό, ώστε να αναδειχθεί το πατριαρχικό πρότυπο, κάθε φορά που μια γυναίκα γίνεται δέκτης εκφοβισμών και απειλών, ώστε να συμμορφωθεί με την πεπατημένη και να μην ακολουθήσει την επαγγελματική ή προσωπική εξέλιξη που σε διαφορετική περίπτωση θα είχε, η κοινωνία κάνει τεράστια άλματα προς τα πίσω.

Αυτές, όμως, είναι οι… «τυχερές» γυναίκες, εκείνες που κατοικούν σε «δυτικές χώρες και έχουν ξεφύγει από τους πρωταρχικούς κινδύνους, με τους οποίους βρίσκονται αντιμέτωπες οι γυναίκες στα φτωχότερα σημεία του πλανήτη. Σε εκατομμύρια μετρούνται οι γυναίκες και τα κορίτσια που δεν έχουν πρόσβαση σε μεθόδους αντισύλληψης ή στην εκπαίδευση, υφίστανται ακρωτηριασμό των γεννητικών τους οργάνων, υποχρεώνονται σε γάμους μόλις μπουν στην εφηβεία – και μάλιστα πολλές φορές ως δεύτερη ή τρίτη σύζυγος – στερούνται ελέγχου της σεξουαλικής τους ελευθερίας, ακόμη και της αυτοδιάθεσής τους, μιας και ανήκουν κυριολεκτικά στους συζύγους ή πατέρες τους, δεν μπορούν να ντυθούν όπως επιθυμούν ή να βγουν από το σπίτι μόνες τους, ενώ όσες υφίστανται επιθέσεις κατηγορούνται ότι «προκάλεσαν τον θύτη» και τιμωρούνται αυστηρά. Κάποιες δεν γεννιούνται καθόλου, αφού σε πολλές χώρες εκατοντάδες χιλιάδες εγκυμοσύνες τερματίζονται μόλις οι γονείς αντιληφθούν πως θα έχουν τη δυστυχία να φέρουν στον κόσμο ένα κοριτσάκι.

Ακόμη κι εκείνες που είναι αποφασισμένες να ολοκληρώσουν την εγκυμοσύνη τους, δεν είναι σίγουρο ότι θα τα καταφέρουν. Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, 287.000 γυναίκες πεθαίνουν κάθε χρόνο κατά την εγκυμοσύνη ή τον τοκετό, με την πλειοψηφία αυτών να είναι νέες, υγιείς και δραστήριες. Από αυτούς τους θανάτους, το 99% σημειώνεται στις φτωχές χώρες. Ένα μεγάλο ποσοστό αυτών των θανάτων θα μπορούσε να αποφευχθεί αν οι γυναίκες αυτές είχαν πρόσβαση σε κάποια δομή υγείας. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουν υπολογίσει πως πάνω από το 74% των γυναικών αυτών μπορούν να σωθούν, χωρίς μεγάλη επένδυση και χωρίς ιδιαίτερα προηγμένες υπηρεσίες υγείας – παρέχοντας μόνο τα βασικά.

Έχοντας εργαστεί και προσφέρει σε κάποιες από τις φτωχότερες χώρες του πλανήτη, με πολύ υψηλά ποσοστά μητρικής θνησιμότητας, οι ΓΧΣ επισημαίνουν πως είναι εσφαλμένη η εντύπωση πως η παροχή μαιευτικής περίθαλψης είναι ιδιαίτερα δαπανηρή. Στη Σιέρα Λεόνε και στο Μπουρούντι η παρουσία των Γιατρών Χωρίς Σύνορα σώζει ζωές εγκύων που βρίσκονται σε κίνδυνο καθημερινά. Το προσωπικό της οργάνωσης, το 2010, βοήθησε να έρθουν στη ζωή περισσότερα από 150.000 παιδιά.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πως αυτές οι γυναίκες κινδυνεύουν, επειδή βρίσκονται στη διαδικασία να φέρουν στη ζωή ένα παιδί στο «λάθος» σημείο του κόσμου. Μέχρι να καταφέρουμε να λέμε πως δεν υπάρχουν «λάθος σημεία», θα χρειαζόμαστε οργανώσεις όπως οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, για να βγάζουν το φίδι από την τρύπα.

Φέτος – όπως και κάθε χρόνο – μην αφήσεις την Ημέρα της Γυναίκας να πάει χαμένη. Ενημερώσου για τις δράσεις που χρειάζεται να αναλάβεις, ώστε να βάλεις κι εσύ το δικό σου τουβλάκι και να γίνεις κομμάτι της αλλαγής. Μπορείς να κάνεις το ελάχιστο: αγόρασε ένα κουτάκι «Παστίλιες για τον πόνο του άλλου» (που μάλλον για τη συγκεκριμένη μέρα θα πρέπει να λέγονται «Παστίλιες και για το δικό της πόνο»!) και ενημερώσου για τους τρόπους με τους οποίους μπορείς κι εσύ να βοηθήσεις.

Στήριξε και τα δρώμενα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, αυτή την τόσο ξεχωριστή – και παρεξηγημένη – μέρα. Χειροκρότησε τις 12 γυναίκες ηθοποιούς του θεάτρου Vault στις 5:30μ.μ. στο Σύνταγμα και στις 7μ.μ. στο Μοναστηράκι, και στην παράσταση «Η μαμά μου ποτέ δεν πεθαίνει» (θέατρο Vault, Μελενίκου 26, Βοτανικός), όπου, πριν από την έναρξη (εκεί, γύρω στις 8μιση) θα προβληθεί βίντεο των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. Τα έσοδα της παράστασης θα διατεθούν για την υποστήριξη της δράσης της οργάνωσης.

Κυρίως, όμως, ενημερώσου και ανάπτυξε τις δικές σου δράσεις. Όλα όσα προτείνονται είναι απλά ιδέες, μην περιορίζεσαι, βάλε τη φαντασία σου να δουλέψει. Ό,τι κάνεις είναι καλύτερο από το τίποτα.

Άμπι

Image

μιας φωτιάς
η τελευταία χόβολη
αναδύει την επιθανάτια λάμψη της
σε όλο το δωμάτιο
ένας κόσμος σκοταδιού
ένας κόσμος απόγνωσης
ο θάνατος της τελευταίας φωτιάς
σφραγίζει τον χαμό μας.
καθώς η κοκκινωπή αύρα
εξασθενεί σε πορτοκαλί
και μετά σε ένα ξεθωριασμένο κίτρινο
αυτό που κάποτε έκαιγε, φλεγόταν λαμπερά
τώρα έχει ενδώσει σε μια απλή μειλιχιότητα.
ένας κόσμος αφάνειας
ένας κόσμος απειλών
ένας τόπος κενού πόνου
θυμόμαστε τη φωτιά φλεγόμενη
και γνωρίζουμε
ποτέ δεν θα είναι ίδια.
οι φλόγες διαλύονται
η λάμψη χάνεται
και τίποτα πέρα από μια χόβολη δεν μένει
προσευχόμαστε με όλη την κενή μας θλίψη
ότι το αποχαιρετιστήριο σιγοκάψιμό της θα αφήσει σημάδι.
ένας κόσμος κάποτε ζωντανός
κάποτε γέματος ύπαρξη
έχει πια εγκαταλείψει
την παλιά του αντίσταση
θα μπορούσαμε να έχουμε κρατήσει τις ελπίδες μας
θα μπορούσαμε να έχουμε συνεχίσει
είναι οι απαθείς μνησικακίες μας
που μας οδήγησαν λάθος.
μαζευόμαστε γύρω από τα υπολείμματα που καπνίζουν
αναπολώντας
τον εξαφανισμένο μόχθο μας
γίναμε αδύναμοι
σχεδόν παραπατάμε
γύρω από το σκοτάδι
που κάποτε ήταν ζωντανό.

Άμπιγκεϊλ Χάντλεϊ
2 Ιουνίου 1995 – 2 Μαρτίου 2009

 

a fire’s
one remaining ember
casts it’s dying glow
across the room
a world of darkness
a world of desolation
the last fire’s death
confirms our doom.
as the reddish aura
weakens to orange
and than a fading yellow
what once was burning, blazing bright
has now succumbed to simple mellow.
a world of obscurity
a world ominosity
a place of vacant pain
we remember the fire alit and burning
and we know
it will never be the same.
the flames disperse
the glow is gone
and nothing but an ember remains
we pray with all our empty sorrow
that its parting smolder will leave a stain.
a world once alive
once full of existence
has now let go
of its former resistance
we could have kept our hope
we could have driven on
it’s our apathetic grudges
that steered us wrong.
we gather around the smoking rubble
reminiscing
of our vanished strive
we have grown weak
we all but stumble
around the darkness
that was once alive.

poem by ~ Abigail Hadley
June 2, 1995 – March 2, 2009

 

To write love on her arms

Katathlipsi.gr