Δάκρυ κορόμηλο

crying-childΌταν ήμουν μικρή, μου άρεσε να παίζω ποδόσφαιρο μέσα στο σπίτι. Πολλές φορές η μαμά μου η δόλια φώναζε, γιατί το σπίτι μας ήταν τίγκα σε μπιμπελό και ποτήρια και βάζα και ήταν σίγουρη ότι κάτι θα σπάζαμε. Πού να την ακούσουμε εμείς, όποτε έκλεινε την πόρτα της κουζίνας για να μαγειρέψει, βγάζαμε τη μπάλα, στηνόμασταν η μία από τη μία πλευρά και η άλλη από την άλλη και κλωτσούσαμε, σαν να εξαρτιόταν από αυτό η ζωή μας.
Έτσι, μια αποφράδα μέρα, η μαμά ήταν στην κουζίνα και μαγείρευε, ο απορροφητήρας αναμμένος στο φουλ, ο διαολεμένος του θόρυβος γέμιζε το σπίτι ακόμη και πίσω από την κλειστή πόρτα, όλα σαν να ήταν στημένα για έναν αυτοσχέδιο αγώνα ποδοσφαίρου.

Παίρνουμε τη μπάλα και στηνόμαστε. Η Ελένη προς την επάνω πόρτα, κοντά στην εξώπορτα – αυτό ήταν το ένα γκολ. Εγώ, από την άλλη, μέσα στο σαλόνι, ανάμεσα στην πολυθρόνα και τον καναπέ – αυτό ήταν το άλλο γκολ. Η μπάλα, της θάλασσας, πλαστική. Το παιχνίδι άρχισε.

Έλα όμως που δεν ήμασταν Πεπίτο Ρόσι, ούτε η μία ούτε η άλλη. Έτσι, δίνω εγώ μια κλωτσιά στη μπάλα για να πάει στην Ελένη, αποφασίζει η μπάλα (από μόνη της σας τ’ορκίζομαι, να φυλάω σταυρό) να πάει αλλού, εκεί που πήγε (από μόνη της, λέμε!) είχε καμιά δεκαριά παγώνια και πεταλούδες και δενξέρωκιεγώτιάλλοδιακοσμητικόΜουράνο, τα χώνει μία, πάρτα κάτω, χίλια κομμάτια.

Κοιταζόμαστε με την Ελένη, έντρομες, άσπρες, το σαγόνι στο πάτωμα, μαζεύουμε τη μπάλα, τσακιζόμαστε από την άλλη πόρτα (που ήταν μακριά από την κουζίνα) στο δωμάτιό μας, κλείνουμε και την πόρτα και κάνουμε ότι διαβάζουμε.

Ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται η Όλυ: με μάτια που πετάνε κεραυνούς και, αλήθεια, καπνό να βγαίνει από τα αυτιά, με κοιτάζει και βρυχάται: Μαρίαααααααααααα!!

Κουρνιάζω εγώ στην καρέκλα, κάνω να κρυφτώ πίσω από το γραφείο, πού να κρυφτώ, 100 κιλά 10χρονο, ΣΕ ΒΛΕΠΩ μου λεει! Φυσικά και με βλέπει, δεν είναι βουνό για να με κρύψει, γραφείο είναι.

– Δεν το κάναμε εμείς, μανούλα, δεν ξέρουμε πώς έγινε.

– Μόνα τους δεν έπεσαν, ε;

– …Δεν ξέρω…

– Για τιμωρία δεν έχει βραδυνό. Και το Σάββατο δεν θα πάτε σινεμά. Και τέρμα τα κόμικς για μία εβδομάδα.

Απώλεια βραδινού. Και σινεμά. Και κόμικς. Ακόμη και να μην ήθελα να κλάψω, τα δάκρυα ήρθαν από μόνα τους. Μεταξύ μας, όμως, ήξερα πως όταν έκλαιγα στεναχωριόταν. Τα ‘μπηξα, λοιπόν, χωρίς ενδοιασμούς. Τα ‘μπηξα σαν λεχούδι που πεινάει και δεν ξέρει τι το φταίει. Σαν 2χρονο που το σταματάς από το παιχνίδι για να κάνει μπάνιο. Τα ‘μπηξα τόσο σπαραξικάρδια, που θα έλιωνα πέτρα.

– Γιατί κλαις;;

– Συγνώμη μανούλα, δεν ήθελα να σπάσω τα παγώνια, να, μια έτσι έκανα και η μπάλα πήγε από μόνη της, μετάνιωσα τώρα, δεν θα το ξανακάνω.

Και το δάκρυ κορόμηλο. Και ο λυγμός να σπάει βουνά. Και το σαλάκι φουσκίτσα που σκάει σε κάθε λυγμό.

– Όοοοοοοοοχι, δεν μετάνιωσες καθόλου. Αν είχες την ευαισθησία να μετανιώσεις τώρα, θα είχες και την ευαισθησία να μην παίξεις μπάλα στο σαλόνι, παρόλο που ήξερες πως ήταν λάθος. Τώρα δεν κλαις γιατί μετάνιωσες. Κλαις γιατι σε έπιασα και θα υποστείς τις συνέπειες. Φύσα λοιπόν τη μύτη σου, σκούπισε τα μάτια σου και δέξου την τιμωρία σου με θάρρος. Και μάθε πως τις συνέπειες των πράξεών σου πρέπει να τις υφίστασαι. Όχι με μαλαγανιές και δάκρυα να προσπαθείς να τις αποφύγεις.

Τώρα, γιατί μου ήρθε αυτή η ιστορία στο κεφάλι, απορίας άξιον. Τι σαν έβλεπα Βουλή;