Δώδεκα

icelandΤα μάτια άνοιξαν βαριά. Χωρίς να θέλουν. Έκλεισαν κι έμειναν εκεί, στο σκοτάδι. Λίγο σκοτάδι για σήμερα.

Τα πόδια σήκωσαν το βάρος και το κράτησαν για λίγο ακίνητο.

Δώδεκα.

Βούτηξα μέσα στο νερό και οι ήχοι βουβάθηκαν, τα χρώματα έλιωσαν, μόνο ένας ήχος γάργαρος με τράβηξε, σαν ομφάλιος λώρος, μακριά, έσκισα το νερό και βγήκα σε μια παραλία ήσυχη, καυτή, και ήσουν εκεί, γελούσες, με κοίταξες, αλλά το νερό στέγνωσε, τώρα μόνο η βρύση τρέχει στο νιπτήρα. Την έκλεισα και κοίταξα στον καθρέφτη.

Δώδεκα.

Η κουζίνα μυρίζει αβοκάντο. Μισό αβοκάντο κάθε πρωί και μια ντουζίνα χάπια.

Ανεπιθύμητοι ήχοι γεμίζουν το σπίτι.

Σκαρφαλώνω στο παράθυρο και κρεμάω τα πόδια έξω. Δύο ζευγάρια πόδια κουνιούνται πάνω από το τίποτα. Λίγο από τον καφέ μου, τον ρίχνω σε εσένα. Οι σταγόνες αιωρούνται για μια στιγμή, διστακτικές, πριν χαθούν.

Απλώνω το χέρι κι αγκαλιάζω τον αέρα. Φιλώ στα χείλη το κενό.

Κάθε μέρα.

Δώδεκα.

Jagged pulp sliced in my veins, I write to remember