Του Λαζάρου η νεκρανάσταση

clotheslineΠλησιάζει Πάσχα (ελληνικόν, το ιταλικόν το εορτάσαμε πριν από εβδομάδες), γι’ αυτό άνοιξα τις ντουλάπες μου, τέντωσα τα χέρια μου στο πλάι, έπεσα επάνω στα ρούχα μου, τα έκλεισα στην αγκαλιά μου, τα τράβηξα από τη ντουλάπα, έστριψα επάνω στις φτέρνες μου, λύγισα τον κορμό μου, άνοιξα τα χέρια μου ξανά πάνω από τη βαλίτσα, μάζεψα μανίκια και ξέμπαρκα μπατζάκια από τα πλαϊνά, κατέβασα το καπάκι, πάτησα τα κουμπιά και έδεσα τα λουριά*. Ήμουν έτοιμη.

Έβγαλα το κεφάλι από το παράθυρο και κοίταξα απέναντι. Ο Μάσιμο στεκόταν εκεί, πληγωμένος, με βουρκωμένα μάτια. «Με εγκαταλείπεις». «Θα γυρίσω γρήγορα». «Ψέματα λες». «Πριν τελειώσεις αυτήν την πασπαλόπιτα, το κέικ και τον μουσακά» και έβαλα το πακετάκι στο σκοινί. Εκείνος το τράβηξε προς την πλευρά του, το πήρε και το μύρισε. Λίγο καλύτερα, κοίταξε προς το μέρος μου και ρώτησε: «τι έχει δηλαδή εκεί που δεν έχει εδώ;».

Έπρεπε να πω «Πάσχα». Θα είχε νόημα. Είπα, όμως, αυτό: «ανάγκη στήριξης».

Μπουκιά στο αεροπλάνο. Ούτε καν Mars Muffin. Θα ανέβω κι εγώ τον δικό μου Γολγοθά, όπως εκείνοι που άφησα πίσω. Τα νέα που έρχονταν από το παρελθόν ήταν απελπιστικά. Καταστροφή και μαρασμός, πόνος, δυστυχία, αβεβαιότητα, χάος.

Προσγειωθήκαμε και άνοιξα το κινητό. Το συνεχές τουρουρού των εσεμές που έρχονταν βροχή μου προκάλεσε πονοκέφαλο. «Καλώς ήρθατε στην Ελλάδα, χεβ ε νάις χόλιντέι», «Τόσα για εσεμές, τόσα για εμεμές, τόσα για κλήσεις, τόσα για ίντερνετ» και, μέσα σε αυτά, αυτό που τόσο φοβόμουν: μήνυμα από Εκείνον. «Εκείνος» που μου μεταφέρει τις ειδήσεις.

Με τρεμάμενο δάχτυλο πάτησα επάνω στο μήνυμα και περίμενα να εμφανιστεί. Ευχαρίστησα τους Θεούς που έχουν περάσει δυόμισι χρόνια από τότε που πήρα τελευταία φορά κινητό, μιας και αυτό μου έδωσε το περιθώριο να πάρω δυο ανάσες πριν διαβάσω το περιεχόμενο που σίγουρα θα με σόκαρε.

Το μήνυμα άνοιξε. Στάθηκα εκεί, στο μέσον του αεροδιαδρόμου του «Μακεδονία» και το κοιτούσα χωρίς να το πιστεύω. Μάταια ο υπάλληλος του αεροδρομίου πάσχιζε να με αναγκάσει να βιαστώ να μπω στο λεωφορειάκι. Είχα μείνει κάγκελο. Η θλίψη μου έβρασε σε οργή, η οργή εξατμίστηκε σε κούραση, η κούραση έγινε πάνω από το κεφάλι μου ένα σύννεφο αδιαφορίας και μου έβρεξε μια βροχή απάθειας.

Το εσεμές έλεγε: «Τελευταία νέα, όλα καλά. Από τον θάνατο στην ανάσταση. Τα ζόμπι είναι κουτοχορτοφάγα. Καλό Πάσχα».

*ποιος είπε ότι είναι δύσκολο να πακετάρεις; Τι ψέμα!

Advertisements

Happy birthday Ημίζ

accessΟμολογώ πως έμαθα πολύ αργά πως η Αλέκα Παπαρήγα αποτελεί πια παρελθόν από το ΚΚΕ. Πιο πριν διασκέδαζα με την ψυχή μου. Πέρασα καλά, χόρεψα πολύ, τραγούδησα περισσότερο, κι έτσι δεν ήμουν σε θέση να αξιολογήσω την είδηση ότι ο Δημήτρης Κουτσούμπας διαδέχθηκε την επί 22 χρόνια γενική γραμματέα του ΚΚΕ, Αλέκατηςκαρδιάςμας, στα ηνία του Κόμματος.

Την ώρα που η Αλέκα άφηνε το ΚΚΕ ήμουν σε πάρτι, πάρτι γενεθλίων, σχεδόν ενηλικίωσης, ενός παλιού, καλού φίλου. Ενός φίλου που με βοήθησε να σκάσει το χειλάκι μου στα δύσκολα, που με συντρόφευσε στα εύκολα, που χόρεψε μαζί μου στις χαρές, ειρωνεύτηκε μαζί μου τα κακώς κείμενα αυτής της χώρας (αλλά και άλλων!) και ήταν από τους πολύ λίγους που με πήρε από το χεράκι και, με μπρίο και λίκνισμα γοφού, με συνόδευσε για μπάνιο. Σε μια παραλία.

2013-04-13-1294

Φωτό του Μιχαήλ Λιάπη

Αν δεν το κατάλαβες (δεν μπορεί να μην το κατάλαβες, αφού είπα «παραλία»!), τα Ημισκούμπρια έκλεισαν τα 17. Και το γιόρτασαν δεόντως, ΚΑΙ στη Θεσσαλονίκη. Το αγαπημένο χιπ χοπ τρίο ανέβηκε το βράδυ του Σάββατου στη σκηνή του Block 33 και απέδειξε για άλλη μια φορά πως Ημισκούμπρια και Θεσσαλονίκη έχουν μια χημεία ανεπανάληπτη. Αν βρεθήκατε το Σάββατο στη συναυλία που γιόρτασε τα 17 χρόνια των Ημισκουμπρίων ξέρετε τι εννοώ.

IMG_6377Τα «Ημίζ» και οι φίλοι τους από τη Θεσσαλονίκη έχουν μια σχέση ιδιαίτερη. Ο παλμός που ξεκινάει από τη σκηνή μεταδίδεται στο κοινό σαν φωτιά σε ξερόχορτα και, πολύ πολύ γρήγορα, το μαγαζί σείεται σε ρυθμούς «Παραλίας», «Μοναχού», «Ντισκοτέκ», «Σεξ» (κρυφογέλασες; Μα πόσο έφηβος…), «Greek Lover», «Τσατσάρας», «Μπραζίλ», «Νωρίς» και όλων των επιτυχιών των Ημισκουμπρίων. Και όταν λέμε «όλων», εννοούμε όλων, αφού η συναυλία κράτησε ούτε μία, ούτε δύο, αλλά τρεις ολόκληρες ώρες.

2013-04-14-1316

Φωτό του Μιχαήλ Λιάπη

Κατά τη διάρκειά της, ακούστηκε για πρώτη φορά μέρος του «Ο Διάβολος κατέβηκε ξανά στον Χολαργό», κομμάτια από τις σόλο δουλειές του Δημήτρη Μεντζέλου και του Μιθριδάτη, αλλά και οι συνεργασίες τους, τόσο με τους ντόπιους SMA (οι οποίοι ανέβηκαν και μαζί με τον Δ.Μ. στη σκηνή) αλλά και με τον Tyler των Professional Sinnerz (οι οποίοι βρέθηκαν αμφότεροι στο πλάι των Ημισκουμπρίων – και – σ’ αυτή την περίσταση). Μέχρι και κεράκια έσβησαν, σε μια τούρτα σοκολάτα (τρέχει ακόμη το σαλάκι από τη γωνία του στόματός μου) που τους έφεραν κάποιοι φίλοι από το κοινό, συνοδεία του «Happy Birthday To You», που τραγουδήθηκε από όλους.

Τι απέγινε, άραγε, εκείνη η τούρτα;

IMG_6367

Σέξπυρ σε δράση

Φυσικά το συγκρότημα δεν ήρθε μόνο του. Μαζί τους ανέβηκε από την Αθήνα ο Sexpyr, αγαπημένο τους «παιδί» και μέλος της Imiz Biz Entertainment (το label τους, αν δεν ξέρεις περί τίνος πρόκειται, δεν θα καταλάβεις ποτέ). Εκπληκτικός showman, εξαιρετικός ράπερ, με καυστικό κωμικό στίχο, ο Sexpyr είναι πάντοτε μια αποκάλυψη στα live. Και δεν απογοήτευσε ούτε αυτή τη φορά, συμβάλλοντας τα μέγιστα σε μια συναυλία ξεχωριστή. Με τις τελευταίες νότες της «Ντισκοτέκ» η βραδιά τελείωσε, τα φώτα έκλεισαν, ο κόσμος αποχώρησε (νταξ, ο κόσμος άργησε λίγο να αποχωρήσει μιας και πολλοί ήταν εκείνοι που περίμεναν μετά από τη λήξη της συναυλίας για ένα αυτόγραφο, μια φωτογραφία, έναν καλό λόγο) και όλοι επιστρέψαμε στη βαριά καθημερινότητά μας. Με μια υπόσχεση όμως: πως η ενηλικίωση θα βρει και πάλι τα Ημισκούμπρια σε σκηνή της Θεσσαλονίκης.

IMG_6353

Καινούργια παπούτσια;

Το βρίσκεις και εδώ

5 Απριλίου: Η μέρα που πέθανε το grunge

layne-staley-headerΗ 5η Απριλίου είναι επισήμως η μαύρη μέρα του grunge. Γιατί αυτή ήταν η μέρα που ο χώρος έχασε δύο από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του. Ο ένας, ο Kurt Cobain. Ο άλλος, ο Layne Staley, φρόντμαν των Alice in Chains, η μοναδική φωνή του οποίου έσβησε το 2002 δίπλα σε ένα βουναλάκι κοκαΐνης και δύο πίπες για κρακ.

Ο Layne Staley δεν έζησε μια καλή ζωή. Ο ναρκομανής πατέρας του τους εγκατέλειψε όταν ο Layne ήταν μόλις έξι ετών, και το ότι του είπαν πως πέθανε δεν βοήθησε ιδιαίτερα. «Η ζωή μου [σ.σ. μετά από το διαζύγιο των γονιών του] έγινε ένας εφιάλτης, γύρω μου υπήρχαν μόνο σκιές» ανέφερε στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε, μόλις τρεις μήνες πριν πεθάνει, στη δημοσιογράφο Αντριάνα Ρούμπιο από την Αργεντινή. «Κάποιος μου είπε στο τηλέφωνο πως ο πατέρας μου είχε πεθάνει, όμως η οικογένειά μου πάντα γνώριζε πως ήταν κάπου κι έκανε όλων των ειδών τα ναρκωτικά. Από εκείνο το τηλεφώνημα και μετά πάντα αναρωτιόμουν ‘πού να είναι ο πατέρας μου;’. Τον λυπόμουν τόσο πολύ και μου έλειπε. Εξαφανίστηκε από τη ζωή μου για 15 χρόνια».

Ο Layne πάντοτε γνώριζε πως είχε τη δημιουργικότητα και την ικανότητα να γίνει ροκ σταρ, και πίστευε πως μόλις γινόταν διάσημος, ο πατέρας του θα επέστρεφε. Έβαλε τα δυνατά του για να γίνει καλός μουσικός, και παράλληλα τον αναζητούσε κρυφά από την οικογένειά του. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, όμως, όσα μάθαινε για εκείνον δεν ήταν καλά, έτσι συγκέντρωσε το μυαλό του στη μουσική, η οποία αποδείχθηκε διέξοδος για την ψυχή του.
Παρότι έπαιζε σε διάφορες μπάντες από 12 ετών – και διάφορα είδη μουσικής, από funk μέχρι glam rock – ήταν η γνωριμία του με τον κιθαρίστα Jerry Cantrell που του άλλαξε τη ζωή. Ίσως ήταν το γεγονός ότι έγιναν πρώτα φίλοι και μετά… μουσικοί σύντροφοι εκείνο που συνέβαλε καταλυτικά στην ανεπανάληπτη μουσική επαφή τους. Ό,τι και αν ήταν, πάντως, αυτό που απογείωσε αυτή τη μουσική σχέση, είναι πλέον αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο τρόπος με τον οποίο συμπλήρωναν μελωδικά ο ένας τον άλλο είναι μοναδικός και αξιοσημείωτος.
Οι Alice in Chains γεννήθηκαν το 1987 και το Facelift κυκλοφόρησε το 1990. Ήδη ο Layne Staley είχε στραφεί στην ηρωίνη για να αντιμετωπίσει τους προσωπικούς του δαίμονες και να ξεπεράσει τον πόνο που του προκαλούσε η απουσία του πατέρα του. Γι’ αυτό και, όταν εκείνος εμφανίστηκε ξανά, το 1988, αφού είχε δει φωτογραφίες του Layne σε ένα περιοδικό, ξεκίνησε η πραγματική κατηφόρα. «Είπε πως ήταν καθαρός εδώ και έξι χρόνια», διηγήθηκε στη Ρούμπιο ο ίδιος ο Staley. «Και γιατί στο διάολο δεν εμφανίστηκε νωρίτερα; Στην αρχή ήμουν πολύ προσεκτικός. Μετά η σχέση άλλαξε. Ο πατέρας μου άρχισε πάλι να παίρνει ναρκωτικά. Πήραμε ναρκωτικά μαζί και βρέθηκα σε μια άθλια κατάσταση. Άρχισε να με επισκέπτεται κάθε μέρα και να κάνει μαζί μου ναρκωτικά. Ερχόταν μόνο για να βρει τη δόση του και αυτό ήταν όλο. Εγώ προσπαθούσα να ξεφορτωθώ αυτή τη συνήθεια κι ερχόταν αυτός ο άντρας και μου ζητούσε λεφτά για λίγη πρέζα».
O τρόπος με τον οποίο τον εκμεταλλεύτηκε ο πατέρας του υπήρξε η αρχή του τέλους.
Το 1992 οι Alice in Chains κυκλοφόρησαν το αριστουργηματικό Dirt. Σε αυτό το άλμπουμ ξετυλίγεται στην εντέλειά της η πραγματική έκταση της μοναδικότητας της φωνής του Layne Staley. Το βάθος της, η ποιότητά της, η σκοτεινή χροιά της, η μαγνητική ομορφιά της, η ικανότητά της να στοιχειώνει και να εκπλήσσει, σε συνδυασμό με το απόλυτα αρμονικό της συνταίριασμα με τα φωνητικά του Jerry Cantrell χάραξαν βαθιά το σημάδι τους στη μουσική σκηνή του Seattle. Λίγοι είναι εκείνοι που μπορούν να μιμηθούν τον τρόπο με τον οποίο τραγουδούσε – παρόλο που δεν είναι καθόλου λίγοι εκείνοι που προσπάθησαν. Μάλιστα, η τεχνική των «stacked vocals», που ο ίδιος ανακάλυψε, της τοποθέτησης, δηλαδή, της φωνής, σε δύο και τρία κανάλια ταυτόχρονα, ώστε να ακούγεται… περισσότερη, πρόσθεσε μια ακόμη νότα (pun intended) στα ήδη πολύ ιδιαίτερα φωνητικά του συγκροτήματος.

Το Dirt πούλησε περισσότερα από πέντε εκατομμύρια αντίτυπα και έβγαλε κομμάτια όπως το Would?, το Them Bones, το Down in a Hole. Ο Staley όμως συνέχισε να βυθίζεται σε ένα σκοτάδι, χωρίς να μπορεί να δει φως. Ο εθισμός του ήταν τόσο έντονος, που το συγκρότημα αποφάσισε να μην κάνει περιοδεία για την προώθηση του Jar of Flies, το 1994. Ακολούθησε μια μακρά περίοδος διακοπής, κατά την οποία το πρόβλημά του άρχισε να γίνεται γνωστό στο κοινό. Μόλις έναν μήνα μετά από τον θάνατο του Cobain, ο Staley ανέβηκε στη σκηνή, σε μια guest εμφάνιση στη συναυλία των Tool, υπερβολικά αδυνατισμένος, αδύναμος και φορώντας μια μάσκα του σκι. Πολλές ήταν οι φήμες που κυκλοφορούσαν γενικότερα εκείνο το διάστημα, μερικές πιο υπερβολικές από κάποιες άλλες, ωστόσο όλες με γενικό παρονομαστή την ανησυχία που προκαλούσε η συνεχώς επιδεινούμενη κατάστασή του.

Ο Staley έγραψε σχεδόν όλους τους στίχους του άλμπουμ Alice in Chains, που κυκλοφόρησε το 1995. Παρότι, σύμφωνα με όσους τον γνώριζαν, ήταν ένας πολύ ήσυχος, καλόψυχος και γενναιόδωρος άνθρωπος, ο χρόνιος εθισμός του τον έκανε νευρικό και δύσκολο στη συνεργασία. Σύμφωνα, πάντως, με τον Cantrell, παρότι υπήρχαν εντάσεις, το συγκρότημα παρέμεινε ενωμένο. «Περάσαμε τα εύκολα, θα περνούσαμε και τα δύσκολα. Δεν μαχαιρώσαμε ποτέ ο ένας τον άλλον στην πλάτη και δεν ‘ξεκατινιαστήκαμε’, όπως βλέπεις συχνά να γίνεται». Το 1996 το συγκρότημα έκανε το πολύ επιτυχημένο MTV Unplugged, μια εμφάνιση στο Saturday Night Live και το Letterman Show. Η τελευταία ζωντανή εμφάνιση του Staley ήταν στις 3 Ιουλίου 1996, στο Kemper Arena.

layne staleyΟ θάνατος της πρώην συντρόφου του, Demri Parrott από υπερβολική δόση τον Οκτώβριο του 1996 αποτέλεσε το τελειωτικό χτύπημα. Ο Staley βυθίστηκε σε μια κατάθλιψη από την οποία ουδέποτε επανήλθε. Χάθηκε από το προσκήνιο, ενώ φήμες λένε πως, με ύψος σχεδόν 1,90μ., έφτασε να ζυγίζει περίπου 40 κιλά και ήταν πάντοτε κάτωχρος. Εκτός από ελάχιστες εμφανίσεις με το συγκρότημα, σχεδόν δεν έφευγε ποτέ από το διαμέρισμά του στο Σιάτλ. Δεν γνωρίζουμε πολλά από την καθημερινότητά του μέχρι τον θάνατό του, ωστόσο λέγεται πως, εκτός από τα ναρκωτικά, δεν σταμάτησε να δημιουργεί, προσεγγίζοντας την τέχνη από διάφορες σκοπιές, έπαιζε βιντεοπαιχνίδια και απέφευγε να απαντήσει στα τηλεφωνήματα και σε όλων των ειδών τις προσπάθειες που έκαναν οι κοντινοί του άνθρωποι για να επικοινωνήσουν μαζί του.

Όπως είπε στη Ρούμπιο, «ξέρω ότι είμαι πολύ κοντά στον θάνατο. Κάνω κρακ και ηρωίνη εδώ και χρόνια. Ποτέ δεν ήθελα να τελειώσω έτσι τη ζωή μου. Ξέρω ότι δεν έχω ελπίδα. Είναι πολύ αργά. Δεν ήθελα ποτέ την έγκριση του κόσμου για τη γαμημένη τη χρήση ναρκωτικών». Μέσα από αναγούλες, πυρετό, με μια φωνή αγνώριστη και έχοντας χάσει πολλά δόντια, ο Staley περιέγραψε τη χρήση ναρκωτικών ως αναγκαστική. «Αυτό το γαμημένο το ναρκωτικό είναι όπως η ινσουλίνη που χρειάζεται ένας διαβητικός για να επιβιώσει. Δεν παίρνω ναρκωτικά για να φτιαχτώ, όπως πολλοί νομίζουν. Ξέρω ότι έκανα μεγάλο λάθος όταν τα άρχισα αυτά τα σκατά. Είναι πολύ δύσκολο να το εξηγήσω. Το συκώτι μου δεν λειτουργεί και ξερνάω όλη την ώρα και χέζομαι επάνω μου. Ο πόνος είναι πιο δυνατός από ό,τι μπορώ να αντέξω. Είναι ο χειρότερος πόνος στον κόσμο. Ο πόνος της πρέζας χτυπάει όλο το σώμα».
Στις 19 Απριλίου 2002 οι λογιστές του ενημέρωσαν τη μητέρα του πως δεν υπήρξε καμία κίνηση στα οικονομικά του επί δύο εβδομάδες. Μια επίσκεψη στο σπίτι του, τους έφερε αντιμέτωπους με τη σκληρή πραγματικότητα. Εκεί, δίπλα σε ένα βουναλάκι κοκαΐνης, πίπες για κρακ, κουτάκια από χρώματα για γκραφίτι, βιντεοπαιχνίδια, μια ανοιχτή τηλεόραση, όλα τα απομεινάρια μιας μοναχικής ζωής, o Staley πεσμένος, νεκρός επί δύο εβδομάδες σε προχωρημένη αποσύνθεση, έγραψε μόνος τον επίλογο του δράματος.

Πάμε ρε Ινδία αρρώστια!

ImageΤο πρωί, σηκώθηκα, άναψα την καφετιέρα, πλύθηκα, γέμισα το φλιτζάνι μου καφέ, κάθισα στον υπολογιστή, ήπια μια γουλιά, γούρλωσα τα μάτια, έριξα ένα ουρλιαχτό χαράς, χόρεψα τον χορό της νίκης γύρω από την καρέκλα μου κουνώντας ξέφρενα τα χέρια μου πάνω από το κεφάλι μου και βγάζοντας ινδιάνικους αλαλαγμούς, ξεθύμανα, ξανακάθισα, πήρα τον καφέ μου στα χέρια μου και με ένα ικανοποιημένο χαμόγελο, ανέβασα τα πόδια στο γραφείο, χαλάρωσα στην καρέκλα και έπιασα να ξαναδιαβάσω την είδηση:

Novartis: Η Ινδία απορρίπτει την αίτηση για πατέντα για το φάρμακο Glivec.

Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας απέρριψε την αίτηση της Novartis να κατοχυρώσει με πατέντα μια ανανεωμένη έκδοση του αντικαρκινικού φαρμάκου της, Glivec.

Οι ινδικές αρχές αρνήθηκαν την παραχώρηση στην ελβετική φαρμακοβιομηχανία της πατέντας με την αιτιολογία ότι η νέα έκδοση ήταν ελάχιστα διαφορετική από την παλιά.

Κοίτα, δηλαδή, τι ήθελε να κάνει η Novartis, για να καταλαβαίνεις πώς βγάζουν λεφτά οι φαρμακοβιομηχανίες: Έχουν εδώ και 20 χρόνια ένα φάρμακο, το Glivec, το οποίο με πολύ κόπο και πολλά λεφτά ανακάλυψαν και το οποίο είναι αποτελεσματικό στην καταπολέμηση κάποιων μορφών καρκίνου. Επί 20 χρόνια έχουν την πατέντα του φαρμάκου (γιατί, εδώ που τα λέμε, πρέπει κάπως να βγάλουν τα λεφτά της έρευνας με την οποία ανακάλυψαν το φάρμακο αυτό – ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΦΑΡΜΑΚΟ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ, όχι τίποτα απλό), κάτι που σημαίνει ότι καμία άλλη εταιρεία δεν μπορεί να πάρει τη φόρμουλα, τη συνταγή δηλαδή, αυτού του φαρμάκου, για να δει από τι αποτελείται και να κάνει ένα παρόμοιο. Επί 20 χρόνια ένας καρκινοπαθής για να πάρει Glivec δίνει περίπου 2.600 δολάρια το μήνα. Δεν θέλω να σε τρομάξω, αλλά οι καρκινοπαθείς σε όλον τον κόσμο είναι ΠΑΡΑ πολλοί.

Περνούν, λοιπόν, τα 20 χρόνια και η πατέντα του Glivec λήγει. Λίγο πριν λήξει, η Novartis παίρνει το φάρμακο και το αλλάζει λιγουλάκι. Βάζει λίγο αλάτι παραπάνω, ρίχνει λίγη κανέλα, κάτι τέτοιο δηλαδή – σε αντιστοιχία φαρμάκων, μην τρομοκρατηθείς ότι μας βάζουν κανέλα στα φάρμακα. Και λέει: «το άλλαξα το φάρμακο, πρέπει να ανανεωθεί η πατέντα του, γιατί δεν είναι πια το ίδιο». Αυτό λέγεται evergreening.

Παύση.

Είναι μια χώρα εκεί στην Ασία, η Ινδία, πολύ φτωχή, η οποία έχει αναπτύξει μια ολόκληρη βιομηχανία παραγωγής γενόσημων φαρμάκων. Τα φάρμακα αυτά είναι ας πούμε αντίγραφα των ακριβών φαρμάκων, των οποίων έχουν λήξει οι πατέντες. Λόγω της ευρείας εφαρμογής του evergreening, οι ασθενείς σε φτωχές χώρες όπως η Ινδία, το Μπαγκλαντές, χώρες της Αφρικής, βασικά στο μεγαλύτερο κομμάτι του πλανήτη, πέθαιναν επειδή δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν τα φάρμακα, μιας και αυτά παντεντάρονταν συνεχόμενα. Η cool Ινδία ψήφισε, λοιπόν, νόμο, με βάση τον οποίο ένα φάρμακο παίρνει πατέντα όταν αποδείξει ότι είναι πραγματικά ένα νέο φάρμακο – και όχι κάτι παλιό, αλλαγμένο. Ο νόμος αυτός την έκανε «το φαρμακείο των φτωχών χωρών», αφού στην Ινδία μπορούν να παρασκευαστούν με πολύ χαμηλό κόστος φάρμακα που εκτός Ινδίας στοιχίζουν, όπως λένε οι Ιταλοί, ένα μάτι από το κεφάλι σου (τα μαλλιά της κεφαλής σου, δηλαδή, στο πιο γκροτέσκο).

Παύση παύσης.

Τώρα που η Novartis έχασε την πατέντα του Glivec, υπολογίζεται πως το γενόσημο του εν λόγω φαρμάκου (προσπαθώ τόση ώρα να θυμηθώ τον τεχνικό όρο αλλά δεν μου έρχεται) θα στοιχίζει περίπου 175 δολάρια το μήνα. ΠΟΛΥ χαμηλότερα, δηλαδή, από ό,τι στοίχιζε μέχρι τώρα. Βοηθήστε με εσείς της αριθμητικής: πάνω από δέκα φορές φθηνότερο, έτσι;

Κάπως έτσι, λοιπόν, η φετινή Πρωταπριλιά δεν ήταν και τόσο άσχημη. Σαν ψέματα μου φαίνεται! Ευτυχώς είναι αλήθεια.

ΥΓ. Εδώ η εκστρατεία των Γιατρών Χωρίς Σύνορα για το θέμα