Χαμένοι από χέρι

Image«Αυτοί είναι χαζοί, νομίζουν ότι θα αλλάξουν τον κόσμο, μην τους δίνεις σημασία». Τη συμβουλή αυτή έδωσε στην 7χρονη-8χρονη* κόρη της μια μαμά που με προσπέρασε με βιασύνη κάπου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Είχαν μόλις δει κάποια διαμαρτυρία, μάλλον για την απελευθέρωση του Κ. Σακκά, ή κάποιο σχετικό πανό, ή κάποια διαμαρτυρία για την ΕΡΤ, ή κάποιο happening (γεμάτες είναι οι πόλεις, πια, δεν μπορείς ούτε επιτόπου να γυρίσεις χωρίς να πέσεις επάνω σε κάτι) και το κοριτσάκι είχε απορίες. Ελπίζω ότι κατάφερε να κοιμηθεί το βράδυ, γιατί οι πληγές από το κόψιμο των φτερών τσούζουν τον πρώτο καιρό. Μετά αναισθητοποιείσαι και δεν νιώθεις πια και πολλά.

Αυτή η ηλικία, όταν το αίμα αρχίζει να βράζει, η περιέργειά εκτοξεύεται και το βλέμμα παίζει δεξιά και αριστερά, αυτή είναι η σωστή ηλικία για να προσγειώσεις ένα παιδί, να το κατευθύνεις σωστά, προς την απόλυτη νιρβάνα, την ευτυχία της άγνοιας, να το τοποθετήσεις στον μονόδρομο του βολέματος και να το σώσεις από μελλοντικούς προβληματισμούς, ανησυχίες και αγωνίες. Έτσι μόνο μπορείς να του δώσεις τη ζωή που πάντα ονειρευόσουν γι’ αυτό και να του εξασφαλίσεις ένα μέλλον γεμάτο ικανοποίηση και επιτυχίες – τις οποίες ουδέποτε ονειρεύτηκε, μαζί με άλλα πράγματα.

Μάλλον.

Εγώ δεν είχα καλούς γονείς. Όταν ήμουν μικρή, η μαμά μου μου είπε «αυτός ο κόσμος δεν είναι καλός. Εσύ θα τον αλλάξεις, γιατί αν δεν το κάνεις εσύ, δεν θα το κάνει κανένας». Κι εγώ ονειρευόμουν ότι θα έπαιρνα το στυλό και το χαρτί μου και με όπλο αυτά θα άλλαζα τον κόσμο. Βράδια ολόκληρα θυσίαζα τον ύπνο μου για κάτι βιβλία και έγραφα ασταμάτητα. Μέσα από τις παιδικές λέξεις έλαμπαν φωτίτσες ελπίδας ότι, δες, αυτή είναι, αυτή που τα ξεκίνησε όλα. Από την άλλη, ο μπαμπάς μου δεν συμφώνησε ποτέ με ούτε μία μου επιλογή. Μου πήρε, όμως, χρόνια για να το καταλάβω. Αγόγγυστα συνεισέφερε σε ό,τι ήθελα να κάνω – τρίτη δέσμη; ΟΚ. Δημοσιογραφία; ΟΚ. Αθήνα; ΟΚ. Θεσσαλονίκη; ΟΚ. Αμερική; ΟΚ. Χορός; ΟΚ. Γλώσσες; ΟΚ. Γράψιμο; ΟΚ. (…εγώ γιατρός ήθελα να γίνεις, για να μπορώ να σε βοηθάω… Αλλά ό,τι θέλεις εσύ…)

Δεν είχα και καλούς φίλους. Όταν ήμουν έφηβη, περνούσα τα διαλείμματά μου με την Τζοάννα, ανταλλάσσοντας βιβλία, σκέψεις, σημειώσεις. Αργότερα, με τη Σοφία, γράφαμε σενάρια και σχεδιάζαμε πλάνα για τις ταινίες μας, ανταλλάσσαμε δίσκους και βιβλία και προσπαθούσαμε να ξυπνήσουμε τη Μαρία, η οποία θα μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο με μια κίνηση – αν ξεκολλούσε το κεφάλι από το μαξιλάρι! Όλοι μου έλεγαν «κάνε όνειρα».

Και «μεγάλη», πια, όμως, ατύχησα. Έμπλεξα με κακές παρέες. Με την Αντιγόνη που με τσιγκλούσε μονίμως και πάντα ανέβαζε τον πήχυ λίγο ψηλότερα. Με τον Πάνο, που σιωπηλά αλλά σταθερά μου κρατούσε το χέρι και με συνόδευε στους περίεργους δρόμους που διάλεγα. Με τον Μπάμπη και τον Παναγιώτη και τον Δημήτρη και όλους εκείνους που μου έδειχναν τα στραβά, ένα – ένα, και μου έλεγαν «τι θα κάνεις εσύ γι’ αυτό;» και «πώς σου φαίνεται αυτό;» και ποτέ δεν πήραν αψήφιστα μια λέξη μου και ποτέ δεν θεώρησαν δεδομένη την απάντησή μου και ποτέ δεν μου τάισαν απόψεις και «πρέπει», και μου έλεγαν «σκέψου, τι ζωή θέλεις να παραδώσεις στον ανιψιό σου;».

Και δεν είχα καλό ανιψιό, γιατί τον έβλεπα να σπαράζει από το κλάμα γιατί του έλειπε η πιπίλα του και να με κοιτάζει στα μάτια και να μου λέει «Ζεν αντέχω άλλλλλλλο» δακρυσμένος και νυσταγμένος και έλιωνα εγώ και σκεφτόμουν «αν κλαίει έτσι για την πιπίλα, πώς θα κάνει για τη ζωή που θα μπορούσα να του δώσω αλλά δεν του έδωσα, γιατί έκλεισα το μυαλό μου στο καλύτερο;».

Και μάλλον, τελικά, δεν θα γίνω καλή θεία ή καλή μαμά. Γιατί το πρώτο πράγμα που μου βγαίνει από το στόμα κάθε φορά που βλέπω τον ανιψιό μου είναι: «κάνε όνειρα, πουλάκι μου, εσύ θα αλλάξεις τον κόσμο. Εσύ κι εγώ μαζί».

Χαμένοι όλοι, από χέρι…

* κάπου εκεί, ποιος ξέρει πια με τα παιδιά, σαν πιο ψηλά να βγαίνουν τα τελευταία χρόνια, σου λέει η άλλη «είμαι 14» και σου έρχεται σφαλιάρα από κάπου από το σύμπαν, εγώ στα 14 ήμουν 1,45 το πολύ – και σιγά μην ήμουν τόσο –, τέλος πάντων…

Advertisements

Απαγορευμένα όνειρα

ImageΟ Λουκιανός καθόταν σε μια από τις αγαπημένες του θέσεις μέσα στο σπίτι. Εκεί, στα όρια με το έξω. Το απαγορευμένο. Με τη δεξιά πλευρά του να ακουμπάει το άπιαστο όνειρο του μπαλκονιού. Τη μύτη του χάιδευαν ανερυθρίαστα και χωρίς έλεος ελαφριές ριπές ανέμου που ταξίδευαν ανέμελα στον πρωινό αέρα του Ιουνίου. Στα αυτιά του έφταναν παιχνιδιάρικα τιτιβίσματα από επίδοξα θηράματα και μια πεταλουδίτσα, με άγνοια κινδύνου, χόρεψε έναν μικρό χορό επικίνδυνα κοντά του και τελικά απομακρύνθηκε. Ζωντανή.

Η οσμή του καλοκαιριού σκαρφάλωσε στη μύτη του και του γαργάλισε τον εγκέφαλο. Σήκωσε τα μάτια προς τα πάνω, κοίταξε για λίγο μακριά και τα ξανακατέβασε. Μύρισε το κούφωμα της μπαλκονόπορτας σαν να ήταν φέτα από βραστή γαλοπούλα – με λαχτάρα και για πολλή ώρα, πριν αποφασίσει ότι τελικά δεν τρώγεται. Μύρισε λίγο την ανοιχτή πόρτα και ξανά το κούφωμα. Σήκωσε το δεξί χέρι και το απόθεσε επάνω στο άσπρο αλουμίνιο. Κοίταξε προς το άπειρο και άφησε το χέρι του να απορροφήσει όλη την ελευθερία που απολάμβανε εκείνο αντί για τον ίδιο. Ήταν έξω…

Ξαφνικά, ένας βόμβος πλησίασε και σταμάτησε κοντά του. Το Virobi είχε πλησιάσει και με το πράσινο μάτι του τον κάρφωνε απειλητικά. Ο βόμβος μάρσαρε: τον είχε εντοπίσει. Ο Λουκιανός σηκώθηκε, και μαζί και οι τρίχες στη ράχη του. Ένα έξαλλο «Χχχχχχχχχ» έσκισε την ατμόσφαιρα, αλλά το κόκκινο στρόγγυλο θηρίο δεν πτοήθηκε.

Μπροστά του ο εχθρός. Πίσω του το απαγορευμένο. Με το δεξί του πόδι έκανε ένα μικρό βήμα οπισθοχώρησης και ένιωσε την έξαψη της υπέρβασης. «Ή τώρα ή ποτέ», σκέφτηκε. Το πόδι του σηκώθηκε αργά, γλίστρησε πάνω από το κούφωμα και πάτησε στο δροσερό, αστραφτερό μάρμαρο. Η ουρά ανέμιζε πλέον με νέα αύρα ενώ από πίσω προς τα εμπρός, ένα ρίγος τον κατέλαβε.

Ήταν ελεύθερος.

Ο μισός.

Με το βλέμμα καρφωμένο στο Virobi, κινήθηκε σταθερά προς τα πίσω. Το δεξί πόδι ακολούθησε το αριστερό, στέλνοντας στα πνευμόνια του μικρά ηλεκτροσόκ ευτυχίας. Είχε πια βγει μέχρι τη μέση. Προσεκτικά γύρισε και μύρισε το κούφωμα, δίνοντας έναν τελευταίο χαιρετισμό στο πιο απομακρυσμένο όριο της σκλαβιάς του. Με προσοχή, πέρασε τα δυο του χέρια από τη νοητή γραμμή του εγκλεισμού και υπερήφανα τίναξε το κεφάλι του προς το δροσερό καλοκαίρι που τον περίμενε.

Ήταν πια ελεύθερος!

Το Virobi, αναγνωρίζοντας την ήττα του, οπισθοχώρησε και συνέχισε το καθαριστικό του έργο σε άλλα σημεία του σπιτιού.

Ο Λουκιανός ένιωσε για πρώτη φορά το δροσερό αεράκι του μπαλκονιού να χαϊδεύει το τρίχωμά του. Οσμίστηκε το νεοφερμένο καλοκαίρι, γεύτηκε την αψάδα της πρωινής δροσιάς, καλωσόρισε το τραγούδι των τζιτζικιών. Τέντωσε το κορμί του για να προσλάβει με κάθε πόρο του δέρματός του την έφηβη εποχή. Υπερήφανα έκανε ένα σάλτο προς τα εμπρός και άνοιξε τα μάτια του, ονειρευόμενος μια νέα εποχή, ένα καινούργιο αστραφτερό, δροσερό μέλλον.

«Πού πας βρε βλάκα;», τον μάλωσα και τον σήκωσα. Το έδαφος χάθηκε από τα πόδια του, η ελευθερία του μαζεύτηκε σε μια μπάλα και έτρεξε σε μια γωνία πίσω από την τηλεόραση, από όπου τη μάζεψε το Virobi. Τον έβαλα ξανά μέσα στο σπίτι. Με ένα βραχνό νιαούρισμα και ένα αγριεμένο πέταμα της ουράς, ο Λουκιανός αποδέχτηκε τη μοίρα του και ξάπλωσε στον καναπέ. Η ελευθερία για κάποιους είναι όνειρο άπιαστο.