Είναι που λείπεις εσύ, το χαμόγελό σου

Fiat500Βγήκα από το σπίτι με την αμφιβολία να κρέμεται πάνω από το κεφάλι μου, να, εκεί ψηλά, μαζί με όλα αυτά τα σύννεφα. Γιατί σκατά έβγαινα από το σπίτι; Τις Κυριακές πάντα επιλέγω να τυλιχτώ σε μια κουβέρτα και να διαβάσω μέχρι να λιώσουν τα μάτια μου μέσα στις κόγχες τους.

Γιατί όχι και σήμερα;

«Σκάσε» μου σφύριξα, και πήρα να περπατάω. Μιας και το αυτοκίνητο δεν μπορεί να μπει εντός του κέντρου της πόλης (να μπλέξεις εσύ με την ιταλική γραφειοκρατία!), έπρεπε να περπατήσω για να το βρω και να ξεκινήσω την κυριακάτικη εκδρομή.

«ΒρρρρρρρρΜΠΟΥΜ!» έκανε η πόλη γύρω μου. Έκλεισα τα αυτιά μου και κοίταξα τον ουρανό. Τίποτα το περίεργο: όλα γκρι σκούρο – εξού και το μπουμπουνητό.

«Σκάσε, είπα, θα ανοίξει» μου ξανασφύριξα και συνέχισα τον δρόμο μου.

Το λαδί 500αράκι με περίμενε εκεί όπου το είχα αφήσει δέκα μέρες νωρίτερα. Μπήκα μέσα, έβγαλα το μπουφάν και άνοιξα το ντουλαπάκι.

«Radiohead, Jarvis… όχιόχι… At the drive-in… Μα πού είναι;», το χέρι μου είχε μπει στο ντουλαπάκι μέχρι τον αγκώνα, σκαλίζοντας τα βουνά από σιντί που σκονίζονταν στο σκοτάδι. Τελικά, βγήκε κρατώντας θριαμβευτικά ένα καταγρατσουνισμένο βρώμικο δισκάκι.

«Α-ΧΑ!!!»

Όχι A-ha… απλά «α-χά!». A-ha δεν είχε. Μόνο ελληνικά. Όχι σκυλάδικα, ελληνικά του κυρίου Μαριονέτα. Όχι που τραγουδάει ο κ. Μαριονέτας, που μου τα γράφει. Δεν τα γράφει αυτός δηλαδή, αυτός κάνει το σιντί. Τη συλλογή, δηλαδή, όχι το σιντίουφ,κατάλαβες,φτάνει!

Το σιντί γλίστρησε στη σχισμή του στερεοφωνικού, το κλειδί γύρισε, το ταξίδι άρχισε. Μισή ώρα με χώριζε από την Ιμπρουνέτα, τον τελικό προορισμό μου, την πιο πρόσφατη ανεξήγητη μανία μου. Άνοιξα το παράθυρο και άφησα τον υγρό αέρα να γεμίσει την καμπίνα. Πήρα μια βαθιά ανάσα και πάτησα το γκάζι.

Με τα χέρια να χαϊδεύουν το τιμόνι πήρα να τραγουδάω. Δυνατά, με φωνή, γιατί μόνο έτσι οδηγάς σωστά.

«Εμείς η μεσαία τάξη…» ξεκίνησε κι ο Μούτσης, ξεκίνησα κι εγώ. Οι νότες χρωμάτιζαν τη γκρίζα Φλωρεντία και δυο τρεις σταγόνες αγκάλιασαν το τζάμι μου. «…θέλει κι εκείνη λιγάκι να διατάξει, να γίνει άρχουσα δηλαδή», έλεγε ο Δήμος, να σου κι εγώ, και η Φλωρεντία μαζί. Δυο κυρίες, γύρω στα εβδομήντα, ευθυτενείς, κομψές, άρτι αποχωρήσασες από κομμωτήριο, προστατευμένες από δύο μαύρες ομπρέλες, μου χάρισαν από ένα βλέμμα αποδοκιμασίας και επέστρεψαν στη συζήτησή τους. Χαμογέλασα και δυνάμωσα τη μουσική. Από τα – μονίμως – ανοιχτά παράθυρά μου, ταξίδευε κι εκείνη από πίσω μου. «Το να λέει όμως κανένας την αλήθεια είναι μια πολύ κακή συνήθεια που αν την έχεις την πληρώνεις κάπως ακριβά… », είπα μαζί με τον Δήμο, «πες τα ρε Δήμο!» του φώναξα, και μπήκα στη Via del Ponte alle Mosse. Μπροστά μου, μια σειρά από δέντρα, στα οποία κανείς δεν είχε πει πως χειμώνιασε. Καταπράσινα, πυκνά, θρόιζαν κάτω από τα τεράστια γκρίζα σύννεφα, ενώ εκεί, βαθιά στον ορίζοντα, μια ανοιχτόχρωμη γραμμή.

«Σου το είπα πως θα ανοίξει» μου κάγχασα και έβγαλα τον αγκώνα έξω από το παράθυρο. Ο κρύος αέρας ανεβαίνει από το μανίκι μου προς τον ώμο μου, μαγκώνει το στήθος μου και αγκαλιάζει τον λαιμό μου, ενώ μερικές σκόρπιες κρύες σταγόνες παλεύουν να μου υπενθυμίσουν πως είναι Νοέμβριος. Εγώ τις αγνοώ. Σήμερα πάω εκδρομή.

«Απ’ το ραδιόφωνο ακούω δυνατά τζαζ ροκ!» φωνάζω στον Άρνο, καθώς τον διασχίζω πάνω από τη γέφυρα. Σε αυτό το σημείο της πόλης, πια, οι γέφυρες είναι πιο απλές με χαμηλότερα τοιχάκια και κάγκελα. Εδώ είναι που η υγρασία και το κρύο δεν συναντούν πια κανένα εμπόδιο και αποκαλύπτονται σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια. Εδώ, κοντά στο τέλος της πόλης είναι που τη νιώθεις περισσότερο. Όπως τα περισσότερα πράγματα, εξάλλου. Στο τέλος τους, τα νιώθεις περισσότερο.

Εγώ ωστόσο τα αγνοώ. Και μπαίνω στη Francesco Talenti φωνάζοντας μαζί με την Αφροδίτη Μάνου. «Το Τσινγκουετσέντο μουυυ δεμένοοοο με σκοινίιιι» τραγουδάω σε έναν ποδηλάτη, που μου κουνάει το χέρι, ενώ μια κυρία παλεύει να συγκρατήσει το σκύλο της, που με τη σειρά του παλεύει να φτάσει το αυτοκίνητό μου, που με τη σειρά του παλεύει να προφτάσει το φανάρι.

Το αυτοκίνητο νίκησε.

Το φανάρι που με έπιασε ήταν το μεθεπόμενο. Μόλις δύο λωρίδες στον στενό δρόμο που οδηγεί προς την Αουτοστράντα. Δίπλα μου σταματημένο, ένα Astra. Στις δύο μπροστινές θέσεις, δύο παιδιά, γύρω στα 20. Πίσω, μια κοπέλα, λαγοκοιμόταν. Οι τελευταίες νότες και οι γρατσουνιστοί ήχοι που συνόδευαν το mp3 (γραμμένο από βινύλιο, γαρ, για πες, πόσο γέροι!) έφυγαν, και για ένα δευτερόλεπτο, σιγή. Και μετά, Ελπίδα.

«Στη ντισκοτέκ την παλιάααα… φέραν νέα φώταααα» τραγούδησαν τα ηχεία του Φίατ κι εγώ μαζί. Το φανάρι κόκκινο και η βροχή είχε πια σταματήσει, ενώ η μαυρίλα του ουρανού είχε ήδη αρχίσει να σπάει. «Στρώσαν καινούργια χαλιάααα» τραγουδήσαμε μαζί. «Κι άνοιξαν την πόρταααααα».

Το γρρρρρρρ του διπλανού παραθύρου που άνοιξε δεν το άκουσα. Άκουσα, όμως, τη βραχνή φωνή του 20χρονου από δίπλα μου. «Ρόδα τσάντα και κοπάνα και μαρσάρω τη Husqvarna κι οι μπαρμπάδες στις διαβάσεις τρέχουν μην τους πάρω σβάρνα» «ράπαρε» μαζί με τον Μεντζέλο, κι έμεινα να τον κοιτάζω. Ο οδηγός εκστασιασμένος κρατούσε με το κεφάλι του τον ρυθμό, ενώ η κοπέλα από πίσω είχε σηκωθεί και γελούσε.

«Greci…» ψιθύριζε.

«Πάμε να κουνηθούμε κάτω απ’ τη ντισκομπάλα, τώρα που ο ντίτζεϊ μιξάρει Colegiala» φώναζε τώρα το παιδί από δίπλα, ενώ το φανάρι έγινε πράσινο. Κοίταξα τον οδηγό, με κοίταξε κι αυτός. Ξεκινήσαμε μαζί, ενώ με μια φωνή, οι τρεις μας και η Ελπίδα τραγουδούσαμε στη μέση της Τοσκάνης: «Είναι που λείπεις εσύυυυυ (κι εσύ κι εσύ κι εσύ κι εσύ [οδηγός]), το χαμόοοογελόοοο σουυυυυ! Λείπει η ζωή μου η μισήηηηηηηηη, κι ό,τι είναι δικόοο σουυυυ! Κι η μουσική, δεν έχει, όπως και χθες, ρυθμό, η νύχτα πια, δεν τρέχει και το χορό ξεχνώ τα γέλια με, πειράζουν, και στον πολύ καπνό, ψάχνω τριγύρω μου και προσπαθώωωωωω να σε βρωωωωωω».

Πίσω μας, ουρά ιταλικών αυτοκινήτων, οδηγών που έβγαιναν για εκδρομή, για να δουν συγγενείς, ίσως και για να δουλέψουν. Και ξαφνικά, βρέθηκαν να «συνοδεύουν» δύο αυτοκίνητα που με το γκάζι πατημένο και τη μουσική στο τέρμα υποδέχονταν τον ήλιο, που μέρες είχε να φανεί και ξαφνικά έσκαγε μύτη ανάμεσα από τα σύννεφα.

Όλοι μαζί, εμείς τραγουδιστά κι εκείνοι πατώντας ρυθμικά την κόρνα, ξεσπάσαμε στην Κυριακή μας. «Τώρα προστάζει η μόδα το φίλημα στο χέρι του κάθε homo sapiens που έχουν για…» πορτιέρη έλεγε ο Μιθριδάτης, αλλά δεν κρατήθηκαν οι Ιταλοί: τι capo, τι direttore, τι principale… Γιατί, μη νομίζεις, δεν γίνονται μόνο στην Ελλάδα οι πίθηκοι αφεντικά…

Και έδωσε πόνο η Ελπίδα, «είναι που λείπεις εσύυυυυυυ», «ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟΟΟΟ ΣΟΥΥΥΥ», τραγουδήσαμε όλοι εν χορώ, κι εμείς και οι Ιταλοί, και βρήκαμε όλοι το χαμόγελό μας, καθώς η Ελπίδα έκλεινε με μια κορώνα το τραγούδι, και το άλλο αυτοκίνητο συνέχισε, όσο εγώ έστριβα στη Via di Castelnuovo.

Το Χαμόγελό Μου έμεινε, μέχρι που επέστρεψα. Ανέβηκα στο σπίτι, χαιρέτησα τον Μάσιμο που σχεδόν κρεμόταν από το παράθυρό του, τυλίχτηκα με την κουβέρτα και πήρα το βιβλίο μου. Πριν το ανοίξω, σκέφτηκα τη μέρα που τελείωνε. Όμορφη η Ιμπρουνέτα. Η πορεία, όμως, μέχρι εκεί θα μου έμενε αξέχαστη. Τραγούδησα πάλι από μέσα μου το ρεφρέν. Και κατάλαβα πως βρήκα την χαρούμενη μελωδία μου.

Το χρειαζόμουν.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s