Σκόνη στο Σεληνόφως

ImageΗ ζέστη δεν ήταν αφόρητη. Ωστόσο ο ήλιος έκαιγε και κανένας αέρας δεν φύσαγε σαν γύφτος. Πήρα το ψεκαστήρι μου και βγήκα στο παράθυρο. Το γιασεμί με κοίταξε παρακλητικά, ενώ ο βασιλικός μου είχε τεντώσει τα χεράκια του και με εκλιπαρούσε.

Ήδη τα ψέκαζα με κρύο νεράκι.

Από το ανοιχτό παράθυρό μου έμπαινε ένα δροσερό ίχνος αερακίου, οπότε τράβηξα την καρέκλα μου και κάθισα εκεί, δίπλα στο γιασεμί, για να απολαύσω το σαββατιάτικο πρωινό. Οι μυρωδιές της μεσαιωνικής πόλης φιλτράρονταν στα πράσινα φύλλα που τρυφερά μου χάιδευαν το μάγουλο. Ανέβασα τα πόδια στο καλοριφέρ, έγειρα το κεφάλι πίσω και έκλεισα τα μάτια.

Με ξύπνησε ένα γαργαλητό στο χέρι: μια μικρή πασχαλίτσα με είχε πιάσει από το δάχτυλο και με τραβούσε. Την κοίταξα με απορία και μου έκανε νόημα να την ακολουθήσω. «Εγώ;» τη ρώτησα και μου έγνεψε «ναι». Άνοιξε τα φτερά της και πέταξε κάτω από το καλοριφέρ. Έπεσα στα γόνατα και την ακολούθησα, μέχρι την κουζίνα, όπου, σε μια τρύπα στην πέτρα του πατώματος μου έδειξε τα παιδιά της. Τέσσερα μικρά πασχαλιτσάκια έπαιζαν μήλα με τα ψίχουλα που είχα κάνει το προηγούμενο βράδυ με τις μπρουσκέτες. Χρτς, χρτς, έκανε η αυτοσχέδια μπάλα, καθώς χτυπούσε τα μικροσκοπικά τριχωτά πόδια-χέρια τους, όσο την πετούσαν από τη μία στην άλλη πλευρά της τρύπας. Περήφανη, η πασχαλίτσα τα κοιτούσε και τα μάτια της έλαμπαν.

«Υπέροχα», μούγκρισα και έριξα μερικά ακόμη ψίχουλα πριν την αφήσω εκεί και επιστρέψω στην καρέκλα μου. Κάθισα και έριξα και πάλι πίσω το κεφάλι μου. Το μονότονο τρίξιμο των υπολειμμάτων του δείπνου μου συνέχισε να ακούγεται, πιο δυνατό τώρα που ήξερα τι ήταν. Κοίταξα έξω από το παράθυρο και το γιασεμί μου χαμογέλασε. Οι σταγόνες του νερού που λίγο πριν είχα ψεκάσει γυάλιζαν στον ήλιο, θολώνοντας τον κόσμο γύρω από το περβάζι μου. Ο βασιλικός, δροσισμένος, είχε γείρει πίσω και απολάμβανε πια την όμορφη ημέρα. Φύσηξα μια σταγόνα από ένα φύλλο του γιασεμιού και αυτή πέταξε στον αέρα και εξερράγη σε χιλιάδες μικρές χρυσές λάμψεις πριν χαθεί στο τίποτα.

Από το πουθενά, μια λεπτή κλωστή ήλιου ένωσε το πάτωμά μου με το μικρό κενό μεταξύ των δύο απέναντι κτιρίων. Μέσα της, χιλιάδες, εκατομμύρια κόκκοι σκόνης χόρευαν έναν τρελό χορό στον ρυθμό μιας μουσικής που κανείς δεν άκουγε. Ατελείωτοι συνεχείς άτακτοι αυτοσχεδιασμοί μικρών μορίων άγνωστης ύπαρξης χωρίς κανένα σχέδιο οριοθετούσαν την ύπαρξη της φωτεινής κλωστής χωρίς σταματημό. Από κάπου μέσα από το τίποτα, η αόρατη μουσική γλίστρησε στην Ομίχλη του Ντεμπυσσύ και, αγκαλιά με αυτή, η χορευτική αταξία συνεχίστηκε για ώρα, μέχρι που, υπακούοντας σε κάποιον αόρατο μαέστρο, όλα τα μόρια της σκόνης αγκαλιάστηκαν και έλιωσαν στο Σεληνόφως.

Ξύπνησα λίγο πιο κάτω από το σπίτι μου. Ένας άγγελος ξανθός μου χάιδεψε τα μαλλιά και με φίλησε στο μέτωπο. Βυθίστηκα και πάλι.

Ξύπνησα για τα καλά δυο μέρες μετά. Στο χέρι μου, ορός. «Πρέπει να προσέχεις», με μάλωσε η ξανθιά νοσοκόμα του Νοσοκομείου της Φλωρεντίας, δύο βήματα από το σπίτι μου. «Όταν ψεκάζεις τα λουλούδια, σιγουρέψου πως έχεις πετάξει το εντομοκτόνο, δεν κάνει να το ανασαίνεις».

 

Advertisements

2 responses

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s