Λίγο για πάντα

IMG_7580Χρόνια βλέπονταν σχεδόν κάθε βράδυ. Ο ένας έβαζε τη μπύρα, ο άλλος την έπινε. Ο ένας ξένος σε ξένο τόπο. Ο άλλος μόνος, βαθιά σε μία ρουτίνα ξένη – δεν θυμόταν πια πώς είχε γίνει δική του.
Χρόνια αντάλλασσαν μερικές τυπικές κουβέντες. Ο καιρός, η Φιορεντίνα, καμιά γυναίκα, η Ιρλανδία, πατρίδα για τον ένα, όνειρο για τον άλλο.
Ένα βράδυ μπήκε στο μαγαζί κρατώντας ένα πακέτο. «Someone told me this is your last night working here» είπε ο άλλος σε τραγουδιστά αγγλικά, παρότι ο άλλος μιλούσε πια τα ιταλικά σαν ντόπιος. «It’s true, I’m leaving tomorrow» απάντησε ο ένας. «In that case, this is for you» είπε ο άλλος και του έδωσε το πακέτο.

Ο ένας, μικρός στην ηλικία. Πέντε χρόνια έμεινε στη Φλωρεντία, όσο για να ολοκληρώσει τις σπουδές του και πια επέστρεφε στην οικογένειά του. Παιδί της σύγχρονης κοινωνίας της απομόνωσης και των ορίων, ήταν ξένος στο δέσιμο. Έμφυτα ευγενικός και έτοιμος να εξυπηρετήσει, χωρίς, όμως, να προχωράει παραπέρα.

Ο άλλος πιο μεγάλος. Προϊόν αυτής της «γέφυρας» κόσμων και εποχών, από τη μία της ανοιχτής καρδιάς και από την άλλη του φόβου της δέσμευσης, αυτής της σύγκρουσης μεταξύ παλιάς εποχής και νέας, Ίντερνετ και μολυβιού, Μεσογείου και βόρειας Ευρώπης. Κουρέας από το Έμπολι, επέλεγε να αδειάσει το μυαλό του με μια μπύρα και δύο καλές κουβέντες 25 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του, σε ένα ιρλανδικό μπαρ στη σκιά της περίτεχνης πρόσοψης της Santa Maria Novella.

«Γιατί μου δίνεις δώρο;», ρώτησε ο ένας. Πίσω από το μπαρ, η αμηχανία και η έκπληξή του ήταν σχεδόν απτές. «Δεν είναι δώρο», απάντησε ο άλλος. «Δες», είπε και του έκανε νεύμα να ανοίξει το πακέτο.

Ο ένας το έσκισε και έβγαλε από μέσα ένα CD του συγκροτήματος Solas. Πέρασε τα δάχτυλα μέσα από τα μαλλιά του, έγειρε το κεφάλι στο πλάι και τον κοίταξε με ένα στραβό χαμόγελο. «Παίζουν ιρλανδική μουσική» εξήγησε ο άλλος. «Ήθελα να σου πω πως με την ευγένειά σου, το χαμόγελο και την προθυμία σου να ακούς τα προβλήματά μου ακόμη και όταν προφανώς δεν είχες όρεξη, άφησες σε έναν επαρχιώτη Ιταλό το σημάδι σου. Απέκτησες και θα συνεχίσεις να έχεις, έστω και από μακριά, έναν φίλο».

Με το κεφάλι ακόμη στο πλάι και το χέρι στα μαλλιά, οι γωνίες που καθόριζαν το στραβό χαμόγελο του ένα αμβλύνθηκαν και τα μάτια του άνοιξαν λίγο παραπάνω. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ανέπνεε, στεκόταν απλά εκεί, πίσω από τη μπάρα, που πια δεν τους χώριζε, και τον κοιτούσε.

Ψέλλισε κάτι σαν «Thank you», ίσως ήταν «Grazie», και του έφερε ποτό. «Μην με πληρώσεις, είναι από εμένα». Στις διαμαρτυρίες του άλλου, ότι «δεν σου το έφερα γι’ αυτό», ψιθύρισε «όχι για το CD, δεν μπορώ να το εξηγήσω».

Το βράδυ εκείνο, ακόμη και το πάρτι πήρε ζωή και χόρεψε στους ήχους βρετανικής μουσικής. Τα γέλια ήταν λίγο πιο δυνατά και ο ήλιος τους βρήκε όλους μεθυσμένους να κοιμούνται στα σκαμπό. Ο ένας μετά τον άλλο ξεφλούδισαν τους εαυτούς τους από τους τοίχους και τη μπάρα και οι δρόμοι τους χώρισαν. Και την ίδια στιγμή δεν χώρισαν – άφησαν ένα μέρος τους πίσω, να τραγουδάει και να χορεύει, σαν ενέργεια που «πότισε» το πάτωμα, σαν μυρωδιά που δεν φεύγει.

Ο ένας άφησε ένα κομμάτι του πίσω για πάντα. Το κενό το συμπλήρωσε με κάτι που πήρε – κάτι βαρύ, λίγο για πάντα.