Γελάει καλύτερα…

ImageΜια γλυκιά κουβέντα και ένα απαλό χτύπημα στην πλάτη χρειάστηκες μόνο για να αποφασίσεις να περάσεις το ποτάμι με προορισμό την άλλη όχθη. Οι υποσχέσεις μιας πιο γλυκιάς ζωής, με τραγούδι, χορό και πολύ παντεσπάνι χάιδεψαν τα αυτιά σου. «Γρήγορα», σε προέτρεψε η ίδια φωνή, «γιατί από αυτή την πλευρά δεν χωράνε όλοι. Και είναι ωραία εδώ, έχουμε πάρτι ακόμη εδώ!». Πανικοβλήθηκες, δεν θα προλάβεις. Στη βιάση σου να καταφέρεις να περάσεις απέναντι γρήγορα, σκόνταψες σε μια πέτρα και έπεσες επάνω στον συνοδοιπόρο σου, που στεκόταν εκεί κοντά στην όχθη και αναρωτιόταν αν πραγματικά αξίζει για λίγο παντεσπάνι να αλλάξει κανείς όχθη. Σηκώθηκες, πατώντας στο κεφάλι του, στάθηκες όρθιος, τίναξες από τα ρούχα σου τα νερά και δόξασες τον Πανάγαθο που δεν πνίγηκες. Ούτε ένα λεπτό δεν σκέφτηκες πως πατούσες επάνω στο κεφάλι του δύσμοιρου συνοδοιπόρου, ο οποίος, όταν πια αποφάσισες να πάρεις το βάρος σου από επάνω του και να περάσεις απέναντι, είχε σχεδόν πνιγεί. Πιάστηκε από κάτι φύκια, δυο λειχήνες και έναν βάτραχο και τσαλαβούτηξε πίσω στην παλιά – κακή πλευρά του ποταμού, μισοπνιγμένος, μισοπεθαμένος, απορημένος. Από εκεί, ανήμπορος πια να περάσει απέναντι, μιας και στο πέρασμά σου έσπασες τις πέτρες και γκρέμισες τη γέφυρα, έστησε ξανά το αντίσκηνό του και πάλεψε να ανάψει φωτιά να ζεσταθεί χτυπώντας μεταξύ τους πέτρες, και μαγείρεψε αγριόχορτα.

Κι έτσι μύρισες λουλούδια, έφαγες σάντουιτς από παντεσπάνι, ήπιες άφθονο κρασί, χόρεψες στον ρυθμό που σου χτυπούσαν, και, ζαλισμένος από τον χορό και το κρασί, ποτέ δεν σκέφτηκες να σταματήσεις να στροβιλίζεσαι. Μόνο κάπου – κάπου κοιτούσες προς την απέναντι όχθη, σταυροκοπιόσουν που δεν ήσουν εκεί και φώναζες στον – πάλαι ποτέ – συνοδοιπόρο σου. «Δεν είναι τόσο ωραία εδώ, όσο νομίζεις! Ζαλίζει το κρασί, παχαίνει το παντεσπάνι, ενώ έχω ιδρώσει από τον χορό τόσο, που δεν φαντάζεσαι». Και σε κοιτούσε εκείνος, να χοντραίνεις και να ιδρώνεις, να ξεφυσάς και να μουγκρίζεις και σκεφτόταν «μωρέ, καλύτερα εδώ, τουλάχιστον δεν είμαι έτσι».

Τη μέρα που το παντεσπάνι πάλιωσε και το κρασί έγινε ξίδι, παραπονέθηκες στη φωνή και είπες: «άλλα μου υποσχέθηκες, χάλι το φαΐ, ξίδι το κρασί. Τίμα τη συμφωνία που κάναμε και δώσε μου αυτά που μου έταξες». Τότε εκείνη κάγχασε και είπε: «Να ξεκαθαρίσουμε κάτι, φίλε. Εγώ δεν έκανα καμία συμφωνία. Μόνος σου αποφάσισες να περάσεις το ποτάμι και να έρθεις απέναντι».

Αυτό το γάργαρο που ακούς μέσα στο κεφάλι σου, δεν είναι ούτε ποτάμι ούτε καταρράκτης. Το γέλιο του «συνοδοιπόρου» σου είναι.

Advertisements

2 responses

  1. Σε κάποιες περιπτώσεις, αποφασιστικό ρόλο για το προς τα πού θα γείρει η πλάστιγγα παίζει το ειδικό (και μη ειδικό, αλλά σωματικό) βάρος αυτουνού που σε πατάει…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s