Περί θαυμάτων

Image

Βγήκαμε από τον οδοντίατρο. Η μία το χέρι στο δόντι, η άλλη το χέρι στο χέρι του μικρού. Στα άλλα δύο χέρια, τσάντες, μεγαλύτερες τσάντες, σακούλες, κλειδιά, τηλέφωνα. Μια ποιητική ριπή ανέμου μου πήρε τα γυαλιά και τα πέταξε στο κράσπεδο. Χωρίς χέρια, γονάτισα και τα έπιασα με τα δόντια, υπό το αυστηρό βλέμμα μιας κυρίας.

Γύρω στα 75 – μάλλον κρύβω τα καλοκαίρια, για να μην πάω και στην κόλαση και ψαχνόμαστε -, μαλλί αερόστατο, χρώματος σάπιο καρότο, έντονο φουξ κραγιόν και ένα μεγάλο χρυσό δαχτυλίδι στον αριστερό παράμεσο. Με μια μεγάλη πέτρα. Ροζ.

Με μπαλετική χάρη, χωρίς να μου πέσει καμία σακούλα, αλλά, κυρίως, χωρίς να αφήσω το χέρι του μικρού, γιατί ήμασταν και δίπλα στον δρόμο, και με τα γυαλιά ακόμη στο στόμα σηκώθηκα στις πλατφόρμες μου και ίσιωσα και πάλι το κορμί μου – όσο έφτανα, γιατί το μικρό μου πέφτει κοντό όταν φοράω πλατφόρμα. «Ευχαριστώ για τη βοήθεια», μούγκρισα, όμως το μόνο που βγήκε ήταν κάτι που έμοιαζε με «μμμμμχμχχχμμββγγγγμμμ», οπότε δεν την κακίζω που δεν το κατάλαβε.

Η άλλη με το ημιελεύθερο χέρι της με βοήθησε να βγάλω τα γυαλιά από το στόμα και να τα βάλω στο κεφάλι μου. Χωρίς κάτι να μου κρέμεται πια, μπόρεσα να παρατηρήσω τον κόσμο γύρω μου, αρκετά για να αντιληφθώ μια κοσμοσυρροή προς την πλευρά που κοιτούσε η «κυρία».

Σημαιούλες κρεμασμένες πάνω από τον δρόμο, άνθρωποι να μπαινοβγαίνουν σε μια εκκλησία και ψαλμωδίες. Κοίταξα την άλλη, με κοίταξε κι εκείνη. Η απορία ήταν κοινή. Το μικρό στον κόσμο του. «Τι παίζει εκεί;» ρώτησα την «κυρία» όλη απορία. Εκείνη με κοίταξε από κάτω έως πάνω, από τις πλατφόρμες μου, στο σορτσάκι μου, στο μπλουζάκι μου, στα γυαλιά ηλίου, στην ψηλή στραβή κοτσίδα μου. Μετά έβγαλε τα μπεζοκαφεσκατουλί γυαλιά ηλίου της για να αντιληφθώ ότι δεν με κοιτάει απλά – με κοιτάει περιφρονητικά.

«Του Σωτήρα είναι σήμερα κορίτσι μου», μου είπε.

«Γιορτάζουμε τον Χρήστο τον Βελώνη;;» είπαμε και οι δύο και γελάσαμε πνιχτά, η μία κρατώντας το μάγουλο από την πλευρά της εξαγωγής. Η «κυρία» δεν το εκτίμησε. «Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος είναι σήμερα, έξι Αυγούστου είναι, τι δεν καταλαβαίνετε;;» φώναξε σχεδόν, μέσα από τα δόντια της. Σοβαρευτήκαμε αμέσως, και ο μικρός πέταξε μια πέτρα που είχε μαζέψει από τον δρόμο και στάθηκε προσοχή. «Θαύμα» σκέφτηκα, αλλά σώπασα. Δεν ξέρω την άποψη της Εκκλησίας για τα μικρά καθημερινά θαύματα, και δεν ήθελα να πιέσω την τύχη μου. Είδα και την άλλη, σε στάση ημιπροσοχής, με το χέρι μόνιμα κολλημένο στο σημείο της εξαγωγής, ψάρωσα.

Μας είδε τρομαγμένες η «κυρία», μαλάκωσε. «Πάτε μέσα, είναι και ο Άνθιμος», είπε, και χαμογέλασε ένα μπεζουλί χαμόγελο κάτω από μια φουξ τέντα. Η φωνή από τα μεγάφωνα άξαφνα πήρε πρόσωπο, και η εικόνα των ανθρώπων να μπαινοβγαίνουν στην εκκλησία έβγαλε νόημα. «Ναι, θα κάνουμε γεμιστά, μας χρειάζεται λίγος Άνιθος…», είπε η άλλη, οι πρώτες λέξεις μετά από την εξαγωγή.

«Να μπείτε να ανάψετε ένα κεράκι!», φώναξε άγρια στις πλάτες μας η «κυρία».

«Σιγά μην ανάψουμε λαμπάδα» είπε κάποια από εμάς.

«Αντίχριστες!» μας φώναξε.

«Κομοδίνο» ίσως να της είπε ο μικρός. Ίσως και όχι. Αν το είπε, πάντως, μάλλον θα είναι θαύμα.

Advertisements

2 responses

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s