Επιστροφή στο μέλλον

ImageΜπήκα στην αίθουσα – εννοείται – καθυστερημένη. Τα παιδιά ήταν όλα καθισμένα στα θρανία, τα πρόσωπά τους παγωμένα με το στόμα λίγο πιο τραβηγμένο από ό,τι θα ήταν φυσιολογικό.

Κάθισα στο πιο πίσω θρανίο (δεν το επέλεξα, το επίθετο είναι τέτοιο που με βάζει σχεδόν πάντα στη γαλαρία), ωστόσο, παρότι τους ήμουν τελείως άγνωστη και διέσχισα όλη την αίθουσα κανένα μάτι δεν έπαιξε καν προς το μέρος μου. Ήταν όλα κολλημένα κάπου εκεί στο κενό ανάμεσα στον πίνακα και τις επιτηρήτριες, οι οποίες έπιναν τον καφέ τους (ο μοναδικός καφές που επιτρεπόταν στην αίθουσα – εγκεφαλικό έπαθα όταν το κατάλαβα) και πάλευαν με νύχια και με δόντια να πνίξουν τα χασμουρητά που σκαρφάλωναν στο στόμα τους.

Ήταν το δεύτερο μάθημα των Πανελλαδικών Εξετάσεων, Βιολογία Γενικής Παιδείας. Το πρώτο (Νεοελληνική Γλώσσα, τουτέστιν Έκθεση) πέρασε σχετικά ανώδυνα, μιας και για την έκθεση, κακά τα ψέματα, δεν αγχώθηκε πολύ ποτέ κανείς (τούτου δηλωθέντος, να πω πως ήμουν πάντοτε κάκιστη στην Έκθεση). Η Βιολογία ήταν το πρώτο «αληθινό» μάθημα, κι εκεί κατάλαβα τις πραγματικές διαστάσεις του άγχους που προκαλεί αυτή η διαδικασία. Ως σχεδόν ανεξάρτητος παρατηρητής (ούτε διάβασα, ούτε αγχώθηκα – παραδόξως – για τον φόβο και τον τρόμο των εφηβικών μου χρόνων) και σχεδόν… ε… καλήπροσπάθειααλλάδενθααποκαλύψωτηνηλικίαμου πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που ήμουν μαθήτρια και έδωσα Πανελλαδικές, σχεδόν με σοκάρει το πόσο τα παιδιά που βρίσκονταν σήμερα στην αίθουσα, στην οποία έγραφα, πίστευαν πως από τις εξετάσεις αυτές κρέμεται το μέλλον τους.

Τα θέματα αργούσαν πολύ να έρθουν και τα πρόσωπα άρχισαν σιγά-σιγά να λύνονται, στην αρχή σχηματίζοντας μικρά ίχνη κούρασης, και στη συνέχεια σχηματίζοντας ερωτήσεις: «αν μας ρωτήσουν για τους τρόπους αντιμετώπισης του έιτζ, γράφουμε και για τα μμε;», «από πού προέρχονται τα φαγοκύτταρα;», «θα μας βάλουν πράξεις;;» κ.ο.κ.

«Αυτό που κάνεις είναι ό,τι χειρότερο μπορείς να κάνεις», συμβούλεψαν δύο μαθήτριες τη φίλη τους, που αγχωμένη ψιθύριζε νεράκι τη Βιολογία και αντάλλαζε ερωτήσεις με έναν άλλο μαθητή, δύο θρανία πιο μπροστά, και αμέσως της απάντησαν «ναι, ναι, κανονικά πρέπει να πούμε και για τα μμε – όχι ρε, τι λες, αντιμετώπιση είναι τα μμε; – ρώτησα, σου λεω, την καθηγήτριά μου – θυμάται κανείς πότε γεννήθηκε ο Δαρβίνος; – η καθηγήτριά μου είπε ότι αν πέσουν αυτά σκίζει τα πτυχία της».

Εννιά παρά είκοσι και τα θέματα πουθενά. Δύο κοπέλες έκαναν φιλότιμες προσπάθειες να αλλάξουν τη συζήτηση, συζητώντας για τις διακοπές που σχεδίαζαν, αλλά ένα σχόλιο του στυλ «σε μιάμιση εβδομάδα θα έχω και πάλι φυσιολογική ζωή και δεν θα θυμάμαι τι να την κάνω» και στο καπάκι «στον ερυθρό μυελό των οστών είπαμε!» τις επανέφερε στο εδώ και τώρα, το οποίο είχε πια πλημμυρίσει από το άγχος.

Ένα άγχος, το οποίο, χωρίς να το καταλάβω και χωρίς κανέναν λόγο, τρύπωσε κρυφά μες στα αυτιά μου, τα μάτια μου, το στόμα μου, κατέβηκε προς τα κάτω, αγκάλιασε τα πνευμόνια μου, τα έσφιξε και έστριψε το στομάχι μου. Έτσι, όταν η μπροστινή μου κοπελίτσα γύρισε προς το μέρος μου και με ρώτησε «εσύ δεν αγχώνεσαι καθόλου;», συνειδητοποίησα πως έτρεμα λίγο, και δεν ανάσαινα εύκολα. Χωρίς να το πολυσκεφτώ της «δεν είχα μέχρι τώρα, αλλά με αγχώσατε λίγο εσείς», κάνοντάς τη να βγάλει μια μικρή κραυγή και να μου ζητήσει συγνώμη. «Δεν τρέχει τίποτα», πήγα να της πω, αλλά είχε ήδη γυρίσει μπροστά της, στον συμμαθητή της που κάτι τη ρωτούσε για λεμφοκύτταρα.

Σχεδόν μια ώρα μετά από την είσοδό μας στις αίθουσες, στις 9 παρά πέντε, ήρθαν τα θέματα. Τα στυλό πήραν φωτιά (ΤΑ στυλό, όχι ΟΙ στυλοί, συμφωνώ με την έτερη συνεξεταζόμενη, ένα από τα πράγματα που με εκνευρίζουν αφάνταστα είναι αυτό το «ο στυλός». Ποιος στυλός, μαρή!) και όλα τα παιδιά έγραφαν με ταχύτητες Mach 2 και βάλε. Επί μιάμιση ώρα άκουγα μόνο χρατς χρατς από στυλό, σελίδες να γυρίζουν, μια τεράστια μύγα που είχε εγκλωβιστεί στο αιωνόβιο παράθυρο – το ίδιο που ανοίγαμε όταν ήμουν κι εγώ στο σχολείο, αλλά και ο σημερινός λυκειάρχης –, το χασμουρητό της επιτηρήτριας και το στομάχι μου (με έπιασε μια πείνα μετά από το άγχος, δεν ξέρω αν είναι φυσιολογικό). Όταν σηκώθηκα για να φύγω, ένα κορίτσι από πίσω μου μονολόγησε «τον ατελείωτο έχουν τα θέματα». Αυτό το τράβηγμα, όμως, στο στόμα, αυτό είχε φύγει.

Βγήκα από την αίθουσα, περπάτησα λίγο στους διαδρόμους του παλιού μου σχολείου μασουλώντας μια σοκολάτα που είχα πεταμένη στην τσάντα μου (εντάξει, το ομολογώ, δεν αναπολούσα το παρελθόν, πήγα να βγω από τη λάθος πόρτα, ήταν κλειδωμένη, γύρισα πίσω, ρεζίλι έγινα), τελικά βρήκα την έξοδο και βγήκα ξανά έξω στην αυλή. Με χτύπησε η ζέστη του Μαΐου (από Μάη καλοκαίρι, ε;), έβαλα τα γυαλιά μου, μπήκα στο αυτοκίνητό μου, γύρισα το κλειδί και ο γύρω χώρος γέμισε Charlatans.

Πότε γερνάει, άραγε κανείς; Όταν περάσουν τα χρόνια; Όταν χάσει το κέφι του; Όταν στερέψουν οι επιλογές του; Όταν χάσει το κέφι του για επιλογές, μετά από χρόνια;

Αν ξέρει κανείς να απαντήσει σε φιλοσοφικά ερωτήματα, ας το κάνει ελεύθερα. Εγώ σήμερα έδωσα Βιολογία: δεν έχω χρόνο για άλλα τεστ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s