Ο χρόνος πέρασε

111834-141148-wild-riverΟ αέρας φύσαγε σαν γύφτος. Έλεγες πως βάλθηκε να ανάψει κάπου μια μεγάλη φωτιά να ζεστάνει…

«Είσαι γελοία» γέλασε και με κλώτσησε. Σκούπισα το πρόσωπό μου από την υγρασία. Το Ποτάμι κάτω από τα πόδια μας παρέσερνε τα πάντα στην τρελή του πορεία. Κλαδιά, πετρούλες, μικρά ζουζούνια που πάσχιζαν να κρατηθούν στην επιφάνεια. Τίποτα δεν γλίτωνε. Μόνο εμείς, καθισμένες σε μια μεγάλη πέτρα, με τα γόνατα στο πηγούνι.

Ο ήλιος ανέβαινε.

«Μπορείς να βουτήξεις τα πόδια σου μέσα και να ξεχάσεις τα πάντα», μου είπε. Το βλέμμα καρφωμένο στο νερό.

Στο μυαλό μου χόρεψαν μουσικές, βιβλία, μπύρες, γέλια. Δάκρυα.

Πόσο εύκολα ξεχνάει κανείς;

«Άσεμας», είπα και της πέταξα ένα ξερό φύλλο. Ο ιπτάμενος χορός του φύλλου κόπηκε απότομα στον αέρα κι αυτό έπεσε, βαρύ σαν πέτρα, δίπλα στο πόδι μου. Κανείς δεν του έδωσε σημασία. Της τράβηξα τα μαλλιά και με τσίμπησε στο χέρι. Ό,τι μας χώριζε, χώριζε μόνο άλλους.

Το Ποτάμι κυλούσε βαρύ. Μάζεψα τα πόδια πιο κοντά στο στήθος.

«Δεν θα ξεχάσω» είπα. Το βλέμμα καρφωμένο στο νερό.

Ο ήλιος ανέβηκε.

Μου έδωσε άλλη μια μπύρα. Και ο χρόνος πέρασε.