Ησυχία

Time-for-nothing

Ησυχία.

Το σπίτι άδειο, η μουσική τελείωσε, η τηλεόραση πάντα σβησμένη.

Ένα σωληνάκι στο ψυγείο ρουφάει αέρα και φτύνει νερό. Ένα μηχανάκι στον υπολογιστή χτυπάει τον αέρα. Η γάτα γλύφει τις τρίχες της ξανά και ξανά. Φτύνει και γλύφει, φτύνει και γλύφει. Ένα σμήνος από τουρίστες κάτω από το παράθυρο μουρμουρίζουν εκατομμύρια ενωμένα συνεχή φωνήματα, το φουλάρι της ξεναγού χτυπάει ρυθμικά το κοντάρι της ομπρέλας όπου κρέμεται. Οι τουρίστες εκστασιάζονται από το παλάτσο του 18ου αιώνα, το μουρμουρητό σκαρφαλώνει σε νέες συχνότητες. Το ίδιο το παλάτσο τρίζει πάνω στις πέτρες του, καθώς κατσαριδούλες κατατρώνε τα σωθικά του.

Δεν τις βλέπω ποτέ, αλλά πού και πού τις ακούω.

Κάποιος στο βάθος χτυπάει ένα κάγκελο. Ένα αυτοκίνητο κορνάρει τους τουρίστες, τα βήματά τους μαζεύονται στις δύο άκρες του δρόμου. Έξω από την πόρτα μου κάποιος αφήνει σακούλες. Ανοίγει την πόρτα. Παίρνει τις σακούλες. Κλείνει την πόρτα.

Ησυχία.

Τα έπιπλα διαστέλλοναι και συστέλλονται. Τακ. Πατ. Τσακ. Γκαπ.

Γρρρρρρ… Κάποιος τράβηκε έναν καναπέ. Κάποιος έριξε έναν καφέ. Ένα μωρό έτρεξε μακριά από το γονιό, ένας γονιός έτρεξε πίσω από το μωρό, το μωρό έπεσε σε χέρια και γόνατα, ένα γέλιο, ένας αναστεναγμός. Μια φωνή. Ένας χαιρετισμός. Ένα βάζο άνοιξε, καρποί έπεσαν στο πάτωμα, κύλησαν κάτω από έπιπλα, μέσα σε υδρορροές, πίσω από ντουλάπια.

Το τζάμι έτριξε, ο αέρας φύσηξε. Ακούω τα σύννεφα να μαζεύονται.

Ίσως βρέξει.

Advertisements