Απαγορευμένα όνειρα

ImageΟ Λουκιανός καθόταν σε μια από τις αγαπημένες του θέσεις μέσα στο σπίτι. Εκεί, στα όρια με το έξω. Το απαγορευμένο. Με τη δεξιά πλευρά του να ακουμπάει το άπιαστο όνειρο του μπαλκονιού. Τη μύτη του χάιδευαν ανερυθρίαστα και χωρίς έλεος ελαφριές ριπές ανέμου που ταξίδευαν ανέμελα στον πρωινό αέρα του Ιουνίου. Στα αυτιά του έφταναν παιχνιδιάρικα τιτιβίσματα από επίδοξα θηράματα και μια πεταλουδίτσα, με άγνοια κινδύνου, χόρεψε έναν μικρό χορό επικίνδυνα κοντά του και τελικά απομακρύνθηκε. Ζωντανή.

Η οσμή του καλοκαιριού σκαρφάλωσε στη μύτη του και του γαργάλισε τον εγκέφαλο. Σήκωσε τα μάτια προς τα πάνω, κοίταξε για λίγο μακριά και τα ξανακατέβασε. Μύρισε το κούφωμα της μπαλκονόπορτας σαν να ήταν φέτα από βραστή γαλοπούλα – με λαχτάρα και για πολλή ώρα, πριν αποφασίσει ότι τελικά δεν τρώγεται. Μύρισε λίγο την ανοιχτή πόρτα και ξανά το κούφωμα. Σήκωσε το δεξί χέρι και το απόθεσε επάνω στο άσπρο αλουμίνιο. Κοίταξε προς το άπειρο και άφησε το χέρι του να απορροφήσει όλη την ελευθερία που απολάμβανε εκείνο αντί για τον ίδιο. Ήταν έξω…

Ξαφνικά, ένας βόμβος πλησίασε και σταμάτησε κοντά του. Το Virobi είχε πλησιάσει και με το πράσινο μάτι του τον κάρφωνε απειλητικά. Ο βόμβος μάρσαρε: τον είχε εντοπίσει. Ο Λουκιανός σηκώθηκε, και μαζί και οι τρίχες στη ράχη του. Ένα έξαλλο «Χχχχχχχχχ» έσκισε την ατμόσφαιρα, αλλά το κόκκινο στρόγγυλο θηρίο δεν πτοήθηκε.

Μπροστά του ο εχθρός. Πίσω του το απαγορευμένο. Με το δεξί του πόδι έκανε ένα μικρό βήμα οπισθοχώρησης και ένιωσε την έξαψη της υπέρβασης. «Ή τώρα ή ποτέ», σκέφτηκε. Το πόδι του σηκώθηκε αργά, γλίστρησε πάνω από το κούφωμα και πάτησε στο δροσερό, αστραφτερό μάρμαρο. Η ουρά ανέμιζε πλέον με νέα αύρα ενώ από πίσω προς τα εμπρός, ένα ρίγος τον κατέλαβε.

Ήταν ελεύθερος.

Ο μισός.

Με το βλέμμα καρφωμένο στο Virobi, κινήθηκε σταθερά προς τα πίσω. Το δεξί πόδι ακολούθησε το αριστερό, στέλνοντας στα πνευμόνια του μικρά ηλεκτροσόκ ευτυχίας. Είχε πια βγει μέχρι τη μέση. Προσεκτικά γύρισε και μύρισε το κούφωμα, δίνοντας έναν τελευταίο χαιρετισμό στο πιο απομακρυσμένο όριο της σκλαβιάς του. Με προσοχή, πέρασε τα δυο του χέρια από τη νοητή γραμμή του εγκλεισμού και υπερήφανα τίναξε το κεφάλι του προς το δροσερό καλοκαίρι που τον περίμενε.

Ήταν πια ελεύθερος!

Το Virobi, αναγνωρίζοντας την ήττα του, οπισθοχώρησε και συνέχισε το καθαριστικό του έργο σε άλλα σημεία του σπιτιού.

Ο Λουκιανός ένιωσε για πρώτη φορά το δροσερό αεράκι του μπαλκονιού να χαϊδεύει το τρίχωμά του. Οσμίστηκε το νεοφερμένο καλοκαίρι, γεύτηκε την αψάδα της πρωινής δροσιάς, καλωσόρισε το τραγούδι των τζιτζικιών. Τέντωσε το κορμί του για να προσλάβει με κάθε πόρο του δέρματός του την έφηβη εποχή. Υπερήφανα έκανε ένα σάλτο προς τα εμπρός και άνοιξε τα μάτια του, ονειρευόμενος μια νέα εποχή, ένα καινούργιο αστραφτερό, δροσερό μέλλον.

«Πού πας βρε βλάκα;», τον μάλωσα και τον σήκωσα. Το έδαφος χάθηκε από τα πόδια του, η ελευθερία του μαζεύτηκε σε μια μπάλα και έτρεξε σε μια γωνία πίσω από την τηλεόραση, από όπου τη μάζεψε το Virobi. Τον έβαλα ξανά μέσα στο σπίτι. Με ένα βραχνό νιαούρισμα και ένα αγριεμένο πέταμα της ουράς, ο Λουκιανός αποδέχτηκε τη μοίρα του και ξάπλωσε στον καναπέ. Η ελευθερία για κάποιους είναι όνειρο άπιαστο.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s