Ένα αυτοκίνητο, ένα σκυλάκι κι ένα μπαμ

Verona dogsΉταν αργά το μεσημέρι, αμέσως μετά από το φαγητό, μέσα στη ζέστη την παχιά, όταν αποφάσισα να διαβάσω. Λίγο πριν με πάρει εντελώς ο ύπνος από τα διάφορα ιταλικά ρήματα που είχαν αρχίσει να βγάζουν ποδαράκια, χεράκια και κεφαλάκια και να με κοροϊδεύουν, καθώς έτρεχαν γύρω μου (εντάξει, ίσως και να με είχε πάρει εντελώς ο ύπνος), ένα τεράστιο «μπαμ» με έκανε να πεταχτώ όρθια, ενώ το σπαρακτικό κλάμα ενός σκυλιού πλημμύρισε τη γειτονιά.

Το άσπρο αυτοκίνητο που είχε χτυπήσει το κουτάβι έκανε να φύγει, αλλά άνθρωποι μπήκαν μπροστά του και το σταμάτησαν. Ή σταμάτησε από μόνος του όταν κατάλαβε ότι κάτι είχε χτυπήσει, και ήταν τυχαίο που τόσοι άνθρωποι βρέθηκαν μπροστά του στον δρόμο. Αμαρτία δεν θέλω να πάρω, εξάλλου η ταραχή μου ήταν μεγάλη και το κλάμα δεν σταματούσε.

Κουτρουβάλησα τις σκάλες και βρέθηκα κάτω σε δευτερόλεπτα. Ένα μαύρο σκυλάκι, μερικών μηνών, ήταν ξαπλωμένο στον δρόμο ενώ άνθρωποι με σκυλιά και χωρίς είχαν μαζευτεί από γύρω και μιλούσαν όλοι μαζί. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ για να καταλάβω σωστά τι είχε γίνει. Μέσα στον πανικό και τα σκυλοκλάματα, εμφανίστηκε η φαρμακοποιός της γειτονιάς, τρέχοντας πανικόβλητη, με τα χέρια πάνω από το κεφάλι.

«Το δικό μου είναι; Το δικό μου είναι;»

Τότε το αναγνώρισα: ήταν το μαύρο σκυλάκι του φαρμακείου, που παίζει με όσους περνάνε. Είναι μικρούλι ακόμη και γι’ αυτό δύσκολα το κρατάς στο λουρί, αφού θέλει να παίξει με όλους και να τρέξει παντού. Στις πέτρες του δρόμου, λεκέδες από το αίμα του. Ο ενθουσιασμός του είχε χαθεί, τώρα ήταν ξαπλωμένο στον δρόμο και έκλαιγε ασταμάτητα.

Η φαρμακοποιός το σήκωσε στα χέρια και κατευθύνθηκε προς το φαρμακείο. Πίσω της, όλοι εμείς, κουστωδία, κάποιοι τρέμοντας ακόμη από την τρομάρα και την ταραχή μας, αλλά και ο οδηγός του αυτοκινήτου. Στην αγκαλιά του αφεντικού του, το σκυλάκι σταμάτησε να κλαίει – έβγαζε πια μόνο μικρές κραυγούλες, σαν λυγμούς. Εκεί η φαρμακοποιός το εξέτασε, του κούνησε όλα τα πόδια, το ψαχούλεψε, είδε πως δεν είχε σπάσει τίποτα. Του έβαλε φάρμακο στις πληγές, έκλεισε ραντεβού με τον κτηνίατρο, και ένας ένας το χαϊδέψαμε στο κεφάλι, του είπαμε έναν γλυκό λόγο και φύγαμε. Όλοι. Και ο οδηγός του αυτοκινήτου.

Πίσω στο διαμέρισμά μου χώθηκα μέσα στη γωνία του καναπέ, πήρα τα γατιά αγκαλιά και προσπάθησα να ηρεμήσω. Άνθρωπε, δεν είναι πολύ δύσκολο πράγμα να αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου. Δίνεις δεκάδες χιλιάδες ευρώ και αποκτάς το δικαίωμα να μπεις πίσω από ένα στρόγγυλο μαραφέτι και να κατευθύνεις με αυτό μερικούς τόνους αλουμινίου, ελαστικών και άλλων υλικών προς όπου θέλεις. Αυτό δεν σε κάνει παντοδύναμο. Σε κάνει και υπεύθυνο για τις ζωές εκείνων που θα βρεθούν μπροστά σου. Είτε πρόκειται για κάποιο παιδί που (χτύπα ξύλο) θα πεταχτεί ξαφνικά στον δρόμο σου, είτε πρόκειται για ένα γατάκι που δεν θα ξέρει ότι δεν πρέπει να περάσει εκείνη την ώρα τον δρόμο. Είτε για ένα σκυλάκι που τρέχει στον δρόμο – και μάλιστα από ένα σημείο σχεδόν «τυφλό», αφού οι τράκες στο συγκεκριμένο σταυροδρόμι βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Ό,τι και να γίνει, υπεύθυνος είσαι εσύ που οδηγάς. Και έχεις ευθύνη – τουλάχιστον ηθική, δεν θα μιλήσω καν για τους νόμους, που αλλάζουν κάθε μέρα – να φροντίζεις για όλα τα πλάσματα που πέφτουν θύματα της βιασύνης σου.

Από την άλλη, ευθύνη έχεις και όταν παίρνεις την απόφαση πως θα μοιραστείς το σπίτι και τη ζωή σου με ένα ζώο. Έχεις τεράστια ευθύνη για το ζώο αυτό, και, αν αναρωτιέσαι, όχι, στα ένστικτά του δεν είναι το να προστατεύεται από τα αυτοκίνητα και τους άλλους κινδύνους που κρύβει η πόλη. Πίστεψέ με, κανένας δεν θέλει το κακό του ζώου του, κανένας δεν θέλει να το φυλακίζει, να το περιορίζει, να το κάνει να περνάει άσχημα. Το σκυλί σου δεν θα περνάει άσχημα, αν το έχεις δεμένο στο μαγαζί σου ή στον δρόμο. Το σκυλί σου θα περνάει άσχημα αν το έχεις κλεισμένο όλη μέρα στο μπαλκόνι, με κατεβασμένα τα ρολά για να μην το ακούς να γαβγίζει ή να κλαίει. Ή αν το έχεις στον χώρο-κουτί που σχηματίζει το πίσω δωμάτιο του ισόγειου-από-μπροστά-υπόγειου-από-πίσω σπιτιού σου με τον δρόμο, με τα παράθυρα κλειστά, χωρίς να του δίνεις τη δυνατότητα να δει το φως του ήλιου ή να το πηγαίνεις βόλτα, αφήνοντάς το εκεί πίσω, Κύριος οίδε γιατί και ποια ευχαρίστηση παίρνεις εσύ από αυτό, να κάθεται επάνω στις ακαθαρσίες του και να κλαίει όλη μέρα γιατί δεν βλέπει ουρανό. Όταν, όμως, το σκυλί σου ζει μια φυσιολογική ζωή, θα είναι χαρούμενο. Ένα λουράκι είναι το μόνο που χρειάζεται για να καταφέρεις να το κρατήσεις μακριά από τα αυτοκίνητα, αλλά και από τους ανθρώπους που, είτε θα το φοβηθούν, θα φωνάξουν, θα σου κάνουν καταγγελία και θα βρεις τον μπελά σου (ακόμη και αν δεν κάνει κάτι το σκυλί), είτε θα προσπαθήσουν να του κάνουν κακό, επειδή, ξέρεις: είμαστε άνθρωποι εμείς, ανώτεροι από τα σκυλιά, γιατί να μην τα δηλητηριάσουμε έτσι για να  γελάσουμε λίγο;

Το μίσος δεν κατευθύνεται μόνο προς τους άλλους ανθρώπους, τους διαφορετικούς από εμάς, τους «άλλους». Έχει πολλούς αποδέκτες. Έχει φαντασία ο άνθρωπος, όταν πρόκειται για μίσος. Με την αγάπη έχει ένα θέμα.

Advertisements

Η Μπόχα κάνει ντουζ

Είμαι σίγουρη πως η Μπόχα είναι γεννημένη μοντέλο και πως, αν ήταν άνθρωπος, θα βρισκόταν σίγουρα στη σωστή πλευρά ενός φωτογραφικού φακού, μοιράζοντας αφειδώς την αναίδεια, αδιαφορία και σεξουαλικότητα που τη διακρίνει. Αν ρωτήσει κανείς, βέβαια, τον κ. Μαριονέτα, αυτός θα πει πως το γατί είναι τόσο άσχημο που προσβάλλει την τέχνη του μόντελινγκ εν γένει. Αλλά δεν χρειάζεται να συμφωνήσει κανείς μαζί του, δεν είναι υποχρεωτικό, μην αγχώνεστε.

Σήμερα το βράδυ, η Μπόχα επέλεξε να κάνει το επόμενο βήμα στην καριέρα της ως κορυφαίο φωτομοντέλο και να επιτρέψει τον φακό να τη φωτογραφίσει σε ιδιαίτερες στιγμές της. Η σειρά των φωτογραφιών παρουσιάζονται εδώ για πρώτη φορά. Θυμηθείτε τη μέρα που τις είδατε, κάποια στιγμή στο μέλλον θα γίνουν συλλεκτικές και θα αποκτήσουν μεγάλη αξία.

Η ιστορία της φωτογραφίας ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια σας. Απολαύστε την:

 

IMG_6516

Πεντικιούρ

IMG_6517

Ανέμελη πόζα με το βλέμμα στα αριστερά

IMG_6537

«Θέλω να μυρίσεις την κοιλιά σου… Ναι ναι, έτσι, είσαι πολύ καλή!»

IMG_6535

«Κάτι σε ξάφνιασε, αχ! Τι είναι αυτό! Κοίτα προς τα εκεί, να δω το προφίλ σου, μπράαααβο, έτσι, μπράβο!»

IMG_6531

«Αγαπάς την ουρά σου, την αγαπάς πολύ»

IMG_6530

«Παίξε με την ουρά σου, είσαι μια μικρή αθώα γατούλα, μπράβο, έτσι, το πηγούνι ψηλά, αυτό είναι, κράτα το!!»

IMG_6527

«Αυτή η τσάντα για το λάπτοπ είναι φίλη σου, δείξτην στο κοινό σου, χάιδεψέ την»

IMG_6525

«Πούλα την τσάντα και την εικόνα σου, είστε υπέροχες και οι δύο»

IMG_6523

«Πόσο σου αρέσει να τρως το κάτω μέρος του ποδιού σου; Μπράβο Μπόχα, κράτα το!»

IMG_6522

«Κοίτα αριστερά, ψηλά το πηγούνι, κοίτα μακριά, κράτα το!»

IMG_6518

«Μπόχα, φτάνει με το πόδι, τελείωσε… Μπόχα… Μπόχα!! Παιδιά τη χάσαμε, μαζεύουμε, it’s a wrap!»

Επιστροφή στο μέλλον

ImageΜπήκα στην αίθουσα – εννοείται – καθυστερημένη. Τα παιδιά ήταν όλα καθισμένα στα θρανία, τα πρόσωπά τους παγωμένα με το στόμα λίγο πιο τραβηγμένο από ό,τι θα ήταν φυσιολογικό.

Κάθισα στο πιο πίσω θρανίο (δεν το επέλεξα, το επίθετο είναι τέτοιο που με βάζει σχεδόν πάντα στη γαλαρία), ωστόσο, παρότι τους ήμουν τελείως άγνωστη και διέσχισα όλη την αίθουσα κανένα μάτι δεν έπαιξε καν προς το μέρος μου. Ήταν όλα κολλημένα κάπου εκεί στο κενό ανάμεσα στον πίνακα και τις επιτηρήτριες, οι οποίες έπιναν τον καφέ τους (ο μοναδικός καφές που επιτρεπόταν στην αίθουσα – εγκεφαλικό έπαθα όταν το κατάλαβα) και πάλευαν με νύχια και με δόντια να πνίξουν τα χασμουρητά που σκαρφάλωναν στο στόμα τους.

Ήταν το δεύτερο μάθημα των Πανελλαδικών Εξετάσεων, Βιολογία Γενικής Παιδείας. Το πρώτο (Νεοελληνική Γλώσσα, τουτέστιν Έκθεση) πέρασε σχετικά ανώδυνα, μιας και για την έκθεση, κακά τα ψέματα, δεν αγχώθηκε πολύ ποτέ κανείς (τούτου δηλωθέντος, να πω πως ήμουν πάντοτε κάκιστη στην Έκθεση). Η Βιολογία ήταν το πρώτο «αληθινό» μάθημα, κι εκεί κατάλαβα τις πραγματικές διαστάσεις του άγχους που προκαλεί αυτή η διαδικασία. Ως σχεδόν ανεξάρτητος παρατηρητής (ούτε διάβασα, ούτε αγχώθηκα – παραδόξως – για τον φόβο και τον τρόμο των εφηβικών μου χρόνων) και σχεδόν… ε… καλήπροσπάθειααλλάδενθααποκαλύψωτηνηλικίαμου πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που ήμουν μαθήτρια και έδωσα Πανελλαδικές, σχεδόν με σοκάρει το πόσο τα παιδιά που βρίσκονταν σήμερα στην αίθουσα, στην οποία έγραφα, πίστευαν πως από τις εξετάσεις αυτές κρέμεται το μέλλον τους.

Τα θέματα αργούσαν πολύ να έρθουν και τα πρόσωπα άρχισαν σιγά-σιγά να λύνονται, στην αρχή σχηματίζοντας μικρά ίχνη κούρασης, και στη συνέχεια σχηματίζοντας ερωτήσεις: «αν μας ρωτήσουν για τους τρόπους αντιμετώπισης του έιτζ, γράφουμε και για τα μμε;», «από πού προέρχονται τα φαγοκύτταρα;», «θα μας βάλουν πράξεις;;» κ.ο.κ.

«Αυτό που κάνεις είναι ό,τι χειρότερο μπορείς να κάνεις», συμβούλεψαν δύο μαθήτριες τη φίλη τους, που αγχωμένη ψιθύριζε νεράκι τη Βιολογία και αντάλλαζε ερωτήσεις με έναν άλλο μαθητή, δύο θρανία πιο μπροστά, και αμέσως της απάντησαν «ναι, ναι, κανονικά πρέπει να πούμε και για τα μμε – όχι ρε, τι λες, αντιμετώπιση είναι τα μμε; – ρώτησα, σου λεω, την καθηγήτριά μου – θυμάται κανείς πότε γεννήθηκε ο Δαρβίνος; – η καθηγήτριά μου είπε ότι αν πέσουν αυτά σκίζει τα πτυχία της».

Εννιά παρά είκοσι και τα θέματα πουθενά. Δύο κοπέλες έκαναν φιλότιμες προσπάθειες να αλλάξουν τη συζήτηση, συζητώντας για τις διακοπές που σχεδίαζαν, αλλά ένα σχόλιο του στυλ «σε μιάμιση εβδομάδα θα έχω και πάλι φυσιολογική ζωή και δεν θα θυμάμαι τι να την κάνω» και στο καπάκι «στον ερυθρό μυελό των οστών είπαμε!» τις επανέφερε στο εδώ και τώρα, το οποίο είχε πια πλημμυρίσει από το άγχος.

Ένα άγχος, το οποίο, χωρίς να το καταλάβω και χωρίς κανέναν λόγο, τρύπωσε κρυφά μες στα αυτιά μου, τα μάτια μου, το στόμα μου, κατέβηκε προς τα κάτω, αγκάλιασε τα πνευμόνια μου, τα έσφιξε και έστριψε το στομάχι μου. Έτσι, όταν η μπροστινή μου κοπελίτσα γύρισε προς το μέρος μου και με ρώτησε «εσύ δεν αγχώνεσαι καθόλου;», συνειδητοποίησα πως έτρεμα λίγο, και δεν ανάσαινα εύκολα. Χωρίς να το πολυσκεφτώ της «δεν είχα μέχρι τώρα, αλλά με αγχώσατε λίγο εσείς», κάνοντάς τη να βγάλει μια μικρή κραυγή και να μου ζητήσει συγνώμη. «Δεν τρέχει τίποτα», πήγα να της πω, αλλά είχε ήδη γυρίσει μπροστά της, στον συμμαθητή της που κάτι τη ρωτούσε για λεμφοκύτταρα.

Σχεδόν μια ώρα μετά από την είσοδό μας στις αίθουσες, στις 9 παρά πέντε, ήρθαν τα θέματα. Τα στυλό πήραν φωτιά (ΤΑ στυλό, όχι ΟΙ στυλοί, συμφωνώ με την έτερη συνεξεταζόμενη, ένα από τα πράγματα που με εκνευρίζουν αφάνταστα είναι αυτό το «ο στυλός». Ποιος στυλός, μαρή!) και όλα τα παιδιά έγραφαν με ταχύτητες Mach 2 και βάλε. Επί μιάμιση ώρα άκουγα μόνο χρατς χρατς από στυλό, σελίδες να γυρίζουν, μια τεράστια μύγα που είχε εγκλωβιστεί στο αιωνόβιο παράθυρο – το ίδιο που ανοίγαμε όταν ήμουν κι εγώ στο σχολείο, αλλά και ο σημερινός λυκειάρχης –, το χασμουρητό της επιτηρήτριας και το στομάχι μου (με έπιασε μια πείνα μετά από το άγχος, δεν ξέρω αν είναι φυσιολογικό). Όταν σηκώθηκα για να φύγω, ένα κορίτσι από πίσω μου μονολόγησε «τον ατελείωτο έχουν τα θέματα». Αυτό το τράβηγμα, όμως, στο στόμα, αυτό είχε φύγει.

Βγήκα από την αίθουσα, περπάτησα λίγο στους διαδρόμους του παλιού μου σχολείου μασουλώντας μια σοκολάτα που είχα πεταμένη στην τσάντα μου (εντάξει, το ομολογώ, δεν αναπολούσα το παρελθόν, πήγα να βγω από τη λάθος πόρτα, ήταν κλειδωμένη, γύρισα πίσω, ρεζίλι έγινα), τελικά βρήκα την έξοδο και βγήκα ξανά έξω στην αυλή. Με χτύπησε η ζέστη του Μαΐου (από Μάη καλοκαίρι, ε;), έβαλα τα γυαλιά μου, μπήκα στο αυτοκίνητό μου, γύρισα το κλειδί και ο γύρω χώρος γέμισε Charlatans.

Πότε γερνάει, άραγε κανείς; Όταν περάσουν τα χρόνια; Όταν χάσει το κέφι του; Όταν στερέψουν οι επιλογές του; Όταν χάσει το κέφι του για επιλογές, μετά από χρόνια;

Αν ξέρει κανείς να απαντήσει σε φιλοσοφικά ερωτήματα, ας το κάνει ελεύθερα. Εγώ σήμερα έδωσα Βιολογία: δεν έχω χρόνο για άλλα τεστ.

Το μεγαλύτερο χειροκρότημα για τον μεγαλύτερο αθλητή

Galis ball Μεγάλωσα λίγο σχιζοφρενικά. Από τη μία, ο πατέρας μου προσπαθούσε να μου εμφυσήσει την (τεράστια) αγάπη του για κάθε τι αθλητικό. Ως εκ τούτου, παρακολουθούσα – πολύ ευχάριστα, γιατί το έκανα μαζί του – όλα τα αθλήματα. Από την άλλη, η μητέρα μου προσπαθούσε να μου εμφυσήσει ένα ενδιαφέρον για τις τέχνες και τα γράμματα. Ως εκ τούτου, διάβαζα πολύ, ζωγράφιζα περισσότερο, έγραφα, τραγουδούσα – πολύ ευχάριστα, γιατί το έκανα μαζί της.

Τις περισσότερες φορές, όμως, συνδύαζα τις δύο αγάπες (μας) σε μία: ζωγράφιζα προσωπογραφίες του Νίκου Γκάλη. Και σε μια σπάνια έκλαμψη επιχειρηματικότητας, τις πουλούσα στη γειτονιά. Σε έναν αυτοσχέδιο πάγκο από καφάσια που περίσσευαν από τον κυρ-Σταύρο τον μπακάλη, λίγο πιο κάτω από το σπίτι μου, οι προσωπογραφίες του Γκάλη γίνονταν ανάρπαστες στον Άγιο Παντελεήμονα της Καλαμαριάς.

Πέμπτες και σαββατοκύριακα, η ιεροτελεστία ήταν γνωστή. Είτε θα πήγαινα στο γήπεδο με τον Παράσχο, τον ξάδερφό μου – που ήταν παοκτσής, αλλά και τι να κάνει ο δόλιος, με έπαιρνε από το χεράκι και πηγαίναμε, γιατί χωρίς συνοδεία η μαμά μου δεν το επέτρεπε ούτε για τον Γκάλη – είτε θα καθόμασταν στο σπίτι και θα βλέπαμε τον Άρη στην τηλεόραση. Τα γούρια κρατιόντουσαν μέχρι κεραίας – είχαμε συγκεκριμένες θέσεις στο σαλόνι και έπρεπε οπωσδήποτε να υπάρχει πατατοσαλάτα από το μαγαζί δίπλα στον Βάσο Τα Κοτόπουλα στο σπίτι – ενώ η γιαγιά από το τηλέφωνο ξεμάτιαζε έναν έναν τους παίκτες, αν δεν παίζαμε καλά. Στο τέλος του αγώνα, έβγαζα το μπλοκάκι μου και σημείωνα τα στατιστικά, για να έχω όλα τα στοιχεία και να συγκρίνω. Την επόμενη ημέρα, έκοβα τα άρθρα από τις εφημερίδες και τα κρατούσα σε ένα ντοσιέ.

Χθες βρέθηκα ξανά στο Παλέ, κατά τύχη εκεί που πηγαίναμε παλιά χέρι – χέρι με τον Παράσχο, για την εκδήλωση τιμής προς τον Νίκο Γκάλη. Τα μάτια μου δεν είναι πια τόσο καλά όσο εκείνα τα χρόνια, με αποτέλεσμα στην αρχή να μου έρθει ένα πλάκωμα: δεν θα μπορούσα να βλέπω καλά, όσο η ομάδα της καρδιάς του μεγαλύτερου Έλληνα αθλητή τον τιμούσε με όποια τιμή θεωρούσε πως του πρέπει. Το ξέχασα τόσο γρήγορα, όσο ξεχνάς μια πετρούλα που βρίσκεται στον δρόμο σου όταν τρέχεις για να βουτήξεις στη θάλασσα μια πολύ ζεστή μέρα του καλοκαιριού. Το ξέχασα την πρώτη στιγμή που ακούστηκε το σύνθημα «Είσαι Θεός, είσαι Θεός, είσαι Θεός μοναδικός». Όπως παλιά. Τότε που ο Νίκος Γκάλης μας έπαιρνε από το χέρι, μας απίθωνε στους ώμους του και μαζί του πετούσαμε πάνω από μεγαθήρια του ευρωπαϊκού μπάσκετ, εμείς, οι ψύλλοι στην πλάτη του ταύρου που απήγαγε την Ευρώπη. «Να μην κάνεις ποτέ πίσω, να μην το βάλεις ποτέ στα πόδια» τον είχε συμβουλέψει ο πατέρας του, όταν έφευγε από την Αμερική για τη Θεσσαλονίκη, και εκείνος ακολούθησε τη συμβουλή του κατά γράμμα, κάνοντας τον τεράστιο καλαθοσφαιριστή, Άρβιντας Σαμπόνις, να τον θαυμάσει λέγοντας «Αν ο Γκάλης θέλει να βάλει καλάθι θα το βάλει, όποιος και αν είναι ο αντίπαλος».

Όλοι γεννιόμαστε με το όνειρο να αλλάξουμε τον κόσμο γύρω μας. Λίγοι, όμως, είναι εκείνοι που το καταφέρνουν: και ο Γκάλης είναι ένας από αυτούς. Μπορεί για κάποιους ο αθλητισμός να είναι κάτι ασόβαρο, αλλά οι στιγμές που έζησαν οι Έλληνες στις πλάτες αυτού του μεγάλου αθλητή εκτείνονται πέρα από τον αθλητισμό. Όταν γέμισε τους δρόμους με ανθρώπους και τραγούδια, όταν ένωσε μια χώρα σε έναν κοινό πανηγυρισμό, δεν άρπαξε απλά το μπάσκετ από τα μαλλιά και με το έτσι θέλω το καθιέρωσε στον θρόνο του ελληνικού αθλητισμού, δίνοντας δουλειά και μεροκάματο σε χιλιάδες ανθρώπους. Έδωσε και ελπίδα σε δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες παιδιά που μπορούσαν να πιάσουν μια μπάλα του μπάσκετ στα χέρια τους. Αλλά και σε χιλιάδες άλλους, που δεν μπορούσαν να πιάσουν μια μπάλα του μπάσκετ, είχαν, όμως, κάποιο όνειρο που πίστευαν πως είναι άπιαστο. Αυτό μας είπε ο Νίκος Γκάλης με τον τρόπο του: αν δουλέψεις για το όνειρό σου σκληρά, τότε αυτό είναι εκεί, στην άκρη του χεριού σου, και το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να κλείσεις το χέρι σου και να το αρπάξεις.

Θα μας χρειαζόταν αυτές τις μέρες ένας αθλητής σαν τον Νίκο Γκάλη. Αυτές τις άσχημες μέρες θα μας χρειαζόταν κάποιος που ξέρει να μας οδηγήσει προς το όνειρο. Ίσως γι’ αυτό ήταν καλό που η εκδήλωση έγινε τώρα. Άργησε, μεν, αλλά μας υπενθύμισε τώρα που τα πράγματα είναι ζόρικα, πως άνθρωποι σαν τον Νίκο Γκάλη κυκλοφορούν ανάμεσά μας και μας δείχνουν τον δρόμο.

Ο Νίκος Γκάλης μπήκε και πάλι χθες στο Παλέ ντε Σπορ, λουσμένος στο χειροκρότημα και τη λατρεία. Δάκρυσε πολλές φορές βλέποντας τους παλιούς του συμπαίκτες και αντιπάλους να του υποκλίνονται, αλλά και τον κόσμο που τον αγάπησε να τον αποθεώνει, παρουσία της συζύγου και της κόρης του.

Αλλά ήταν και όλοι εκεί. Η εθνική ομάδα του ’87, ο πρωταθλητής Άρης του ’79, ο Ντορόν Τζάμσι, ο Στόγιαν Βράνκοβιτς, ο Σάσα Βολκόφ, ο Όντι Νόρις, ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς, οι συμπαίκτες του, Βασίλης Λυπηρίδης, Μιχάλης Μισούνοφ, Μιχάλης Ρώμανίδης, Ντίνος Αγγελίδης, Δημήτρης Κοκολάκης, οι… αιώνιοι αντίπαλοι Μπάνε Πρέλεβιτς, Τζον Κόρφας, Παναγιώτης Φασούλας, Νίκος Σταυρόπουλος, ο Λευτέρης Κακιούσης, οι προπονητές του Λάζαρος Λέσιτς και Γιάννης Ιωαννίδης, αλλά και άλλοι πολλοί. Μοναδική… τιμή είχε ο Μέμος Ιωάννου, ο οποίος είναι ο μόνος που υπήρξε συμπαίκτης, αντίπαλος αλλά και προπονητής του Γκάλη. Και ο κόσμος τους χειροκρότησε όλους – α, εκτός από τον Ιωαννίδη, όταν άρχισε να μιλάει για τον «πρωθυπουργό, Αντώνη Σαμαρά», τι το ήθελες καλέ μου… Από το φιλικό με τη Λιμόζ του Παναγιώτη Γιαννάκη πρόλαβε να παιχτεί μόνο ένα δεκάλεπτο – τυπικά το τρίτο, το οποίο ξεκίνησε με σκορ 50 – 50 και τους 50 πόντους για τον Άρη να τους έχει πετύχει ο… αόρατος παίκτης με το νούμερο 6. Το τι έγινε στο φιλικό, μην με ρωτάτε. Τα μάτια μου ήταν στα επίσημα, εκεί όπου μικρά παιδάκια έμπαιναν στη σειρά για να πάρουν αυτόγραφο από τον μεγαλύτερο Έλληνα καλαθοσφαιριστή.

Ο Νίκος Γκάλης είδε τη σάλα στην οποία μεγαλούργησε να ονομάζεται Nick Galis Hall και καρφίτσωσε ο ίδιος τη φανέλα με το νούμερο 6 στη μέση από τα λάβαρα με τους τίτλους του Άρη, που κοσμούν την οροφή του κτιρίου. Και όσο το δάκρυ του κρατιόταν με νύχια και με δόντια από την άκρη του ματιού του, όταν αγκάλιαζε τον παλιό του συμπαίκτη – και… συνένοχο στο έγκλημα – Παναγιώτη Γιαννάκη, μα τον Γκάλη, το δικό μου δεν κρατήθηκε από πουθενά.

galisdakru-650x287

ΥΓ  Θυμάμαι ένα καλοκαίρι που έπαιζαν «μονό» τα ξαδέρφια μου, ο Κώστας και ο Λευτέρης, στο κάμπινγκ. Ο Κώστας είχε δει σε ένα παιχνίδι τον Γκάλη να σουτάρει προς τα πίσω. Ο Γκάλης το έβαλε, ο Κώστας το πάλευε σε όλο το παιχνίδι. Αρνιόταν να σταματήσει, όσο και αν του φωνάζαμε, μέχρι να το βάλει. Τελικά έχασε το παιχνίδι, και όταν τον ρωτήσαμε «καλά, γιατί δεν σούταρες κανονικά;;» μας είπε «δεν με ένοιαζε να κερδίσω, ήθελα να νιώσω για λίγο Γκάλης».
Ελπίζω κάποια στιγμή να το πέτυχε…

Ποιος ήρθε;;

spring-bunny

«whatcha lookin’ at, man?»

Ήρθε η άνοιξη.

Εκείνη η εποχή που τα χελιδόνια πετάνε πάνω από το κεφάλι σου, με τις άσπρες τους κοιλιές που λάμπουν στον ήλιο, σαν καλοσμιλεμένο μάρμαρο.

Εκείνη η εποχή που με την κάθε ανάσα σου γεμίζεις μυρωδιές και αναμνήσεις, εικόνες από χρόνια πιο ξέγνοιαστα, ανάλαφρες ανάσες και ελπίδα.

Εκείνη η εποχή που η αραχνούλα υφαίνει κάθε μέρα μια γραμμή από τον ιστό της πάνω από την πόρτα της πολυκατοικίας σου, ακριβώς στο ύψος της μύτης σου, ενώ τα πουλάκια αρχίζουν το μελωδικό τους τραγούδι από νωρίς. Πολύ νωρίς…

Εκείνη η εποχή που το δέρμα σου χαϊδεύει ο ανοιξιάτικος ήλιος, κάνοντας τις φακίδες να αναδυθούν για άλλη μια φορά στο κατάλευκό σου δέρμα.

Εκείνη η εποχή που το αεράκι φυσάει λυτρωτικό το βράδυ στο μπαλκόνι σου, εκείνο το μπαλκόνι που τόσο αγαπάς μα ποτέ δεν βλέπεις, αφού είναι πάντα γεμάτο από κουνούπια.

Εκείνη η εποχή που μύγες μεγάλες σαν τη χούφτα σου, με τρίχα για πουλόβερ, πετούν ανέμελα μέσα στο σπίτι σου, σαν να ‘τανε δικό τους, και βάζουν στόχο το κεφάλι σου στις κολασμένες εξορμήσεις τους, για να καταλήξουν, με θόρυβο και στόμφο, μέσα στον εσπρέσο φρέντο σου.

Εκείνη η εποχή που όλοι όσοι έχουμε μικρά, πρέπει να κυνηγάμε μετά μανίας ακρίδες και βατράχια και να τους εξηγούμε μετά γιατί πριν να τα πιάσουμε εμείς, τα έφαγε η γάτα.

Και πού να μπει το καλοκαίρι…