Μεσημέρι

Siesta

Έξω από το παράθυρο, μια ζεστή δροσιά αγκαλιάζει το χέρι μου, τη φέρνω μέσα, την ακουμπάω στο μάγουλο, πριν τη σωριάσω μαζί μου στο πουφ. Τόσο κοντά στο πάτωμα νιώθει κανείς το πέρασμα των αιώνων να γρατζουνάει το ξύλο – ένα χάδι ξερό και βαρύ, φορτωμένο ιστορία.

Ή έχουμε ζουζούνια.

Ρίχνω το κεφάλι στην πλάτη του πουφ κι εκείνο μένει να αιωρείται βαρύ κρεμασμένο από τους ώμους μου. Ένα σύννεφο ασημένιας υγρασίας χρυσίζει το ταβάνι, γυαλίζει τους τοίχους, κοκκινίζει τα πόδια μου. Από μέσα του ένας ήλιος κάτασπρος σφάζει μουγκά την ησυχία του μεσαιωνικού διαμερίσματος.

Σιωπή.

Στο βάθος της πόλης μια τηλεόραση κλαίει αρρώστιες, πανηγυρίζει το μέτριο, σκοτώνει κινήματα. Φόβοι κοιμούνται, όνειρα δεν γίνονται, πλάτες γυρίζουν με νόημα και η γάτα του Μάσιμο με κοιτάζει στα μάτια και ψιθυρίζει: «Δεν ελπίζεις πια σε τίποτα».

Πνιγμένα χαμόγελα.

Στο βάθος του κόσμου το μεσημέρι απλώνεται, τα βλέφαρα κλείνουν, η ραστώνη κυλάει βαριά σαν σταγόνα στο πλάι του αυχένα σου. Φωνές που είναι ανύπαρκτες, μια κρίση ακυρώνεται, απώλειες που σβήνονται μονοκοντυλιά και το φιλί του Ιούδα από χείλη εύμοιρα.

Απόσταση.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s