Ένα αυτοκίνητο, ένα σκυλάκι κι ένα μπαμ

Verona dogsΉταν αργά το μεσημέρι, αμέσως μετά από το φαγητό, μέσα στη ζέστη την παχιά, όταν αποφάσισα να διαβάσω. Λίγο πριν με πάρει εντελώς ο ύπνος από τα διάφορα ιταλικά ρήματα που είχαν αρχίσει να βγάζουν ποδαράκια, χεράκια και κεφαλάκια και να με κοροϊδεύουν, καθώς έτρεχαν γύρω μου (εντάξει, ίσως και να με είχε πάρει εντελώς ο ύπνος), ένα τεράστιο «μπαμ» με έκανε να πεταχτώ όρθια, ενώ το σπαρακτικό κλάμα ενός σκυλιού πλημμύρισε τη γειτονιά.

Το άσπρο αυτοκίνητο που είχε χτυπήσει το κουτάβι έκανε να φύγει, αλλά άνθρωποι μπήκαν μπροστά του και το σταμάτησαν. Ή σταμάτησε από μόνος του όταν κατάλαβε ότι κάτι είχε χτυπήσει, και ήταν τυχαίο που τόσοι άνθρωποι βρέθηκαν μπροστά του στον δρόμο. Αμαρτία δεν θέλω να πάρω, εξάλλου η ταραχή μου ήταν μεγάλη και το κλάμα δεν σταματούσε.

Κουτρουβάλησα τις σκάλες και βρέθηκα κάτω σε δευτερόλεπτα. Ένα μαύρο σκυλάκι, μερικών μηνών, ήταν ξαπλωμένο στον δρόμο ενώ άνθρωποι με σκυλιά και χωρίς είχαν μαζευτεί από γύρω και μιλούσαν όλοι μαζί. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ για να καταλάβω σωστά τι είχε γίνει. Μέσα στον πανικό και τα σκυλοκλάματα, εμφανίστηκε η φαρμακοποιός της γειτονιάς, τρέχοντας πανικόβλητη, με τα χέρια πάνω από το κεφάλι.

«Το δικό μου είναι; Το δικό μου είναι;»

Τότε το αναγνώρισα: ήταν το μαύρο σκυλάκι του φαρμακείου, που παίζει με όσους περνάνε. Είναι μικρούλι ακόμη και γι’ αυτό δύσκολα το κρατάς στο λουρί, αφού θέλει να παίξει με όλους και να τρέξει παντού. Στις πέτρες του δρόμου, λεκέδες από το αίμα του. Ο ενθουσιασμός του είχε χαθεί, τώρα ήταν ξαπλωμένο στον δρόμο και έκλαιγε ασταμάτητα.

Η φαρμακοποιός το σήκωσε στα χέρια και κατευθύνθηκε προς το φαρμακείο. Πίσω της, όλοι εμείς, κουστωδία, κάποιοι τρέμοντας ακόμη από την τρομάρα και την ταραχή μας, αλλά και ο οδηγός του αυτοκινήτου. Στην αγκαλιά του αφεντικού του, το σκυλάκι σταμάτησε να κλαίει – έβγαζε πια μόνο μικρές κραυγούλες, σαν λυγμούς. Εκεί η φαρμακοποιός το εξέτασε, του κούνησε όλα τα πόδια, το ψαχούλεψε, είδε πως δεν είχε σπάσει τίποτα. Του έβαλε φάρμακο στις πληγές, έκλεισε ραντεβού με τον κτηνίατρο, και ένας ένας το χαϊδέψαμε στο κεφάλι, του είπαμε έναν γλυκό λόγο και φύγαμε. Όλοι. Και ο οδηγός του αυτοκινήτου.

Πίσω στο διαμέρισμά μου χώθηκα μέσα στη γωνία του καναπέ, πήρα τα γατιά αγκαλιά και προσπάθησα να ηρεμήσω. Άνθρωπε, δεν είναι πολύ δύσκολο πράγμα να αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου. Δίνεις δεκάδες χιλιάδες ευρώ και αποκτάς το δικαίωμα να μπεις πίσω από ένα στρόγγυλο μαραφέτι και να κατευθύνεις με αυτό μερικούς τόνους αλουμινίου, ελαστικών και άλλων υλικών προς όπου θέλεις. Αυτό δεν σε κάνει παντοδύναμο. Σε κάνει και υπεύθυνο για τις ζωές εκείνων που θα βρεθούν μπροστά σου. Είτε πρόκειται για κάποιο παιδί που (χτύπα ξύλο) θα πεταχτεί ξαφνικά στον δρόμο σου, είτε πρόκειται για ένα γατάκι που δεν θα ξέρει ότι δεν πρέπει να περάσει εκείνη την ώρα τον δρόμο. Είτε για ένα σκυλάκι που τρέχει στον δρόμο – και μάλιστα από ένα σημείο σχεδόν «τυφλό», αφού οι τράκες στο συγκεκριμένο σταυροδρόμι βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Ό,τι και να γίνει, υπεύθυνος είσαι εσύ που οδηγάς. Και έχεις ευθύνη – τουλάχιστον ηθική, δεν θα μιλήσω καν για τους νόμους, που αλλάζουν κάθε μέρα – να φροντίζεις για όλα τα πλάσματα που πέφτουν θύματα της βιασύνης σου.

Από την άλλη, ευθύνη έχεις και όταν παίρνεις την απόφαση πως θα μοιραστείς το σπίτι και τη ζωή σου με ένα ζώο. Έχεις τεράστια ευθύνη για το ζώο αυτό, και, αν αναρωτιέσαι, όχι, στα ένστικτά του δεν είναι το να προστατεύεται από τα αυτοκίνητα και τους άλλους κινδύνους που κρύβει η πόλη. Πίστεψέ με, κανένας δεν θέλει το κακό του ζώου του, κανένας δεν θέλει να το φυλακίζει, να το περιορίζει, να το κάνει να περνάει άσχημα. Το σκυλί σου δεν θα περνάει άσχημα, αν το έχεις δεμένο στο μαγαζί σου ή στον δρόμο. Το σκυλί σου θα περνάει άσχημα αν το έχεις κλεισμένο όλη μέρα στο μπαλκόνι, με κατεβασμένα τα ρολά για να μην το ακούς να γαβγίζει ή να κλαίει. Ή αν το έχεις στον χώρο-κουτί που σχηματίζει το πίσω δωμάτιο του ισόγειου-από-μπροστά-υπόγειου-από-πίσω σπιτιού σου με τον δρόμο, με τα παράθυρα κλειστά, χωρίς να του δίνεις τη δυνατότητα να δει το φως του ήλιου ή να το πηγαίνεις βόλτα, αφήνοντάς το εκεί πίσω, Κύριος οίδε γιατί και ποια ευχαρίστηση παίρνεις εσύ από αυτό, να κάθεται επάνω στις ακαθαρσίες του και να κλαίει όλη μέρα γιατί δεν βλέπει ουρανό. Όταν, όμως, το σκυλί σου ζει μια φυσιολογική ζωή, θα είναι χαρούμενο. Ένα λουράκι είναι το μόνο που χρειάζεται για να καταφέρεις να το κρατήσεις μακριά από τα αυτοκίνητα, αλλά και από τους ανθρώπους που, είτε θα το φοβηθούν, θα φωνάξουν, θα σου κάνουν καταγγελία και θα βρεις τον μπελά σου (ακόμη και αν δεν κάνει κάτι το σκυλί), είτε θα προσπαθήσουν να του κάνουν κακό, επειδή, ξέρεις: είμαστε άνθρωποι εμείς, ανώτεροι από τα σκυλιά, γιατί να μην τα δηλητηριάσουμε έτσι για να  γελάσουμε λίγο;

Το μίσος δεν κατευθύνεται μόνο προς τους άλλους ανθρώπους, τους διαφορετικούς από εμάς, τους «άλλους». Έχει πολλούς αποδέκτες. Έχει φαντασία ο άνθρωπος, όταν πρόκειται για μίσος. Με την αγάπη έχει ένα θέμα.

Advertisements

Του Λαζάρου η νεκρανάσταση

clotheslineΠλησιάζει Πάσχα (ελληνικόν, το ιταλικόν το εορτάσαμε πριν από εβδομάδες), γι’ αυτό άνοιξα τις ντουλάπες μου, τέντωσα τα χέρια μου στο πλάι, έπεσα επάνω στα ρούχα μου, τα έκλεισα στην αγκαλιά μου, τα τράβηξα από τη ντουλάπα, έστριψα επάνω στις φτέρνες μου, λύγισα τον κορμό μου, άνοιξα τα χέρια μου ξανά πάνω από τη βαλίτσα, μάζεψα μανίκια και ξέμπαρκα μπατζάκια από τα πλαϊνά, κατέβασα το καπάκι, πάτησα τα κουμπιά και έδεσα τα λουριά*. Ήμουν έτοιμη.

Έβγαλα το κεφάλι από το παράθυρο και κοίταξα απέναντι. Ο Μάσιμο στεκόταν εκεί, πληγωμένος, με βουρκωμένα μάτια. «Με εγκαταλείπεις». «Θα γυρίσω γρήγορα». «Ψέματα λες». «Πριν τελειώσεις αυτήν την πασπαλόπιτα, το κέικ και τον μουσακά» και έβαλα το πακετάκι στο σκοινί. Εκείνος το τράβηξε προς την πλευρά του, το πήρε και το μύρισε. Λίγο καλύτερα, κοίταξε προς το μέρος μου και ρώτησε: «τι έχει δηλαδή εκεί που δεν έχει εδώ;».

Έπρεπε να πω «Πάσχα». Θα είχε νόημα. Είπα, όμως, αυτό: «ανάγκη στήριξης».

Μπουκιά στο αεροπλάνο. Ούτε καν Mars Muffin. Θα ανέβω κι εγώ τον δικό μου Γολγοθά, όπως εκείνοι που άφησα πίσω. Τα νέα που έρχονταν από το παρελθόν ήταν απελπιστικά. Καταστροφή και μαρασμός, πόνος, δυστυχία, αβεβαιότητα, χάος.

Προσγειωθήκαμε και άνοιξα το κινητό. Το συνεχές τουρουρού των εσεμές που έρχονταν βροχή μου προκάλεσε πονοκέφαλο. «Καλώς ήρθατε στην Ελλάδα, χεβ ε νάις χόλιντέι», «Τόσα για εσεμές, τόσα για εμεμές, τόσα για κλήσεις, τόσα για ίντερνετ» και, μέσα σε αυτά, αυτό που τόσο φοβόμουν: μήνυμα από Εκείνον. «Εκείνος» που μου μεταφέρει τις ειδήσεις.

Με τρεμάμενο δάχτυλο πάτησα επάνω στο μήνυμα και περίμενα να εμφανιστεί. Ευχαρίστησα τους Θεούς που έχουν περάσει δυόμισι χρόνια από τότε που πήρα τελευταία φορά κινητό, μιας και αυτό μου έδωσε το περιθώριο να πάρω δυο ανάσες πριν διαβάσω το περιεχόμενο που σίγουρα θα με σόκαρε.

Το μήνυμα άνοιξε. Στάθηκα εκεί, στο μέσον του αεροδιαδρόμου του «Μακεδονία» και το κοιτούσα χωρίς να το πιστεύω. Μάταια ο υπάλληλος του αεροδρομίου πάσχιζε να με αναγκάσει να βιαστώ να μπω στο λεωφορειάκι. Είχα μείνει κάγκελο. Η θλίψη μου έβρασε σε οργή, η οργή εξατμίστηκε σε κούραση, η κούραση έγινε πάνω από το κεφάλι μου ένα σύννεφο αδιαφορίας και μου έβρεξε μια βροχή απάθειας.

Το εσεμές έλεγε: «Τελευταία νέα, όλα καλά. Από τον θάνατο στην ανάσταση. Τα ζόμπι είναι κουτοχορτοφάγα. Καλό Πάσχα».

*ποιος είπε ότι είναι δύσκολο να πακετάρεις; Τι ψέμα!

Ό,τι το «είμαι άσχετος» δεν δικαιολογεί…

Image

Από την Gazzetta dello Sport. Μπράαααααβοοοοοοο, εύγε!

Απαλλοτρίωσα από εδώ

Σήμερα όλοι οι Έλληνες – αλλά και μερικοί Ιταλοί – έχουν μια λέξη μόνο στο στόμα τους: Κατίδης. Αναγκάστηκα, έτσι, να μπω να δω τι έκανε. Τώρα που ξέρω, μπορώ με σιγουριά να πω το εξής: θα μπορούσε και να έλειπε. Θα ζούσα εξίσου καλά αν δεν έβλεπα τις αηδίες, όχι ενός παιδιού, αλλά ενός άντρα, 20 χρονών. Αλλά, κυρίως, θα ζούσα εξίσου καλά, ίσως και καλύτερα, αν δεν διάβαζα τις απέλπιδες προσπάθειες μερίδας (μικρής, ευτυχώς, αλλά σημαντικής) των διαδικτυακών μέσων ενημέρωσης και κάποιων συναδέλφων του να τον δικαιολογήσουν.

«Δεν ήξερε», λένε κάποιοι, «τι σήμαινε η χειρονομία». «Είναι παρορμητικός και ανώριμος», λένε άλλοι, και σπεύδουν να προσθέσουν πως «καμιά γυναίκα θα ήθελε να εντυπωσιάσει». «Τα μυαλά πάνω από το κεφάλι έχει», λένε τρίτοι, ενώ άλλοι υπογραμμίζουν πως «αποκλείεται να ξέρει τι θα πει φασισμός».

Είναι, λοιπόν, ο Γιώργος Κατίδης ή ηλίθιος, ή άσχετος, ή και τα δύο. Δεν το λέω εγώ. Το υποστηρίζουν αυτοί που τον γνωρίζουν, στην προσπάθειά τους να τον δικαιολογήσουν. Είναι τόσο ηλίθιος, που δεν έχει πάρει μυρωδιά τι έπαιξε στην παγκόσμια ιστορία τα τελευταία 70 χρόνια. Είναι τόσο ηλίθιος που κάθε χρόνο την 28η Οκτωβρίου δεν καταλάβαινε τι γιόρταζε. Ή είναι τόσο άσχετος, που δεν έχει ακούσει ποτέ ούτε καν φήμες για το πώς πέθαναν περίπου έξι εκατομμύρια άνθρωποι. Εντάξει, βέβαια, ήταν πολλάαααα πολλά χρόνια πριν γεννηθεί, οπότε κάπως δικαιολογείται η άγνοιά του, ε; Εντάξει, ας μην το καταδικάσουμε το παιδί, μπορεί και να μην έχει ακούσει ποτέ για τον φασισμό, το Ολοκαύτωμα, τους Ναζί, τους Εβραίους, τον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία.

Έστω και αν δεν είναι ηλίθιος ή άσχετος, πάντως, είναι – προφανώς – πολύ άτυχος. Γιατί, πώς τα φέρνει έτσι η κακιά η ώρα, ο Γιώργος Κατίδης χαιρέτισε ναζιστικά ακριβώς στο συμπλήρωμα των 70 χρόνων από την αναχώρηση του πρώτου τρένου του θανάτου από τη γενέτειρα του ποδοσφαιριστή, τη Θεσσαλονίκη, προς το Άουσβιτς, μεταφέροντας σχεδόν 3.000 Εβραίους στο κολαστήριο όπου η συντριπτική πλειοψηφία εξ αυτών θα έβρισκε φρικιαστικό θάνατο. Μα πόση γκαντεμιά…

Έκλαιγε, λέει, ο Γιώργος Κατίδης στα αποδυτήρια, όταν κατάλαβε τι έγινε. Σαν το παιδί που το πιάνουν να κλέβει μπισκότα – και κλαίει γιατί θα μπει τιμωρία. Ακόμη και η ανακοίνωση, με την οποία «θέτει εαυτόν εκτός ΑΕΚ» περισσότερο μου θυμίζει προσπάθεια τουλάχιστον να αθωωθεί η ομάδα του από τις ευθύνες της. If you can’t do the time, don’t do the crime, λένε οι φίλοι Αγγλοσάξονες, είναι αργά για δάκρυα, Στέλλα, λένε στο χωριό μου, και έχουν δίκιο και οι δύο. Γιατί δεν είσαι «μόλις 20 χρονών». Είσαι ένας άντρας 20 χρονών, με διαμορφωμένη προσωπικότητα, ευθύνες και μάλιστα σε θέση ισχύος και επιρροής. Παίρνεις αποφάσεις και με αυτές συνδιαμορφώνεις το μέλλον της χώρας και των συμπολιτών σου. Δεν έχεις ευθύνη μόνο απέναντι στους συμπαίκτες σου, αλλά και απέναντι στους συμπολίτες σου. Οφείλεις να γνωρίζεις τα βασικά και να μην «παρασύρεσαι».

Πολλά έχουν γραφτεί για την ιστορία αυτή – πιθανότατα πολλά περισσότερα από ό,τι θα έπρεπε. Σέβομαι απόλυτα τους οργανωμένους οπαδούς της ΑΕΚ για την άμεση, έντονη και απόλυτη αντίδρασή τους, που δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης της αγανάκτησής τους. Και εύχομαι στον ετεροθαλή αδερφό του Γιώργου Κατίδη, που προέρχεται από το Πουέρτο Ρίκο, να μην συναντήσει στον δρόμο του πολλούς από εκείνους που ξέρουν τι σημαίνει ο χαιρετισμός του Γιώργου Κατίδη, τους ίδιους που παρόμοιους χαιρετισμούς τους διαφημίζουν, τους χρησιμοποιούν αφειδώς και «παρασέρνουν» και άλλους, εκείνους που «δεν ξέρουν», για να προωθούν τους σκοπούς τους.

Εύγε.

Πενήντα χρόνια μετά

Plath1

 Ερωτικό τραγούδι του τρελού κοριτσιού

Κλείνω τα μάτια μου και όλος ο κόσμος πέφτει νεκρός
Σηκώνω τα βλέφαρά μου και όλα γεννιούνται και πάλι.
(Νομίζω ότι σε έπλασα μες στο μυαλό μου)

Τα άστρα φεύγουν στροβιλιζόμενα σε ένα βαλς σε μπλε και κόκκινο,
Kαι αυθαίρετη μαυρίλα έρχεται καλπάζοντας:
κλείνω τα μάτια μου και όλος ο κόσμος πέφτει νεκρός.

Ονειρεύτηκα ότι με μάγια με παρέσυρες στο κρεβάτι
Kαι μου τραγούδησες μέχρι που σεληνιάστηκα, με φίλησες μέχρι που σχεδόν τρελάθηκα
(Νομίζω ότι σε έπλασα μες στο μυαλό μου)

Ο Θεός κατακρημνίζεται από τον ουρανό, οι φωτιές της κόλασης ξεθωριάζουν:
Έξοδος των σεραφείμ και των ανδρών του Σατανά:
Κλείνω τα μάτια μου και όλος ο κόσμος πέφτει νεκρός.

Ήθελα να επιστρέψεις όπως είχες πει,
Αλλά μεγαλώνω και ξεχνάω το όνομά σου.
(Νομίζω ότι σε έπλασα μες στο μυαλό μου)

Έπρεπε να έχω αγαπήσει ένα κεραυνοπούλι*.
Τουλάχιστον όταν έρχεται η άνοιξη αυτά βρυχώνται πάλι.
Κλείνω τα μάτια μου και όλος ο κόσμος πέφτει νεκρός.
(Νομίζω ότι σε έπλασα μες το μυαλό μου)

 

…Πενήντα χρόνια μετά, η απουσία της μυρίζει ακόμη γκάζι και δυστυχία…

 

** Η μετάφραση είναι από εδώ **

 

Σταματήστε τα πάντα: ο Μάσιμο θέλει γλυκό

IMG_6044Ο Μάσιμο άνοιξε το παράθυρο και έβγαλε το χέρι του έξω. Ο πηχτός αέρας της μεσαιωνικής ιταλικής πόλης του πάγωσε τα δάχτυλα, αλλά αυτό δεν τον πτόησε. Τράβηξε ξανά το χέρι μέσα και το κοίταξε. Μικροί κρύσταλλοι είχαν σχηματιστεί στα νύχια του, αποτέλεσμα της σχεδόν απτής υγρασίας λόγω του κρύου. Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στα καλοφτιαγμένα χείλη του, ενώ τα μάτια του έλαμψαν. «Κρύο + υγρασία = crostata di mele» σκέφτηκε με το ιταλικό μυαλό του και ένα σατανικό γέλιο βγήκε από τα σωθικά του, πλημμύρισε τον δρόμο και έτριξε τα τζάμια του διαμερίσματός μου.

Το τρίξιμο με ξύπνησε από τον ύπνο εκείνο που συνοδεύει πάντα τα ιταλικά σόου. Αναγνώρισα αμέσως τον ήχο ως το γέλιο του γείτονα. Γνωρίζοντας τη μοίρα μου, ξετυλίχτηκα από την χοντρή καρό κουβέρτα μου, έβαλα το σκούφο μου και άνοιξα το παράθυρο (για να μην σγουρύνει πάλι η φράντζα – τι βάσανο!). «ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΑΘΛΙΕ;;;» ούρλιαξα στο σκούρο κτίριο στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Ένα χαμογελαστό κεφάλι έκανε την εμφάνισή του απέναντι, ακριβώς στο σημείο όπου έκαιγα μια τρύπα με το βλέμμα μου. Στο χέρι του κρατούσε ένα μήλο και στο άλλο ένα χαρτί: η υπόσχεση που του έδωσα, να του μαγειρέψω, επειδή με βοήθησε να κουβαλήσω έναν καναπέ. Νούμερα, Μαριονέτα, πάντα βάζε νούμερα. «Υπόσχομαι να σου μαγειρέψω μία φορά!». Τώρα είναι αργά…

Έσυρα τα πόδια μου στην κουζίνα και άναψα το φως. Καθάρισα δύο μήλα και τα έκοψα σε κυβάκια, τα έλουσα με ζάχαρη, κανέλα, μοσχοκάρυδο, σταφίδες και λίγο χυμό πορτοκάλι και τα άφησα στο πλάι για πέντε λεπτάκια. Ο Μάσιμο με παρακολουθούσε από το παράθυρό του και κρατούσε σημειώσεις. «Θα τα στείλω όλα στη Strega», τον ενημέρωσα και έκλεισα τα παντζούρια.

Βλαμμένε.

Άναψα τον φούρνο στους 200 να ζεσταίνεται και έχωσα μέσα οκτώ σκεύη, αυτά για το σουφλέ σοκολάτας τα μικρά. Έτσι, σκέτα.

Έβαλα λίγο βουτυράκι σε ένα ταψάκι, έριξα μέσα το μείγμα των μήλων και το άφησα σε μέτρια φωτιά να τσιτσιρίζει. Στο μεταξύ, πήρα ένα ασπράδι αυγού και άρχισα να του αλλάζω τα φώτα. «Αυτό για το παστίτσιο, αυτό για τη μηλόπιτα, αυτό γιατί δεν σου άρεσε η κοτόπιτά μου, βρωμογείτονα», μέχρι που άφρισε. Έριξα μέσα λίγη ζάχαρη (λίγη, με το μάτι), και ξαναχτύπησα. Κατόπιν, ένα αβγό, ένα φλιτζάνι αλεύρι και ένα φλιτζάνι πλήρες γάλα, τα χτύπησα καλά και έβαλα ένα κουτάλι μέσα στα μήλα, πήρα δύο κουταλιές από το ζουμί και το έβαλα κι αυτό μέσα στη ζύμη μου. Τα ανακάτεψα, έβαλα μετά μέσα στη ζύμη τα μήλα, έβγαλα τα σκεύη, έβαλα από λίγο βούτυρο σε κάθε ένα και μια κουταλιά (με κουτάλα) από το μείγμα και τα έχωσα στον φούρνο.

Στα 25 λεπτά που ψήνονταν ο Μάσιμο είχε ήδη έρθει με μια γεμάτη καφετιέρα και δικά του φλιτζάνια. «Για να μην πλένεις περισσότερο από ό,τι χρειάζεται», μου χαμογέλασε, και κατάλαβα πως, τις κρύες μέρες, μόνο με παρέα ζεσταίνεσαι. «Χιόνισα» λίγη άχνη πάνω από τα μηλοπιτάκια (ή αλλιώς Apple Yorkshire Puddings), του έδωσα κι εκείνου μια κουβέρτα να τυλιχτεί και καθίσαμε στο σαλόνι.

IMG_6045

Τέσσερα μηλοπιτάκια ο καθένας αργότερα, δεν λύσαμε τον γρίφο που αποτελούν πλέον ο ιταλικός κυβερνητικός χαμός, η ελληνική κοινωνική κατάντια, ο ευρωπαϊκός οικονομικός εφιάλτης. Στο τέλος της βραδιάς, όμως, αγκαλιαστήκαμε και δώσαμε τα χέρια σαν φίλοι. Αυτές οι κακές συμφωνίες που κάνω τελικά ίσως είναι ό,τι καλύτερο μου συμβαίνει.

IMG_6046

La ricetta

Cara Strega, ecco la ricetta per i miei Yorkshire Puddings di mele e uvette.

Ingredienti:

2 mele tagliate a cubetti

½ tazza uvette

½ tazza+ 1 cucchiaio zucchero

canella

un pizzico noce moscata

un po di succo d’ arancia (abbastanza per bagnare le mele e l’uvette)

1 tazza farina

1 tazza latte

1 uovo

1 albume

0 Fatte riscaldare il forno a 200 gradi e mettete dentro 8 pirottini.

1 Mettete le mele, l’uvette, ½ tazze di zucchero, la canella, la noce moscata e il succo in una terrina e lasciate per – forse – 5 minuti.

2 Mettete un po di burro in una padella e cuocete la mistura delle mele per 5-10 minuti.

3 Nel frattempo, sbattete l’ albume un po’ e poi aggiungete lo zucchero, sbattendo la mistura per un po’. Poi, aggiungete l’uovo, la farina e il latte e mescolate, fino ad ottenere una pastella omogenea. Mettete dentro la mistura di mele/uvette.

4 Mettete un po’ di burro e un mestolo della mistura in ogni pirottino. Cuocete per 20-25 minuti dipende dal forno, fino ad ottenere un colore d’ oro.

5 Spolverate di zucchero a velo.

Buone feste a tutti!

Questa ricetta partecipa al concorso :

contest

 

[A, ναι, μπορείτε να ψηφίσετε εδώ. Δεν θέλω να σας επηρεάσω, αλλά ψηφίστε εμένα, ψηφίστε εμένα! 😉 ]

Ωδή σε έναν μικρό σβώλο τρόμου που βρήκα στη ντουζιέρα μου ένα πρωί του μεσοφθινόπωρου

Πυκνό σκοτάδι με τύλιξε, καθώς έκλεισα τα μάτια μου

Καταρράκτες αμείλικτοι πλημμύρισαν το ζαρωμένο μου πρόσωπο

Μια ζέστη παιχνιδιάρα πρόδωσε τη δροσιά του φθινοπωρινού πρωινού καθώς

Μια γνώριμη μυρωδιά και μια υγρή παρηγοριά με έντυσαν

Και τη σκέψη μου ξεθόλωσαν φέρνοντάς με στη ζωή

Καθώς άνοιγα τα μάτια μου

Η ομίχλη είχε αφήσει το ίχνος της παντού ολόγυρά μου

Πάλεψα με το βλέμμα μου, αναζητώντας τη σιγουριά της εστίασης

Όσο το περίγραμμα των γνώριμων μορφών σιγά σιγά επέστρεφε

Εκεί, μπροστά στα μάτια μου, μια μικρή μαύρη κουκκίδα

Με την αέναη αιώρησή της άσπονδα προκαλούσε

Μια έντονη ανησυχία

Ένα μυγάκι, μαύρο, μικροσκοπικό, με δυο μικρά φτερούλια

Πετούσε με αναίδεια και έμπρακτη απαξίωση εκεί, πάνω από τη μύτη μου

Στην αρχή αδιαφόρησα, όμως μετά η ψυχή μου σφίχτηκε, τρομοκρατήθηκα

Πετάχτηκα από το ντουζ και σαν αίλουρος τυλίχτηκα γύρω από το νιπτήρα

Στραμπούληξα το μάτι μου

Χτύπησα το αυτί μου

Μελάνιασα το σαγόνι μου

Άγχωσα τη γάτα μου

Είδα, όμως, και σιγουρεύτηκα

Πως το μυγάκι αυτό

Ήταν ένα ξένο

Γιατί για καλή μου τύχη

Τα δικά μου τα μυγάκια, που ζουν μέσα στο κεφάλι μου, στη θέση του μυαλού μου, βρίσκονται ακόμη όλα εκεί, και τίποτα, ούτε μια σκέψη, δεν έχει ταράξει την ήρεμη ύπαρξή τους

Παγκόσμια Ημέρα Πρόληψης των Αυτοκτονιών

Τα πιο δυνατά συναισθήματα κρύβονται πίσω από τους πιο αδύναμους ψιθύρους. Οι πιο βασανιστικές αποτυχίες κρύβονται πίσω από ένα χαμόγελο. Και η μεγαλύτερη δύναμη είναι εκείνη που χρειάζεται για να κρατήσεις αυτό το χαμόγελο, όταν μια πέτρα είναι δεμένη στο λαιμό σου και σε τραβάει με ολοένα και μεγαλύτερο βάρος προς το βυθό της θάλασσας.

Η κατάθλιψη δεν είναι πια ένα ταμπού. Είναι μια πραγματικότητα, που ταλανίζει ολοένα και περισσότερο κόσμο. Όχι γιατί οι εποχές που ζούμε είναι πιο άγριες από το παρελθόν. Αλλά επειδή πλέον δεν ντρεπόμαστε να το βγάλουμε στην επιφάνεια.

Ίσως και επειδή σήμερα ζούμε όλο και πιο απομονωμένοι.

Όπως και να ‘χει, πλέον η κατάθλιψη είναι αναγνωρισμένο πως είναι μια ασθένεια, που, ακόμη και όταν δεν θεραπεύεται, πάντως αντιμετωπίζεται. Έχουμε αρχίσει να ξεφεύγουμε – ευτυχώς – από εκείνο το αφοριστικό «αλαφροΐσκιωτο είναι το καημένο, ματιαγμένο το ‘χουνε, μα τι κακομαθημένο, ωχαδερφέμουδενβλέπειςότιχρειάζεταιάντραηκοπέλα;». Το δυστυχές, όμως, είναι ότι έχουμε ακόμη πολλά βήματα να κάνουμε, μέχρις ότου να αρχίσουμε να προλαβαίνουμε τους ανθρώπους εκείνους που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη βοήθειας. Αποτέλεσμα αυτού είναι περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι να χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους από το δικό τους χέρι. Αυτό, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, αντιστοιχεί σε έναν θάνατο κάθε περίπου 40 δευτερόλεπτα. Σκέψου το λίγο. Αυτοί είναι μόνο όσοι το καταφέρνουν. Όχι εκείνοι που βασανίζονται μια ζωή χωρίς να το επιχειρήσουν ποτέ, ή εκείνοι που αποτυγχάνουν. Ένας άνθρωπος πεθαίνει κάθε σαράντα δευτερόλεπτα. Όσο για τις απόπειρες, αυτές, λεει, είναι περισσότερο από 20 φορές συχνότερες από τους θανάτους από αυτοκτονία.

Δεν είναι λίγο.

Μάλιστα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του ΠΟΥ, τα τελευταία 45 χρόνια υπάρχει αύξηση της αριθμού των αυτοκτονιών κατά 60% σε παγκόσμιο επίπεδο. Η αυτοκτονία σε μερικές χώρες και στις ηλικίες 15-44 ετών αποτελεί μια από τις τρεις πρώτες αιτίες θανάτου και την δεύτερη αιτία στην ομάδα ηλικιών απο10-24 ετών. Αυτά τα στοιχεία επίσης δεν περιλαμβάνουν και τις απόπειρες.

Στην Ελλάδα, σύμφωνα πάντα με τον διεθνή οργανισμό, από το 2009 και μετά ο δείκτης των αυτοκτονιών έφτασε τις 6 ανά 100.000 ανθρώπους τον χρόνο. Τη δεκαετία 2001- 2010 σημειώθηκαν στην Ελλάδα 3.656 θάνατοι από αυτοκτονίες, δηλαδή κατά μέσο όρο 365,5 ετησίως. Λίγο πάνω από ένας την ημέρα, δηλαδή.

Σήμερα είναι η Παγκόσμια Ημέρα Πρόληψης των Αυτοκτονιών. Παρότι οι παγκόσμιες ημέρες σε γενικές γραμμές ίσως σου φαίνονται μια μπούρδα (ίσως και να είναι), καλό είναι, με αυτή την ευκαιρία να κάτσεις να κάνεις ένα νοητό πέρασμα τους φίλους σου και να σκεφτείς: είναι όλοι τους καλά; Σου φαίνονται εντάξει; Μήπως κάποιος έχει αλλάξει τελευταία τη συμπεριφορά του; Μήπως του συμβαίνουν πράγματα που θα τον πίεζαν/γονάτιζαν/ταλαιπωρούσαν; Μήπως να τους πάρεις όλους ένα τηλέφωνο, να βγείτε για έναν καφέ και να δεις μήπως εντοπίσεις έστω και έναν που ίσως χρειάζεται βοήθεια; Τη δική σου ή και κάποιου ειδικού. Κάποιες φορές η μεγαλύτερη βοήθεια που μπορείς να δώσεις σε κάποιον είναι να του απλώσεις το χέρι και να του πεις «ρε φίλε, είμαι εδώ για σένα. Για ό,τι χρειαστείς». Και να το εννοείς. Δεν ξέρεις ποτέ, ίσως να σώσεις μια ζωή, και μάλιστα αυτή να είναι του φίλου σου.

Επιπλέον, χάρισε λίγο από τον πολύτιμο χρόνο σου και πήγαινε στο www.twloha.com. Είναι η ιστοσελίδα της οργάνωσης που επέλεξε να υποστηρίζει η φίλη μας, Catina, όταν της συνέβη αυτό που δεν πρέπει ποτέ κανείς να ζήσει στη ζωή του. Ποτέ. Κανένας. Ποτέ.

Όσο για εσένα που ίσως βρίσκεσαι σε αυτή την κατάσταση, να ξέρεις ότι δεν είσαι μόνος. Μπορεί το γαϊδούρι ο φίλος σου να μην σε πήρε ένα τηλέφωνο (μπορεί και να έχει και τα δικά του ζόρια), αλλά εκεί έξω είναι πολλοί άνθρωποι που νοιάζονται πραγματικά. Μπορεί να μην σε ξέρουν, αλλά θέλουν να σε ακούσουν και έχουν πραγματικά μια λύση για το πρόβλημά σου, ακόμη και αν εσένα σου φαίνεται βουνό. Δες εδώ, ή σήκωσε το τηλέφωνό σου και πάρε στο 801 801 99 99. Ή μίλα σε κάποιον που μπορείς να εμπιστευτείς. Θα ξαφνιαστείς όταν δεις πόσοι άνθρωποι πραγματικά νοιάζονται για εσένα, ακόμη και αν δεν σου το δείχνουν. Δώσε στον εαυτό σου άλλη μια ώρα, άλλη μια μέρα.

Μαθήματα ζωής

Είναι εντυπωσιακό, το ότι θα πεθάνουμε όλοι.

Όλοι, όμως.

Όλοι όσοι ξέρεις, αγαπάς, δεν αγαπάς, συμπαθείς, μισείς παθιασμένα, παρακολουθείς αδιάφορα, όλοι, όλοι θα πεθάνουμε κάποια στιγμή.

Είναι φοβερό.

Εντυπωσιακό, φοβερό, και απολύτως ασύλληπτο.

Δεν με νοιάζει πόσο πιστεύεις ότι το έχεις συνειδητοποιήσει – αποφασίσει – φιλοσοφήσει… Πραγματικά δεν το χάφτω το ότι δεν σε εντυπωσιάζει και συνάμα δεν σε κάνει να χέζεσαι από το φόβο σου. Δεν σου προκαλεί αρρυθμία, πονοκέφαλο, δεν σου φέρνει δάκρυα στα μάτια, το να σκέφτεσαι ότι, όχι απαραίτητα για τον εαυτό σου, αλλά για τους ανθρώπους που αγαπάς περισσότερο από τίποτε άλλο στον κόσμο, κάποια μέρα δεν θα υπάρχει πια τίποτα.

Θα εξαφανιστούν.

Θα πάψουν να υπάρχουν.

Εμένα μου κόβει την ανάσα.

Ο θάνατος είναι μια πολύ περίεργη υπόθεση. Έχει μια τάση να σε ξεγυμνώνει. Κάποιες φορές, οι κηδείες είναι οι πιο αμείλικτοι ρουφιάνοι. Δεν αφήνουν τίποτα να πέσει κάτω. Βεβαίως το σύνηθες είναι το κλάμα, ο πόνος, βουβός ή μη, καμιά φορά ακόμη και η γλυκιά μελαγχολία. Είναι κι εκείνες οι φορές που είσαι σίγουρος ότι οι τεθλιμμένοι έχουν έρθει απλά για να σιγουρευτούν πως ο μακαρίτης συχωρέθηκε.

Που λεει ο λόγος.

Και είναι και εκείνες οι φορές, που ο ρουφιάνος που λέγεται κηδεία ξεγυμνώνει εμάς. Που, προς το παρόν, παραμένουμε τεθλιμμένοι. Αλλά ούτε ως τέτοιοι δεν πείθουμε.

Κρίμα. Τσάμπα η μάσκαρα στο μάγουλο.

Κάποτε πίστευα πως η κηδεία του καθενός είναι το βασικότερο κριτήριο για να καταλάβεις τι σόι άνθρωπος ήταν όσο ζούσε. Αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Στο κάτω κάτω της γραφής, μπορεί να έρθουν στην κηδεία σου και να κλαίνε και να χτυπιούνται όλοι εκείνοι οι γνωστοί σου, με τους οποίους μάλωνες όλα τα χρόνια, δεν τους χώνευες καθόλου, αλλά τώρα βρήκαν μια ευκαιρία να βρεθούν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Έχω εγώ μια φίδη, την, ας την πούμε, Αφροξυλάνθη. Αν ζει στην κηδεία μου, είμαι σίγουρη ότι θα έρθει πληγωμένη βαθύτατα. Θα χαϊδέψει τα άσπρα μου μαλλιά, θα χύσει δάκρυα πικρά, θα πει σε όλους «θέλω να πεθάνω μαζί της! Την ξέρω από τότε που γεννήθηκα, μαζί μεγαλώσαμε!» και θα σκύψει το κεφάλι πονεμένη, δεχόμενη τα συλλυπητήρια των άλλων τεθλιμμένων. Κι ας είχε προσπαθήσει να με ενοχοποιήσει όταν ήμαστε πολύ μικρές, για το πασάλειμμα του κατάμαυρου καινούργιου αυτοκινήτου του κυρίου Πέτρου με Nivea, και ας με είχε κατασυκοφαντήσει, μερικά χρόνια αργότερα, σε όλους μας τους φίλους ότι τη χτύπησα με τη ρακέτα και της μαύρισα το μάτι, απομονώνοντάς με για εβδομάδες από όλους που νόμιζαν πως είμαι επίδοξη δολοφόνος, και ας είπε ψέματα στη μαμά μου την ίδια χρονιά ότι πήγα βόλτα μαζί τους στις γραμμές του τρένου, με αποτέλεσμα να μπω εγώ τιμωρία. Για να μου φέρνει μετά ληγμένα κρουασανάκια και να με κοροϊδεύει. Και ας ερχόταν έξω από το τροχόσπιτό μου, όταν στην έκτη δημοτικού έπαθα ανεμοβλογιά το Πάσχα και έμεινα στο κρεβάτι, για να φωνάζει ότι «εμείς θα πάμε βόλτα τώρα, και μετά θα παίξουμε κρυφτό, και μετά θα κάτσουμε στην παραλία για να λέμε ιστορίες, τι τέλεια που θα περάσουμε», κάνοντας μια μικρή σπυριάρα να κλαίει γοερά.

Η κηδεία, όμως, είναι ρουφιανιάκι. Θα βγει χορεύοντας μέσα από τον κόσμο και εκεί που θα χύνει μαύρο δάκρυ, θα της φορέσει ξαφνικά ένα μεγάλο, φουξ, κωνικό καπέλο που θα γράφει «bullshit» και θα γελάσει με την καρδιά της.

Γιατί το τι άνθρωπος είσαι δεν φαίνεται μέσα από το πώς φέρονται οι άλλοι σε εσένα. Από το πώς κλαίνε οι άλλοι στην κηδεία σου. Το τι άνθρωπος είσαι φαίνεται από το πώς φέρεσαι εσύ στους άλλους. Όσο ζούνε.

Ω, CERN, μην με πειράζεις!

Στην «καρδιά» του LHC

Αν με γνωρίζεις, ξέρεις ότι εγώ και το Cern ζούμε έναν έρωτα όλο τρέλα. Και αυτός ο έρωτας φαίνεται πως πλησιάζει στην ολοκλήρωσή του. Διαβάζω πως στις 4 Ιουλίου οι επιστήμονες του ερευνητικού κέντρου θα ανακοινώσουν τα πιο πρόσφατα αποτελέσματα των δύο βασικών πειραμάτων του Μεγάλου Επιταχυντή Αδρονίων (LHC), του Atlas και του CMS, στο πλαίσιο σεμιναρίου.
Για πες, λοιπόν; Βρήκαμε τον Θεό; Πόσο κοντά είμαστε στο Νόμπελ;
Πέρσι τον Δεκέμβριο – τότε που ακόμα είχα δουλειά αλλά δεν δούλευα γιατί ήμουν σε επίσχεση, μεγάλη ιστορία, πονεμένη – οι επιστήμονες του Cern εντόπισαν στα στοιχεία που συγκέντρωσαν κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ίσως είναι (ναι, πολλές υποθέσεις) το μποζόνιο Χιγκς, αλλέως πως «το σωματίδιο του Θεού» και άλλα τέτοια εντυπωσιακά. Τότε τα στοιχεία δεν ήταν αρκετά για να αποτελέσουν επισήμως «ανακάλυψη». Τώρα όμως; Είμαστε πιο κοντά; Μάλλον, γιατί αλλιώς γιατί να κάνουν το σεμινάριο;
Teasers;;
Για όσους δεν ξέρουν, το μποζόνιο Χιγκς με απλά λόγια (όχι ότι ξέρω να το εξηγήσω με πιο πολύπλοκους τρόπους) είναι ουσιαστικά αυτό που δίνει μάζα στο τίποτα. Πρόκειται για ένα υποατομικό σωματίδιο, ο εντοπισμός του οποίου αναμένεται να αποδείξει πως υπάρχει ένα αόρατο ενεργειακό πεδίο που γεμίζει το κενό στο σύμπαν που μπορούμε να παρατηρήσουμε. Εικάζεται ότι κάτι σαν ένα τρισεκατομμυριοστό του δευτερολέπτου πριν από το Big Bang ενεργοποιήθηκε το πεδίο του Χιγκς. Πριν από αυτό, όλα τα σωματίδια περιφέρονταν με ταχύτητες φωτός χωρίς μάζα, χωρίς πατρίδα, χωρίς σκοπό. Όταν, όμως, ενεργοποιήθηκε το πεδίο, κάποια σωματίδια «πιάστηκαν» σε αυτό και απέκτησαν μάζα, και άρχισαν να κινούνται πιο αργά, ξεκινώντας, έτσι, τη δημιουργία του σύμπαντος.
Για πρώτη φορά διατυπώθηκε η θεωρία ότι υπάρχει πριν από περίπου πενήντα χρόνια, και έκτοτε έχει γίνει κάτι σαν το Άγιο Δισκοπότηρο των φυσικών. Δεν είναι δύσκολο, λοιπόν, να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο αλλάζουν όλα τα δεδομένα και ανοίγονται νέες πόρτες για νέες ανακαλύψεις και νέους δρόμους μόλις πιστοποιηθεί η ύπαρξή του.
Πριν από χρόνια συνάντησα έναν καθηγητή που εργάζεται στο Cern. Ήταν ένα από τα πιο ευχάριστα απογεύματα της ζωής μου, καθώς ο κ. Κωνσταντίνος Ζιούτας προσπαθούσε να εξηγήσει κάποια από τα μυστήρια της φύσης σε μια τριτοδεσμίτισσα. Ήταν τόσος ο ενθουσιασμός του και η μεταδοτικότητά του που, παρότι δεν μπορούσε – δυστυχώς – να μου διοχετεύσει λίγο από το IQ του (που του περίσσευε, σε διαβεβαιώ), ώστε να τα καταλαβαίνω καλύτερα, μου χάρισε έστω λίγη από την αγωνία του και την περιέργειά του.
Στις 4 του μήνα θα είμαι καρφωμένη στους υπολογιστές και θα περιμένω. Ελπίζω ότι θα γίνω μάρτυρας μιας από τις μεγαλύτερες στιγμές στη σύγχρονη ιστορία της επιστήμης, έστω και από μακριά. Και πως θα χαμογελάσουν πολλά άξια χείλη.

Χωρίς κανέναν λόγο: κυρίες και κύριοι, ο Ray Bradbury

Να ξεκαθαρίσω κάτι από την αρχή: αυτό το ποστ το κάνω απλά για να αναφερθώ σε έναν μεγάλο συγγραφέα. Αυτές τις μπούρδες ότι πέθανε εγώ δεν τις χάφτω, πολύ απλά γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν πεθαίνουν ποτέ. Και μετά από τον Ντάγκλας Άνταμς και τον Κερτ Βόνεγκατ, απλά δεν αντέχω άλλες απώλειες. Πέθανε και ο Αθηνόδωρος Προύσαλης και νομίζω ότι θα αρχίσω να πετάω πράγματα από τα παράθυρα. Λοιπόν, αποφασίζω ότι αυτό ήταν. Τελείωσε. Κανένας άλλος δεν πεθαίνει. Το κλείνουμε το μαγαζί και πετάμε τα κλειδιά. Έτσι, για να εξηγούμαστε.

Έτσι, αφού το ξεκαθαρίσαμε κι αυτό, ας συνεχίσουμε. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η πρώτη φορά που έπιασα στα χέρια μου κάτι του Ray Bradbury. Δεν είμαι από αυτούς τους ανθρώπους που τους μένουν οι πρώτες φορές, σε φάση «ήμουν που λες στη δημοτική βιβλιοθήκη και πέρασε ένας γκόμενος δύο μέτρα με ένα πράσινο μάτι μαγεία και κάτι πλάτες αεροδρόμιο και μου άφησε ένα βιβλίο στα χέρια. Τον γκόμενο δεν τον παρατήρησα, όμως με τις πρώτες αράδες που διάβασα από το βιβλίο, ο συγγραφέας χαράχτηκε για πάντα στη συνείδησή μου» και τέτοια. Εγώ θα θυμόμουν τον γκόμενο. Ξεκάθαρα.

Θυμάμαι, όμως, τη φορά που ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς μπήκε πλάι-πλάι με το αγαπημένο μου συγκρότημα. Ήταν όταν για εκατοστή χιλιοστή φορά έπαιζα στα χέρια μου το βιβλιαράκι από το limited edition του Amnesiac που το είδα: εκεί στο καρτελάκι το σαν-βιβλιοθήκης πάνω αριστερά, ένα ρέφερενς στο Fahrenheit 451.

Εκεί, λέμε, πάνω πάνω στο καρτελάκι, πάνω από την κόκκινη ημερομηνία. Το είδες; Έτσι μπράβο

Το στήθος μου φούσκωσε από περηφάνια και η καρδιά μου έχασε έναν χτύπο (ναι, missed a beat, πόσο αγγλομαθής!). Αυτές τις φορές θυμάμαι εγώ, και όχι τις πρώτες. Τις στιγμές τις πολύ σημαντικές, που μετράνε. Ωστόσο, εδώ που τα λέμε, τα βιβλία του Bradbury είχαν όλα στιγμές που μετράνε. Γιατί, αν με ρωτάς, πρόκειται για έναν συγγραφέα που πήρε την επιστημονική φαντασία – την οποία όλοι αγαπάμε ούτως ή άλλως, ε; Ε;; – και την πήγε ένα βήμα πιο πέρα. Την εμβάθυνε, την κοινωνικοποίησε, ρε φίλε, την εξανθρώπισε. Θα μου πεις, εξανθρωπίζεται η επιστημονική φαντασία; Διάβασε το F451. Διάβασε μετά και το The Martian Chronicles. Κατάλαβες τι εννοώ;

Καλό είναι, λοιπόν, να διαβάσεις όλα τα ποστς σε όλα τα μπλογκς για τον Bradbury. Πάνω από όλα, όμως, να διαβάσεις βιβλία. Και όχι μόνο τα δικά του, αλλά και άλλα βιβλία. Όλα τα βιβλία. Γιατί το πρώτο και κύριο που ήταν ο Bradbury είναι «ερωτευμένος με τα βιβλία». Όπως τόνισε και κάποιος σε ένα από τα χι-στη-νιοστή αφιερωματικά άρθρα που διάβασα (όχι γιατί πέθανε, για κάποιον άγνωστο λόγο άρχισαν όλοι να γράφουν αφιερωματικά για τον Bradbury, ποιος ξέρει τι τους έπιασε. Τι; Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς), ο Ray Bradbury δεν έγραφε απλά βιβλία: ζούσε βιβλία, ανέπνεε βιβλία. Αγαπούσε τα βιβλία, διάβαζε ασταμάτητα, και έγραφε με τέτοιο τρόπο που αυτή η αγάπη έλαμπε σε κάθε λέξη. Κάθε του βιβλίο θέλεις να το πάρεις αγκαλιά, να το χαϊδέψεις, να το φιλήσεις και να του πεις «μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά». Για όσους θέλουν να λένε ότι «γράφουν», το πάθος του Bradbury για την φαντασία, τη μυθοπλασία, τη σφαίρα εκείνη στην οποία γεννιούνται και ωριμάζουν οι καλές ιστορίες αποτελεί αστείρευτη πηγή έμπνευσης και σεβασμού. Και σε διαβεβαιώ, άνθρωπος που αγαπάει τόσο τη δουλειά του, δεν μπορεί παρά να την κάνει καλά. Και την έκανε καλά. Ε… δηλαδή, την ΚΑΝΕΙ καλά! Ουφ, μπερδεύτηκα…