Μεσημέρι

Siesta

Έξω από το παράθυρο, μια ζεστή δροσιά αγκαλιάζει το χέρι μου, τη φέρνω μέσα, την ακουμπάω στο μάγουλο, πριν τη σωριάσω μαζί μου στο πουφ. Τόσο κοντά στο πάτωμα νιώθει κανείς το πέρασμα των αιώνων να γρατζουνάει το ξύλο – ένα χάδι ξερό και βαρύ, φορτωμένο ιστορία.

Ή έχουμε ζουζούνια.

Ρίχνω το κεφάλι στην πλάτη του πουφ κι εκείνο μένει να αιωρείται βαρύ κρεμασμένο από τους ώμους μου. Ένα σύννεφο ασημένιας υγρασίας χρυσίζει το ταβάνι, γυαλίζει τους τοίχους, κοκκινίζει τα πόδια μου. Από μέσα του ένας ήλιος κάτασπρος σφάζει μουγκά την ησυχία του μεσαιωνικού διαμερίσματος.

Σιωπή.

Στο βάθος της πόλης μια τηλεόραση κλαίει αρρώστιες, πανηγυρίζει το μέτριο, σκοτώνει κινήματα. Φόβοι κοιμούνται, όνειρα δεν γίνονται, πλάτες γυρίζουν με νόημα και η γάτα του Μάσιμο με κοιτάζει στα μάτια και ψιθυρίζει: «Δεν ελπίζεις πια σε τίποτα».

Πνιγμένα χαμόγελα.

Στο βάθος του κόσμου το μεσημέρι απλώνεται, τα βλέφαρα κλείνουν, η ραστώνη κυλάει βαριά σαν σταγόνα στο πλάι του αυχένα σου. Φωνές που είναι ανύπαρκτες, μια κρίση ακυρώνεται, απώλειες που σβήνονται μονοκοντυλιά και το φιλί του Ιούδα από χείλη εύμοιρα.

Απόσταση.

 

Advertisements

O Damon Albarn στη Ρώμη: Heavy seas of music

DamonΗ ζωή είναι περίεργη. Κάποιες φορές μοιάζει με τρίχρονο σε κρίση, που τρέχει από μαχαίρι σε ανοιχτό παράθυρο σε αφύλαχτες πρίζες σε χάπια που ξέχασες στο τραπεζάκι του σαλονιού, καθώς σου πετάει στο κεφάλι μια πλαστική χελώνα και πίνει μονορούφι το Σπριτς σου. Και, πάνω που βρίσκεσαι λίγο πριν πέσεις στα γόνατα και ξεσπάσεις σε λυγμούς, κουρνιάζει στην αγκαλιά σου, σου χαϊδεύει τρυφερά το μάγουλο με τα δύο χέρια και σου λέει «είθαι η πιο όμολφη».

Κάπως έτσι ξέρεις πως όλα θα πάνε καλά, όταν ξεκινάς από την Ελλάδα το πρωί για να δεις μια συναυλία στην Ιταλία το βράδυ, μόνο για να ανακαλύψεις πως μια ξαφνική ασυνήθιστη βραδινή μπόρα μες στην καρδιά του καλοκαιριού προκάλεσε τετράωρη καθυστέρηση της πτήσης σου, έχασες το λεωφορείο που θα σε πήγαινε στη Ρώμη και δύο ώρες πριν από τη συναυλία εσύ παρακαλάς τον Ιταλό οδηγό να ξεκινήσει επιτέλους γιατί αλλιώς θα πάρεις το πούλμαν μόνη και θα φύγεις.

Ίσως γι’ αυτό είχε τόσο γλυκιά γεύση το αεράκι που δρόσιζε το ανοιχτό αμφιθέατρο Cavea, του Auditorium Parco della Musica της Ρώμης, όταν φτάσαμε – κανείς δεν ξέρει πώς – ακριβώς την ώρα που θα έπρεπε ώστε να πάρουμε από ένα panino και ένα ποτήρι κρασί λίγο πριν μπούμε στο venue για να βρούμε τις θέσεις μας.

Σε ένα πανέμορφο αμφιθέατρο 3.000 θέσεων, με υπέροχη ακουστική, ζεστό, σχεδόν οικογενειακό, με τη σκηνή να υψώνεται, χωρίς κάγκελα και εμπόδια, απλά εκεί μπροστά από τις καρέκλες. Εκεί όπου, λίγη ώρα αργότερα, θα στεκόταν ο Damon Albarn.

Η πρώτη φορά που είδα τους Blur ζωντανά ήταν το 1998, στο Glastonbury Festival της Αγγλίας. Η ενέργεια που μετέδιδαν από τη σκηνή, η θεατρικότητα του Damon, η επικοινωνία του με το κοινό, ήταν κάτι το ανεπανάληπτο, και, παρότι το ύφος του από τότε έχει αλλάξει σημαντικά, δεν μπορεί κανείς παρά να ελπίζει πως κάποια στοιχεία παρέμειναν αναλλοίωτα.

Το σίγουρο είναι ότι έχει αλλάξει μουσικά. Έχοντας εδώ και χρόνια ακολουθήσει τελείως διαφορετικούς μουσικούς δρόμους από εκείνους πάνω στους οποίους έγινε γνωστός με τους Blur, ο Albarn, με ένα θαρρείς γνώριμο, άνετο στυλ, συνεχίζει να αποδεικνύει πως, από μουσική, κατέχει. Και, κυρίως, το ξέρει. Σε μια βιομηχανία που συνεχώς περιορίζει τη δημιουργικότητα και βρίσκει τρόπους για να κονσερβοποιεί, ο Albarn μέχρι και σήμερα επαναστατεί. Αρνείται να παραδώσει το πνεύμα και ανακαλύπτει τρόπους να εκφράζει το ταλέντο του. Το τελευταίο του άλμπουμ – το πρώτο που βγάζει ως σόλο καλλιτέχνης – με τίτλο Everyday Robots είναι ένα από τα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς, το οποίο, ακόμη και αν δεν σε συνεπάρει με το πρώτο άκουσμα (κάτι που είναι δύσκολο να συμβεί), δεν θα αργήσεις να σιγοτραγουδάς, ίσως και χωρίς να το καταλάβεις, το γλυκύτατο Mr. Tembo, το καταπληκτικό Heavy Seas of Love, το νοσταλγικά μελαγχολικό Lonely Press Play, το στοιχειωτικό Hollow Ponds.

Το πρώτο που καταλάβαμε, όμως, μόλις, στις 9:15μ.μ. ανέβηκε στη σκηνή ήταν ότι ένα πράγμα δεν άλλαξε ποτέ: ο Albarn ξέρει να κρατάει το κοινό του. Με την πρώτη νότα του Lonely Press Play όσοι βρίσκονταν στην πλατεία πήδηξαν από τις καρέκλες και κόλλησαν επάνω στη σκηνή, ενώ όσοι βρίσκονταν στο επάνω διάζωμα σηκώθηκαν στα πόδια τους. Ήταν πια τόσο σίγουρο, που μπορούσες να το μυρίσεις: δεν θα καθόταν πια κανείς. 

Το setlist ήταν με μαεστρία φτιαγμένο, έτσι ώστε η περίφημη «κοιλιά» που παραδοσιακά κάνουν οι συναυλίες να μην φανεί ποτέ. Ακόμη και στα πιο αργά κομμάτια, εκεί που συνήθως το κοινό λίγο χαλαρώνει (ίσως για να αντέξει την κορύφωση του τέλους) ο Damon ήξερε καλά πώς να κρατάει το ενδιαφέρον αμείωτο. Επικοινωνιακός, χαμογελαστός, αλλά και σεμνός, χόρευε, τραγουδούσε, γέμιζε τη σκηνή με την παρουσία του αλλά και με το μουσικό του ταλέντο. Συνομιλούσε με το κοινό σαν να συζητούσε με έναν παλιό φίλο. Πόσο του άρεσε η Ρώμη, παρόλο που είχε πάρα πολλή ζέστη (αν και δεν είχε, στην πραγματικότητα, πολλή ζέστη, μάλλον ο Albarn φανέρωνε το πόσο… Άγγλος είναι!). Πόσο εντυπωσιάστηκε με το θέαμα των πλανόδιων «διασκεδαστών», που «κρατούν» το συνεργάτη τους με το ένα χέρι πάνω από το κεφάλι τους «σίγουρα με τεράστια δύναμη»! Με πόση νοσταλγία θυμάται τα καλοκαίρια που πέρασε ως παιδί με την οικογένειά του στη Λίμνη Τραζιμένο, εκεί όπου για πρώτη φορά φίλησε κορίτσι, τότε που «για να πας με μια κοπέλα βόλτα στην παραλία έπρεπε να έρθει μαζί και ο αδερφός της».

Μέσα σε όλα αυτά, πρωταγωνιστής η μουσική. Τον Albarn συνόδευε μια εξαιρετική μπάντα, οι Heavy Seas, ένας μπασίστας βγαλμένος απευθείας από μαγικά blues όνειρα, ένας τρομπετίστας, γιος του πρώτου ανθρώπου που γνώρισε ο Damon στην Ισλανδία το 1997, αλλά και ο Manifest, ράπερ από τη Γκάνα, που ερμήνευσε μαζί του ένα κομμάτι των Rocket Juice and the Moon, του σούπεργκρουπ που σχημάτισε μαζί με τον Flea και τον Tony Allen.

Damon2Το highlight της βραδιάς, για όλους, ήρθε όταν κατά τη διάρκεια του encore και καθώς ερμήνευε το Clint Eastwood, προσκάλεσε το κοινό μαζί του στη σκηνή. Η σκηνή γέμισε ασφυκτικά από Ιταλούς που αγκάλιαζαν τον Albarn, προσπαθούσαν να βγάλουν μαζί του φωτογραφίες, ή απλά χόρευαν και τραγουδούσαν. Εκείνος, για αρκετή ώρα, προσπαθούσε να τελειώσει το κομμάτι, η αλήθεια, όμως, είναι πως ήταν αδύνατο. Δέκα λεπτά αργότερα το πάρτι τελείωσε, και ο κόσμος κατέβηκε. «Να σας ευχαριστήσω, αρχικά, που δεχτήκατε να κατεβείτε» είπε με ειλικρίνεια, μιας και πραγματικά οι από κάτω πιστέψαμε πως κάπου εκεί η συναυλία θα τελείωνε.

Για εμάς, πάντως, το highlight ήρθε λίγο νωρίτερα, όταν στο τέλος του End of a Century ένας fan σκαρφάλωσε στη σκηνή και τον αγκάλιασε. Αντίθετα με όλα όσα πίστευα, δεν ήταν ένας εναγκαλισμός αμήχανος. Σαν δύο παλιοί φίλοι, αγκαλιάστηκαν για μερικά δευτερόλεπτα σφιχτά, με τον Damon να χαμογελάει και να σφίγγει τον άγνωστο άντρα στα χέρια του. Όταν η ασφάλεια της σκηνής του ζήτησε να κατέβει, εκείνος το έκανε, και ο Damon κατευθύνθηκε στο μικρόφωνο λέγοντας «σε ευχαριστώ φίλε. Το χρειαζόμουν αυτό».

Η συναυλία έκλεισε με το εξαιρετικό Heavy Seas of Love να παρασύρει τους παρόντες σε φουσκοθαλασσιές ικανοποίησης και γαλήνης. Η βραδιά τελείωσε με τόσο χαμόγελο, που μέχρι και ο οδηγός του λεωφορείου μας άφησε να ανεβούμε χωρίς εισιτήριο.

Μέσα σε περίπου δύο ώρες είδαμε τον Albarn, πρωταγωνιστή και πάλι στη σκηνή (κάτι που δεν συμβαίνει στα υπόλοιπα projects του) να ξετυλίγει όλες τις πλευρές της μουσικής του καριέρας, τον ίδιο να περνάει από φωνητικά σε πιάνο, σε κιθάρα, σε μελόντικα, σε χορό. Aκούστηκαν κομμάτια των Gorillaz, αλλά και των Blur, με τον Albarn μάλιστα να ξεχνάει την αρχή από το End of a Century στο encore, προκαλώντας και στον ίδιο το γέλιο. Είδαμε έναν καλλιτέχνη που δεν φοβάται το κοινό του, είναι κοντά του και το κοιτάζει στα μάτια, με θάρρος, θράσος αλλά και ευγνωμοσύνη.

Είδαμε, κυρίως, έναν άνθρωπο που έχει περάσει από όλες τις φάσεις, και βρίσκεται τη στιγμή αυτή καλλιτεχνικά ίσως στην καλύτερη περίοδο της ζωής του. Χαλαρός, συνειδητοποιημένος, ώριμος, πλήρης.

 

 

(Γράφτηκε για αλλού αλλά δεν μπορούσε να λείψει από εδώ)