Μεσημέρι

Siesta

Έξω από το παράθυρο, μια ζεστή δροσιά αγκαλιάζει το χέρι μου, τη φέρνω μέσα, την ακουμπάω στο μάγουλο, πριν τη σωριάσω μαζί μου στο πουφ. Τόσο κοντά στο πάτωμα νιώθει κανείς το πέρασμα των αιώνων να γρατζουνάει το ξύλο – ένα χάδι ξερό και βαρύ, φορτωμένο ιστορία.

Ή έχουμε ζουζούνια.

Ρίχνω το κεφάλι στην πλάτη του πουφ κι εκείνο μένει να αιωρείται βαρύ κρεμασμένο από τους ώμους μου. Ένα σύννεφο ασημένιας υγρασίας χρυσίζει το ταβάνι, γυαλίζει τους τοίχους, κοκκινίζει τα πόδια μου. Από μέσα του ένας ήλιος κάτασπρος σφάζει μουγκά την ησυχία του μεσαιωνικού διαμερίσματος.

Σιωπή.

Στο βάθος της πόλης μια τηλεόραση κλαίει αρρώστιες, πανηγυρίζει το μέτριο, σκοτώνει κινήματα. Φόβοι κοιμούνται, όνειρα δεν γίνονται, πλάτες γυρίζουν με νόημα και η γάτα του Μάσιμο με κοιτάζει στα μάτια και ψιθυρίζει: «Δεν ελπίζεις πια σε τίποτα».

Πνιγμένα χαμόγελα.

Στο βάθος του κόσμου το μεσημέρι απλώνεται, τα βλέφαρα κλείνουν, η ραστώνη κυλάει βαριά σαν σταγόνα στο πλάι του αυχένα σου. Φωνές που είναι ανύπαρκτες, μια κρίση ακυρώνεται, απώλειες που σβήνονται μονοκοντυλιά και το φιλί του Ιούδα από χείλη εύμοιρα.

Απόσταση.

 

O Damon Albarn στη Ρώμη: Heavy seas of music

DamonΗ ζωή είναι περίεργη. Κάποιες φορές μοιάζει με τρίχρονο σε κρίση, που τρέχει από μαχαίρι σε ανοιχτό παράθυρο σε αφύλαχτες πρίζες σε χάπια που ξέχασες στο τραπεζάκι του σαλονιού, καθώς σου πετάει στο κεφάλι μια πλαστική χελώνα και πίνει μονορούφι το Σπριτς σου. Και, πάνω που βρίσκεσαι λίγο πριν πέσεις στα γόνατα και ξεσπάσεις σε λυγμούς, κουρνιάζει στην αγκαλιά σου, σου χαϊδεύει τρυφερά το μάγουλο με τα δύο χέρια και σου λέει «είθαι η πιο όμολφη».

Κάπως έτσι ξέρεις πως όλα θα πάνε καλά, όταν ξεκινάς από την Ελλάδα το πρωί για να δεις μια συναυλία στην Ιταλία το βράδυ, μόνο για να ανακαλύψεις πως μια ξαφνική ασυνήθιστη βραδινή μπόρα μες στην καρδιά του καλοκαιριού προκάλεσε τετράωρη καθυστέρηση της πτήσης σου, έχασες το λεωφορείο που θα σε πήγαινε στη Ρώμη και δύο ώρες πριν από τη συναυλία εσύ παρακαλάς τον Ιταλό οδηγό να ξεκινήσει επιτέλους γιατί αλλιώς θα πάρεις το πούλμαν μόνη και θα φύγεις.

Ίσως γι’ αυτό είχε τόσο γλυκιά γεύση το αεράκι που δρόσιζε το ανοιχτό αμφιθέατρο Cavea, του Auditorium Parco della Musica της Ρώμης, όταν φτάσαμε – κανείς δεν ξέρει πώς – ακριβώς την ώρα που θα έπρεπε ώστε να πάρουμε από ένα panino και ένα ποτήρι κρασί λίγο πριν μπούμε στο venue για να βρούμε τις θέσεις μας.

Σε ένα πανέμορφο αμφιθέατρο 3.000 θέσεων, με υπέροχη ακουστική, ζεστό, σχεδόν οικογενειακό, με τη σκηνή να υψώνεται, χωρίς κάγκελα και εμπόδια, απλά εκεί μπροστά από τις καρέκλες. Εκεί όπου, λίγη ώρα αργότερα, θα στεκόταν ο Damon Albarn.

Η πρώτη φορά που είδα τους Blur ζωντανά ήταν το 1998, στο Glastonbury Festival της Αγγλίας. Η ενέργεια που μετέδιδαν από τη σκηνή, η θεατρικότητα του Damon, η επικοινωνία του με το κοινό, ήταν κάτι το ανεπανάληπτο, και, παρότι το ύφος του από τότε έχει αλλάξει σημαντικά, δεν μπορεί κανείς παρά να ελπίζει πως κάποια στοιχεία παρέμειναν αναλλοίωτα.

Το σίγουρο είναι ότι έχει αλλάξει μουσικά. Έχοντας εδώ και χρόνια ακολουθήσει τελείως διαφορετικούς μουσικούς δρόμους από εκείνους πάνω στους οποίους έγινε γνωστός με τους Blur, ο Albarn, με ένα θαρρείς γνώριμο, άνετο στυλ, συνεχίζει να αποδεικνύει πως, από μουσική, κατέχει. Και, κυρίως, το ξέρει. Σε μια βιομηχανία που συνεχώς περιορίζει τη δημιουργικότητα και βρίσκει τρόπους για να κονσερβοποιεί, ο Albarn μέχρι και σήμερα επαναστατεί. Αρνείται να παραδώσει το πνεύμα και ανακαλύπτει τρόπους να εκφράζει το ταλέντο του. Το τελευταίο του άλμπουμ – το πρώτο που βγάζει ως σόλο καλλιτέχνης – με τίτλο Everyday Robots είναι ένα από τα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς, το οποίο, ακόμη και αν δεν σε συνεπάρει με το πρώτο άκουσμα (κάτι που είναι δύσκολο να συμβεί), δεν θα αργήσεις να σιγοτραγουδάς, ίσως και χωρίς να το καταλάβεις, το γλυκύτατο Mr. Tembo, το καταπληκτικό Heavy Seas of Love, το νοσταλγικά μελαγχολικό Lonely Press Play, το στοιχειωτικό Hollow Ponds.

Το πρώτο που καταλάβαμε, όμως, μόλις, στις 9:15μ.μ. ανέβηκε στη σκηνή ήταν ότι ένα πράγμα δεν άλλαξε ποτέ: ο Albarn ξέρει να κρατάει το κοινό του. Με την πρώτη νότα του Lonely Press Play όσοι βρίσκονταν στην πλατεία πήδηξαν από τις καρέκλες και κόλλησαν επάνω στη σκηνή, ενώ όσοι βρίσκονταν στο επάνω διάζωμα σηκώθηκαν στα πόδια τους. Ήταν πια τόσο σίγουρο, που μπορούσες να το μυρίσεις: δεν θα καθόταν πια κανείς. 

Το setlist ήταν με μαεστρία φτιαγμένο, έτσι ώστε η περίφημη «κοιλιά» που παραδοσιακά κάνουν οι συναυλίες να μην φανεί ποτέ. Ακόμη και στα πιο αργά κομμάτια, εκεί που συνήθως το κοινό λίγο χαλαρώνει (ίσως για να αντέξει την κορύφωση του τέλους) ο Damon ήξερε καλά πώς να κρατάει το ενδιαφέρον αμείωτο. Επικοινωνιακός, χαμογελαστός, αλλά και σεμνός, χόρευε, τραγουδούσε, γέμιζε τη σκηνή με την παρουσία του αλλά και με το μουσικό του ταλέντο. Συνομιλούσε με το κοινό σαν να συζητούσε με έναν παλιό φίλο. Πόσο του άρεσε η Ρώμη, παρόλο που είχε πάρα πολλή ζέστη (αν και δεν είχε, στην πραγματικότητα, πολλή ζέστη, μάλλον ο Albarn φανέρωνε το πόσο… Άγγλος είναι!). Πόσο εντυπωσιάστηκε με το θέαμα των πλανόδιων «διασκεδαστών», που «κρατούν» το συνεργάτη τους με το ένα χέρι πάνω από το κεφάλι τους «σίγουρα με τεράστια δύναμη»! Με πόση νοσταλγία θυμάται τα καλοκαίρια που πέρασε ως παιδί με την οικογένειά του στη Λίμνη Τραζιμένο, εκεί όπου για πρώτη φορά φίλησε κορίτσι, τότε που «για να πας με μια κοπέλα βόλτα στην παραλία έπρεπε να έρθει μαζί και ο αδερφός της».

Μέσα σε όλα αυτά, πρωταγωνιστής η μουσική. Τον Albarn συνόδευε μια εξαιρετική μπάντα, οι Heavy Seas, ένας μπασίστας βγαλμένος απευθείας από μαγικά blues όνειρα, ένας τρομπετίστας, γιος του πρώτου ανθρώπου που γνώρισε ο Damon στην Ισλανδία το 1997, αλλά και ο Manifest, ράπερ από τη Γκάνα, που ερμήνευσε μαζί του ένα κομμάτι των Rocket Juice and the Moon, του σούπεργκρουπ που σχημάτισε μαζί με τον Flea και τον Tony Allen.

Damon2Το highlight της βραδιάς, για όλους, ήρθε όταν κατά τη διάρκεια του encore και καθώς ερμήνευε το Clint Eastwood, προσκάλεσε το κοινό μαζί του στη σκηνή. Η σκηνή γέμισε ασφυκτικά από Ιταλούς που αγκάλιαζαν τον Albarn, προσπαθούσαν να βγάλουν μαζί του φωτογραφίες, ή απλά χόρευαν και τραγουδούσαν. Εκείνος, για αρκετή ώρα, προσπαθούσε να τελειώσει το κομμάτι, η αλήθεια, όμως, είναι πως ήταν αδύνατο. Δέκα λεπτά αργότερα το πάρτι τελείωσε, και ο κόσμος κατέβηκε. «Να σας ευχαριστήσω, αρχικά, που δεχτήκατε να κατεβείτε» είπε με ειλικρίνεια, μιας και πραγματικά οι από κάτω πιστέψαμε πως κάπου εκεί η συναυλία θα τελείωνε.

Για εμάς, πάντως, το highlight ήρθε λίγο νωρίτερα, όταν στο τέλος του End of a Century ένας fan σκαρφάλωσε στη σκηνή και τον αγκάλιασε. Αντίθετα με όλα όσα πίστευα, δεν ήταν ένας εναγκαλισμός αμήχανος. Σαν δύο παλιοί φίλοι, αγκαλιάστηκαν για μερικά δευτερόλεπτα σφιχτά, με τον Damon να χαμογελάει και να σφίγγει τον άγνωστο άντρα στα χέρια του. Όταν η ασφάλεια της σκηνής του ζήτησε να κατέβει, εκείνος το έκανε, και ο Damon κατευθύνθηκε στο μικρόφωνο λέγοντας «σε ευχαριστώ φίλε. Το χρειαζόμουν αυτό».

Η συναυλία έκλεισε με το εξαιρετικό Heavy Seas of Love να παρασύρει τους παρόντες σε φουσκοθαλασσιές ικανοποίησης και γαλήνης. Η βραδιά τελείωσε με τόσο χαμόγελο, που μέχρι και ο οδηγός του λεωφορείου μας άφησε να ανεβούμε χωρίς εισιτήριο.

Μέσα σε περίπου δύο ώρες είδαμε τον Albarn, πρωταγωνιστή και πάλι στη σκηνή (κάτι που δεν συμβαίνει στα υπόλοιπα projects του) να ξετυλίγει όλες τις πλευρές της μουσικής του καριέρας, τον ίδιο να περνάει από φωνητικά σε πιάνο, σε κιθάρα, σε μελόντικα, σε χορό. Aκούστηκαν κομμάτια των Gorillaz, αλλά και των Blur, με τον Albarn μάλιστα να ξεχνάει την αρχή από το End of a Century στο encore, προκαλώντας και στον ίδιο το γέλιο. Είδαμε έναν καλλιτέχνη που δεν φοβάται το κοινό του, είναι κοντά του και το κοιτάζει στα μάτια, με θάρρος, θράσος αλλά και ευγνωμοσύνη.

Είδαμε, κυρίως, έναν άνθρωπο που έχει περάσει από όλες τις φάσεις, και βρίσκεται τη στιγμή αυτή καλλιτεχνικά ίσως στην καλύτερη περίοδο της ζωής του. Χαλαρός, συνειδητοποιημένος, ώριμος, πλήρης.

 

 

(Γράφτηκε για αλλού αλλά δεν μπορούσε να λείψει από εδώ)

 

Που τα είχε με τον Άρη πριν τα φτιάξει με τη Μάρη

«Καταλαβαίνω. Δεν έκανες κάτι κακό. Κι εγώ το ιδιο θα έκανα. Λένε όσοι δεν ξέρουν. Μην τους ακούς, δεν τους ξέρεις πια, τώρα θα τους γνωρίσεις;»
Ένα βαρύ χέρι στο κεφάλι, ένα άγαρμπο χτύπημα στον ώμο. Αν ήταν πιο στοργική, θα ήταν χάδι. Αλλά η στοργή θέλει καρδιά.
Η απορία εύλογη.
«Μα… Τότε γιατί με τιμωρείς;»
Το γελάκι αυθόρμητο, μια μικρή απορία στο βλέμμα. Τι δεν καταλαβαίνεις.
«Γιατί μπορώ»
Ο σουρεαλισμός του παράλογου στο ροζοκόκκινο πιάτο μιας άδειας εξουσίας με τις ντόπες μιας ανίδεης και διψασμένης κάστας εκδικητικών κατίνων.
Εκεί βαδίζουμε κύριοι.

Απόδραση

Image

– Πρέπει να βγω έξω. Αυτό το μισοσκόταδο με ζαλίζει. Το μέρος αυτό δεν είναι αυτό που νόμιζα. Πρέπει να βγω έξω.

Τριγυρνώ σαν τρελή, τρέχω παντού, πηδάω, χτυπάω πάνω σε τοίχους, κολώνες, έπιπλα, πέφτω, ξανασηκώνομαι, ξανατρέχω, πρέπει να βγω έξω.

Μου λείπει αέρας. Κουράζομαι και σταματάω. Πεσμένη στο έδαφος προσπαθώ να γεμίσω τα άδεια πνευμόνια μου, αλλά ο αέρας είναι παχύς, με πνίγει. Πρέπει να βγω έξω. Πρέπει να βρω το δρόμο.

Σηκώνω το κεφάλι και εκεί, μέσα σε χιλιάδες εικόνες, βλέπω λίγο φως. Εκεί, μπροστά, μακριά. Εκεί, ναι εκεί, τώρα το ξέρω, εκεί έχει αέρα. Σχεδόν πετιέμαι και αρχίζω να τρέχω προς τα εκεί, εκεί είναι το φως, ο αέρας. Η ζωή. Εγώ τρέχω και το φως μεγαλώνει. Το φως είναι εκεί! Τώρα είναι μεγάλο, μπορεί να με σκεπάσει, νιώθω τον αέρα να αραιώνει, σώθηκα, το φως είναι εδώ!

Ένα χτύπημα από το πουθενά και βρίσκομαι κάτω. Το φως είναι επάνω μου, το έξω είναι πια μπροστά μου, γιατί δεν μπορώ να βγω;

Σηκώνομαι και περπατάω, τώρα τρέχω, τρέχω προς το φως, δεν παίρνω τα μάτια μου από επάνω του, δεν μπορεί να ξεφύγει, δεν μπορώ να ξεφύγω, να το τώρα, επάνω μου, γύρω μου, όχι!

Κοιτάζω παντού, μπροστά το φως, πίσω το σκοτάδι κι εγώ στο όριο, κάτι αόρατο με κρατάει μέσα, απλώνω τα χέρια μου αλλά σταματάνε, δεν μπορούν να βγουν στο φως, η λάμψη του με χαϊδεύει, αλλά δεν μπορεί να με τυλίξει, όχι, κάτι με σταματάει, κάνω να σηκωθώ, σηκώνομαι, πηδάω, τώρα θα βγω, όχι, πάλι όχι, τι συμβαίνει.

Σηκώνομαι όρθια και κοιτάζω. Ρίχνω τα χέρια στον αέρα και πέφτω προς το φως, κάτι με κρατάει μέσα, δεν μπορώ να βγω, ρίχνομαι στον αόρατο φράχτη ξανά και ξανά και ξανά και ξανά, άφησέ με να βγω, πνίγομαι, θέλω να βγω έξω, πρέπει να βγω έξω, να φύγω από το σκοτάδι, να σωθώ, αλλά όχι, δεν με αφήνει, τώρα το σκοτάδι είναι ψηλά, είναι χαμηλά, είναι γύρω μου, είναι τα πάντα, είναι εγώ, είμαι εγώ… εγώ δεν είμαι πια…

 

– Ρε! Ρε Μπόχα! Ρε σταμάτα πια να σκοτώνεις τις μύγες που χτυπάνε στο τζάμι, βαρέθηκα να μαζεύω πτώματα!

Δάκρυ κορόμηλο

crying-childΌταν ήμουν μικρή, μου άρεσε να παίζω ποδόσφαιρο μέσα στο σπίτι. Πολλές φορές η μαμά μου η δόλια φώναζε, γιατί το σπίτι μας ήταν τίγκα σε μπιμπελό και ποτήρια και βάζα και ήταν σίγουρη ότι κάτι θα σπάζαμε. Πού να την ακούσουμε εμείς, όποτε έκλεινε την πόρτα της κουζίνας για να μαγειρέψει, βγάζαμε τη μπάλα, στηνόμασταν η μία από τη μία πλευρά και η άλλη από την άλλη και κλωτσούσαμε, σαν να εξαρτιόταν από αυτό η ζωή μας.
Έτσι, μια αποφράδα μέρα, η μαμά ήταν στην κουζίνα και μαγείρευε, ο απορροφητήρας αναμμένος στο φουλ, ο διαολεμένος του θόρυβος γέμιζε το σπίτι ακόμη και πίσω από την κλειστή πόρτα, όλα σαν να ήταν στημένα για έναν αυτοσχέδιο αγώνα ποδοσφαίρου.

Παίρνουμε τη μπάλα και στηνόμαστε. Η Ελένη προς την επάνω πόρτα, κοντά στην εξώπορτα – αυτό ήταν το ένα γκολ. Εγώ, από την άλλη, μέσα στο σαλόνι, ανάμεσα στην πολυθρόνα και τον καναπέ – αυτό ήταν το άλλο γκολ. Η μπάλα, της θάλασσας, πλαστική. Το παιχνίδι άρχισε.

Έλα όμως που δεν ήμασταν Πεπίτο Ρόσι, ούτε η μία ούτε η άλλη. Έτσι, δίνω εγώ μια κλωτσιά στη μπάλα για να πάει στην Ελένη, αποφασίζει η μπάλα (από μόνη της σας τ’ορκίζομαι, να φυλάω σταυρό) να πάει αλλού, εκεί που πήγε (από μόνη της, λέμε!) είχε καμιά δεκαριά παγώνια και πεταλούδες και δενξέρωκιεγώτιάλλοδιακοσμητικόΜουράνο, τα χώνει μία, πάρτα κάτω, χίλια κομμάτια.

Κοιταζόμαστε με την Ελένη, έντρομες, άσπρες, το σαγόνι στο πάτωμα, μαζεύουμε τη μπάλα, τσακιζόμαστε από την άλλη πόρτα (που ήταν μακριά από την κουζίνα) στο δωμάτιό μας, κλείνουμε και την πόρτα και κάνουμε ότι διαβάζουμε.

Ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται η Όλυ: με μάτια που πετάνε κεραυνούς και, αλήθεια, καπνό να βγαίνει από τα αυτιά, με κοιτάζει και βρυχάται: Μαρίαααααααααααα!!

Κουρνιάζω εγώ στην καρέκλα, κάνω να κρυφτώ πίσω από το γραφείο, πού να κρυφτώ, 100 κιλά 10χρονο, ΣΕ ΒΛΕΠΩ μου λεει! Φυσικά και με βλέπει, δεν είναι βουνό για να με κρύψει, γραφείο είναι.

– Δεν το κάναμε εμείς, μανούλα, δεν ξέρουμε πώς έγινε.

– Μόνα τους δεν έπεσαν, ε;

– …Δεν ξέρω…

– Για τιμωρία δεν έχει βραδυνό. Και το Σάββατο δεν θα πάτε σινεμά. Και τέρμα τα κόμικς για μία εβδομάδα.

Απώλεια βραδινού. Και σινεμά. Και κόμικς. Ακόμη και να μην ήθελα να κλάψω, τα δάκρυα ήρθαν από μόνα τους. Μεταξύ μας, όμως, ήξερα πως όταν έκλαιγα στεναχωριόταν. Τα ‘μπηξα, λοιπόν, χωρίς ενδοιασμούς. Τα ‘μπηξα σαν λεχούδι που πεινάει και δεν ξέρει τι το φταίει. Σαν 2χρονο που το σταματάς από το παιχνίδι για να κάνει μπάνιο. Τα ‘μπηξα τόσο σπαραξικάρδια, που θα έλιωνα πέτρα.

– Γιατί κλαις;;

– Συγνώμη μανούλα, δεν ήθελα να σπάσω τα παγώνια, να, μια έτσι έκανα και η μπάλα πήγε από μόνη της, μετάνιωσα τώρα, δεν θα το ξανακάνω.

Και το δάκρυ κορόμηλο. Και ο λυγμός να σπάει βουνά. Και το σαλάκι φουσκίτσα που σκάει σε κάθε λυγμό.

– Όοοοοοοοοχι, δεν μετάνιωσες καθόλου. Αν είχες την ευαισθησία να μετανιώσεις τώρα, θα είχες και την ευαισθησία να μην παίξεις μπάλα στο σαλόνι, παρόλο που ήξερες πως ήταν λάθος. Τώρα δεν κλαις γιατί μετάνιωσες. Κλαις γιατι σε έπιασα και θα υποστείς τις συνέπειες. Φύσα λοιπόν τη μύτη σου, σκούπισε τα μάτια σου και δέξου την τιμωρία σου με θάρρος. Και μάθε πως τις συνέπειες των πράξεών σου πρέπει να τις υφίστασαι. Όχι με μαλαγανιές και δάκρυα να προσπαθείς να τις αποφύγεις.

Τώρα, γιατί μου ήρθε αυτή η ιστορία στο κεφάλι, απορίας άξιον. Τι σαν έβλεπα Βουλή;

Stating the obvious

ImageΤο πλήθος είχε πια συγκεντρωθεί. Πέντε λεπτά απέμεναν για το θαύμα, κι εκείνος, κολλημένος στο χέρι μου, κρατούσε σφιχτά το μωβ αυγό του και προσπαθούσε να περπατήσει, μέσα σε ένα δάσος από παπούτσια, καλσόν, φούστες και χρυσές τσάντες. Κανείς δεν του έδινε σημασία, γιατί κανείς δεν κοιτούσε χαμηλά.

Βρήκα ένα σημείο για να σταθούμε και τον κοίταξα. Με κοίταξε κι εκείνος, απορημένος, ίσως απηυδισμένος. Ίσως να αναρωτιόταν γιατί τον έφερα εκεί.

Κι εγώ το ίδιο αναρωτιόμουν.

Ο παπάς σταμάτησε να ψέλνει και άρχισε να θυμιατίζει. Ο κόσμος σταμάτησε να μιλάει – σχεδόν σταμάτησε να αναπνέει, εν αναμονή του θαύματος.

Ένα βλέμμα γύρω, ένας στιγμιαίος δισταγμός, ένα μικρό κλείσιμο των ματιών, μια φευγαλέα σκέψη («τι θα σκεφτούν οι γύρω; Χέστηκα»), έδωσα σε κάποιον τη λαμπάδα μου και τη δική του, τον άρπαξα και τον έβαλα στους ώμους.

Μπορούσα να ακούσω τα μάτια του να ανοίγουν ορθάνοιχτα. Αναπήδησε στους ώμους μου και έβγαλε μια μικρή κραυγούλα θαυμασμού.

Ο παπάς θυμιάτιζε. Γκλιν γκλιν. Γκλιν γκλιν. Εκατοντάδες άνθρωποι έστεκαν σιωπηλοί σε μια μικρή πλατεία ενός μικρού χωριού, εκατοντάδες ζευγάρια μάτια στραμμένα προς την πρόχειρη εξέδρα από όπου σε δευτερόλεπτα θα ακουγόταν το Χριστός Ανέστη.

Ο Μικρός, για πρώτη φορά, θα έβλεπε Ανάσταση. Έριξε μια γρήγορη ματιά στους συγκεντρωμένους, στον παπά, στις αναμμένες λαμπάδες. Σήκωσε το δάχτυλο μέσα από τη χούφτα μου, πήρε βαθιά ανάσα και, με όλη τη δύναμη που του έδιναν τα μικροσκοπικά του πνευμόνια, φώναξε: «Φουτιάαααα!»

Τα εκατοντάδες ζευγάρια μάτια έκαναν απότομη στροφή προς τα αριστερά, όπου σε μια γωνία, ένας ανιψιός έδειχνε την πλατεία εντυπωσιασμένος, στους ώμους μιας θείας που κοιτούσε άφωνη, χαμογελώντας, ανεξήγητα υπερήφανη.

…Ντροπή να είναι άδεια – Σαν τα ποτήρια μας

Image«Υπάρχουν άνθρωποι που η ευτυχία των άλλων τους πληγώνει. Δεν τους αρκεί να ζουν ανάμεσα στους ευτυχισμένους του κόσμου. Γι’ αυτούς, η ολοκληρωμένη απόλαυση απαιτεί την αποκλειστικότητα».

Εντάξει, ο Pierre Assouline με έχει από τις τρεις πρώτες προτάσεις. Τόσο προχώρησα, εξάλλου, στους «Προσκεκλημένους» του, αλλά δύσκολα θα με χάσει.

Γιατί, ναι. Υπάρχουν. Δεν υπάρχουν, όμως, απλώς ανάμεσά μας. Ζουν ανάμεσά μας. Μας αγγίζουν, μας χαϊδεύουν, μας χαμογελάν, μας αποκαλούν «φίλους». Γιατί ο πόνος τους, η δυσφορία τους, είναι εσωτερική. Κρυφή. «Αυτά τα πράγματα όμως δεν τα λες, τα αισθάνεσαι», λέει ο Assouline. Σου το λέει, δηλαδή, καθαρά: κανείς δεν θα σου το φανερώσει πως νιώθει έτσι.

Όσο τους στερείς την αποκλειστικότητα στην ευτυχία, τους πληγώνεις.

Είσαι από τους κακούς.

Έτσι, δεν αρκεί να έχουν χρήματα. Πρέπει εσύ να μην έχεις.

Δεν αρκεί να είναι ήρεμοι. Πρέπει εσύ να μην είσαι.

Δεν αρκεί να έχουν δουλειά. Πρέπει εσύ να μην έχεις.

Δεν αρκεί να ζουν καλά. Πρέπει εσύ να γονατίσεις.

Δεν θα σου το πούνε ποτέ. Αλλά θα κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να πετύχουν την απόλυτη ευτυχία.

Η αποκάλυψη αυτή είναι το μικρό πασχαλινό δώρο τούτου εδώ του μπλογκ.

Καλές γιορτές.

 

Υ.Γ. Μπόνους το παρακάτω status update από το Facebook:

«One man’s ways may be as good as another’s, but we all like our own best… How quick come the reasons for approving what we like».

Τα έλεγε η Jane Austen, ξέρεις, όχι τώρα, στις αρχές του 1800. Και δεν είχε καν Facebook, να φανταστείς, και ούτε και υπήρχαν τα Ίντερνετ και οι υπολογιστές, που μπορούσαν να σώσουν και μετά να ξαναβρούνε όλα όσα λέτε κουνώντας το δάχτυλο στα μούτρα του άλλου και μετά ξεχνάτε και τα ξελέτε, και το ίδιο δάχτυλο το σηκώνετε στον αέρα χορεύοντας γιορτινά τσιφτετέλια.
Αυτά
Άντε καλές γιορτές

 

Τα ‘δαμε και φέτος (τα Όσκαρ ντε)

479_oscar_originalΑν ζείτε σε κάποιον άλλο πλανήτη και δεν καταλάβατε ότι χθες ήταν η απονομή των βραβείων Όσκαρ, μείνετε εκεί, γιατί στην πραγματικότητα δεν χάσατε και πολλά. Α, εκτός από το ότι για πρώτη φορά το Όσκαρ καλύτερης ταινίας πήγε σε ταινία σκηνοθετημένη από μαύρο σκηνοθέτη (12 years a slave – Steve McQueen), και το ότι έχω την αίσθηση ότι οι πρωτιές μάλλον τελειώνουν σιγά – σιγά και θα αρχίσουμε ξαφνικά να σημειώνουμε πράγματα όπως «πρώτη φορά παίρνει Όσκαρ κοκκινομάλλα, φιλημένη από τσιγγάνα σε ηλικία τεσσάρων ετών, με ελιά στη μέση της πλάτης και ιδιαίτερη αγάπη στα φραγκοστάφυλα.

coffeeΜε την Ellen DeGeneres στη θέση του οικοδεσπότη να μην εντυπωσιάζει (εμένα, τουλάχιστον, γιατί, θα είμαι ειλικρινής, ακόμη δεν έχω διαβάσει τι έχει γραφτεί, πριν από λίγο ξύπνησα και ακόμη προσπαθώ να συνέλθω – ούτε τον καφέ δεν έχω τελειώσει), η χθεσινοβραδινή ήταν μια τελετή χλιαρή, αλλά κύλησε σχετικά γρήγορα, παρότι κράτησε πολλέεεεεες ώρες! Μια προσπάθεια της Ellen να αναδείξει τη χαλαρή πλευρά των σταρ δεν πέρασε απαρατήρητη. Τι ωραία, οι ωραίοι και ζάμπλουτοι παρήγγειλαν και τρώνε πίτσα, εκεί, πάνω στα πολλών χιλιάδων δολαρίων ρούχα τους, κάνοντας κάποιους δόλιους στιλίστες εκεί στα παρασκήνια να ψάχνουν απεγνωσμένα τους εισπνευτήρες για το άσθμα. Δεν θα σώσω στον υπολογιστή μου τη selfie, δεν νομίζω ότι έχει μείνει άνθρωπος στον πλανήτη που να μην την έχει δει, αφού αυτή τη στιγμή έχει ξεπεράσει τα 2,5 εκατομμύρια ριτουίτς και άλλο 1,5 εκατομμύριο φέιβοριτ. Γουέι του γκόου, πίπολ *θαμπς απ*

Ξύπνησα στραβά.

Η τελετή άρχισε με την Ellen να κάνει αναφορά στη βροχή. «Έβρεξε», είπε, «αλλά είμαστε όλοι καλά. Ευχαριστούμε για τις προσευχές σας». Η ειρωνεία της απευθυνόταν στις υπερβολικές αντιδράσεις για μια βροχούλα, ρε φίλε, όπως αυτή του Ράιαν Σίκρεστ, ο οποίος κρατούσε απουσιολόγιο ήλιου: τώρα βγήκε λίγος ήλιος, τώρα έχει συννεφιά, α, να, βλέπω λίγο ήλιο, θα βρέξει, δεν θα βρέξει, είναι βρεγμένο το κόκκινο χαλί και θα βρέχονται τα ρούχα… Ριλάξ.

KerryWashingtonWetDress ??????????????????????????????????????????

Βέβαια, ένα δίκιο το είχε, κάποια ρούχα βράχηκαν, αλλά, βασικά, για την Kerry Washington αυτό ήταν το λιγότερο από τα προβλήματά της. Λάθος χρώμα το Jason Wu φόρεμα, λάθος αξεσουάρ (or lack thereof), αλλά, βασικά, κάποιος ας της κάνει δώρο ένα σίδερο. Όσο την κοίταζα, σχεδόν άκουγα τον Κωστέτσο να ωρύεται «τη στιρέλα, τη στιρέλα!».

OliviaWilde

Θα μου πεις, εύκολο είναι να κάνεις εμφάνιση στο κόκκινο χαλί με την κοιλιά στο στόμα; Θα κατευθύνω το βλέμμα σου προς την Olivia Wilde: με μια μαύρη τουαλέτα Maison Valentino με ψηλό λαιμό και μια άσπρη λεπτομέρεια στο πίσω μέρος που έκανε τη διαφορά, η Olivia εμφανίστηκε πιο σοβαρή από ποτέ. Για εμένα, βέβαια, θα είναι πάντα η 13, ε; Για να μην ξεχνιόμαστε, αποκάλυψε πως γεννάει «May the Fourth be with you», όπως είπαν με ένα στόμα-μια φωνή με τον (μέλλοντα) σύζυγο, Jason Sudeikis. Φήμες που θέλουν τον Harrison Ford λίγο πιο κάτω να ένιωσε τα μιντικλόριάνς του να τον γαργαλούν ελέγχονται ως (αν)ακριβείς. (Ναι, εντάξει, ο Χαν Σόλο δεν είχε μιντικλόριανς, μα πόσα νερντς μαζεμένα πχια!)

JaredLeto

Να εκφράσω σε αυτό το σημείο τον αμέριστο θαυμασμό μας για το γεγονός ότι ο Jared Leto τελικά το σήκωσε. Αν με ρωτάς, αν υπήρχε στιλιστικό Όσκαρ, κι αυτό θα το σήκωνε. Με off-white (πώς λέγεται άραγε στα ελληνικά;;) σακάκι και αυτό το μαλλί που σε άλλους με κάνει να σηκώνω φρύδι και να ψαχουλεύω στα κρυφά τα ψαλίδια αλλά, περίεργο πράγμα, στον Τζάρεντ όλα πάνε, ήταν μια από τις πιο όμορφες παρουσίες. Το γεγονός ότι πήγε με τη μαμά του και τον αδερφό του; Τόσο χαριτωμένο που με κάνει να σταυρώνω χεράκια στο στήθος και να χαμογελάω σαν anime. Το ότι μίλησε για την Ουκρανία και τη Βενεζουέλα, αλλά και για τα θύματα του AIDS και τη σημασία του να είσαι αυτό που είσαι και να κάνεις αυτό που θέλεις, με κάνει να στενάζω στεναγμό βαθιάς ανακούφισης. Το ότι δεν είπε μια κουβεντούλα για τα άτομα τρανς, που μάχονται για τα δικαιώματά τους, που υποφέρουν από διακρίσεις, που πολλές φορές και από πολλούς καλοθελητές δεν αντιμετωπίζονται καν σαν άνθρωποι… Το ότι προμόταρε το συγκρότημά του (30 Seconds to Mars)… Σαν να δάγκωσα λεμόνι… Το ξεπερνάω, όμως, για να τον αντιμετωπίσω τελείως σεξιστικά και σαν αντικείμενο: Τζάρεντ. Κολ μι. Άιμ αβέιλαμπλ (μίνινγκ, άι χεβ ε ντιβόρς λόιερ ον σπιντ ντάιαλ, όνλι φορ γιου!). Ξεπερνάμε μαζί την Pink-wannabe, καβαλάμε μια μηχανή και μαρσάρουμε στο ηλιοβασίλεμα.

matthew-mcconaughey-camila-alves

Το αντίθετο αποτέλεσμα επάνω μου είχε η ομιλία του Matthew McConaughey. Σε μια ομιλία, ωδή, θαρρεί κανείς, στον Αμερικάνικο Νότο, ευχαρίστησε τον Θεό, τη μαμά του, είπε κάτι διασκεδαστικό για τον μπαμπά του (θα χορεύει με τα εσώρουχα εκεί επάνω πίνοντας μια Miller lite ή κάτι τέτοιο) και, κατά βάση, μας είπε πως το είδωλό του είναι ο εαυτός του. Τώρα, σε δέκα χρόνια, σε άλλα δέκα χρόνια, δεν πολυκατάλαβα, alright alright alright.

*Αργό χειροκρότημα*

Σε αγαπούσα, με πρόδωσες, ας μην το κάνουμε θέμα.

Στο πλάι του, η σύζυγός του (και μοντέλο, duh) Camila Alves, αδιάφορα αψεγάδιαστη.

lupita nyongo

Αποκάλυψη της φετινής σεζόν η Λουπίτα Νιόνγκ’ο. Οι εμφανίσεις της ήταν όλες (μα όλες) συγκλονιστικές, μέχρι και χθες: με ένα Prada φτιαγμένο για εκείνη, σε απαλό γαλάζιο (που της θύμιζε το χρώμα που είχε η τάξη της στην Κένυα) έδειξε πώς πρέπει να φοριέται το βαθύ, πολύ βαθύ, ντεκολτέ. Ναι, κύριοι, δεν έχει πολύ στήθος. Ξεπεράστε το. Το ιδιαίτερο μαλλί με το headband και τα σκουλαρίκια πετούσαν σε διπλό άξελ την κλασική εμφάνιση από το λαιμό και κάτω. Στα 31 της, η Λουπίτα έχει τελειώσει το Γέηλ και πήρε Όσκαρ για τη πρώτη της ταινία. Δεν είναι και άσχημα.

cate-blanchett

Σε ευχαριστώ Cate Blanchett («Μπλανσέτ» έλεγαν οι ειδήμονες του Ε!, λες να έχουν δίκιο;;) που μέχρι τώρα δεν μου έχεις δώσει ούτε μια αφορμή να πω κάτι άσχημο.  Το «Θλιμμένη Τζάσμιν» του Γούντι Άλεν της έδωσε το Όσκαρ, το οποίο παρέλαβε περιχαρής και συγκινημένη. «Ο κόσμος θέλει να βλέπει ταινίες με τις γυναίκες στο επίκεντρο, και αυτές βγάζουν και λεφτά. Ο κόσμος είναι στρόγγυλος, people!», είπε, και κάπου εκεί μέσα έχωσε και μια ευχαριστία για τον Γούντι Άλεν, το οποίο φαντάζομαι πως θα συζητηθεί. Όπως και να ‘χει, η Κέιτ απέδειξε πως δεν πτοείται από σκάνδαλα, η ίδια βγαίνει αλώβητη και υπέροχη.

Μικρό διάλειμμα για σχόλιο: όποιος είδε τη συνέντευξη της Sally Hawkins στον Ryan Seacrest ας μου λύσει μια απορία. Ήταν πολύ ντέφι ή πάρα πολύ ντέφι; Ή οφείλεται σε κάτι άλλο αυτό που έζησα;

Επιστροφή.

naomi-wattskate-hudson?????????

Τα καλά της βραδιάς: Naomi Watts, Kate Hudson και Anna Kendrick. Αυτό που στο χωριό μου λέμε «they nailed it». Η πρώτη με Calvin Klein και ένα συγκλονιστικό Bulgari κολιέ (έχω γενέθλια 19 Δεκεμβρίου, hint hint). Η δεύτερη σε άψογο Hollywood στυλ με μια τουαλέτα Atelier Versace, χτένισμα αψεγάδιαστο, φορώντας ακριβώς όσα αξεσουάρ έπρεπε, με βασικότερο το ύφος «είμαι θεά», που της ανήκει, εδώ που τα λέμε. Η τρίτη με ένα μαύρο J. Mendel με κόκκινες λεπτομέρειες σε διάφανη μέση και έναν αδιαμφισβήτητο παράγοντα «γουόου». Δεν θα αφήσω να με χαλάσει ούτε το δεξί πόδι, που τόσο μου φέρνει στο μυαλό μια Αντζελίνα άλλων εποχών.

angelinaΑφού μιλάμε για την Angelina, ο μπαμπάς μου με πήρε πρωί – πρωί ενθουσιασμένος με το φόρεμά της (ναι, κάνουμε τέτοιες συζητήσεις με τον μπαμπά μου, ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΠΟΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΑΥΤΌ;;). Μέσα στον ύπνο μου προσπαθούσα να βρω λέξεις να περιγράψω το πόσο δεν μου άρεσε, αλλά ο ενθουσιασμός του με μπλόκαρε. Φαντάζομαι ότι μόνο σε εμένα φάνηκε σαν κακή κουρτίνα στριπτιζάδικου, ε; Μα, να είσαι η ομορφότερη γυναίκα στον κόσμο και να φοράς αυτό… Τι θα βάλεις στα 70 σου;

charlizeΜιλώντας για τον μπαμπά μου, ενθουσιάστηκε και με τη Charlize Theron. Δεν ήθελα να γίνω η αντιδραστική κόρη, τώρα, στα τριαντ….ε… εικοσιδύο μου, γι’ αυτό ευγενικά τον ρώτησα αν φορούσε γυαλιά. «Ναι», μου απάντησε, αλλά ομολογουμένως δεν το πιστεύω. Γιατί, αν τα φορούσε, θα είχε εντοπίσει τις τιράντες σιλικόνης που κρατούσαν το φόρεμά της και έκαναν όοοοοολο τον γύρο μέχρι το κάτω μέρος της πλάτης της. Πχιότητα σουτιέν συνοικιακού εσωρουχάδικου σε χωριό του Έβρου (με όλον τον σεβασμό) ένα πράγμα. Κάτι τέτοια σε κάνουν να ρίχνεις σαγόνι και να ρωτάς κλαίγοντας «γιατί; Γιατί; Γιατί;;».

jennifer lawrence Julia

Μιας και ρωτάμε «γιατί», γιατί επέστρεψε το πέπλουμ, Julia; Νόμιζα πως το είχαμε ξεφορτωθεί για πάντα, Jennifer! Γιατί το ξαναφέρνετε; Τι πρέπει να κάνουμε για να εξαφανιστούν για πάντα τα πέπλουμ και να μην τα φοράει κανείς; Πορεία; Να κλείσουμε τις εθνικές οδούς; Να πετάξουμε γκαζάκια; Τι να κάνουμε επιτέλους; Τι;

Παρένθεση: Πάλι έπεσε η Jennifer Lawrence. Ούτε εγώ δεν έχω πέσει τόσες φορές (και πέφτω συχνά!). Ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα το κολιέ, που, κακά τα ψέματα, ήταν πρωτότυπο, όμορφο και έφτασε κοντά στο να διασώσει το φόρεμα. Αλλά… πέπλουμ; Ντάμιτ!

???????????????????????????????????????????????????????????????????????emma-watson-reuters

Είχα πει πως δεν θα γράψω άσχημα πράγματα ποτέ για την Anne Hathaway, και θα το τηρήσω. Δεν θα γράψω πως ξαναφόρεσε το περσινό φόρεμα, αλλά με σαλιάρα με κάτι σαν μίτρα αρχιεπισκόπου στο στήθος και σε μαύρο. Ομολογουμένως, το  εν λόγω κόψιμο της πάει. Θα ψάξω σε λίγο στη Wikipedia να δω την ηλικία της, γιατί κάτι δεν μου πάει καλά. Τα ίδια σχόλια έχω να κάνω και για την αγαπημένη Emma Watson, που μάλλον βαρέθηκε να είναι fashion icon και έβαλε ένα μεταλλικό και μαύρο Vera Wang. Ευτυχώς ήταν ακόμη νωρίς (και είχα ΠΟΛΛΑ πακοτίνια και φουντούνια στα μπωλ – ναι, πληθυντικός), οπότε δεν μπορούσε εύκολα να με πάρει ο ύπνος.

??????????????????????????????????????????

Ιδιαίτερη μνεία θα κάνω στη Julie Delpy. Δεν ξεχνάω εκείνο το βράδυ του 1996 που νοικιάσαμε με τη Σοφία το Πριν Το Ξημέρωμα και το ερωτευτήκαμε. Για το λόγο αυτό, η Julie και ο Ethan θα κατέχουν για πάντα μια ιδιαίτερη θέση μέσα μου. Δεν μου είναι, λοιπόν, καθόλου εύκολο να ομολογώ πως φοβάμαι ότι έχει έρθει η αμήχανη εκείνη στιγμή που η Julie δεν μπορεί πια να φοράει ό,τι της δίνουν. Γλυκιά μου: όταν ένα φόρεμα δεν μας πηγαίνει, δεν το φοράμε. Δεν είμαστε πια 20 χρονών που φορούσαμε ένα ό,τι να ‘ναι και μοιάζαμε με το δώρο των Θεών στους ανθρώπους (εσύ, δηλαδή, εγώ ακόμη έτσι είμαι). Αγόρασε έναν καθρέφτη.

Pharrell

Τελευταίο αφήνω τον Pharrell Williams, κυρίως γιατί ήθελα να το σκεφτώ λίγο. Τελικά κατέληξα στο ότι μου αρέσει η τόλμη στη μόδα, το σπάσιμο των κανόνων και ό,τι αυτά συνεπάγονται. Ο Pharrell φόρεσε ένα κοντό tuxedo. Ναι, κοντό. Έδειξε γάμπα, και, αν με ρωτάς, κέρδισε. Δεν κέρδισε το Oscar (ήταν υποψήφιος για Όσκαρ καλύτερου τραγουδιού, για το Happy από το Despicable Me 2), αλλά κέρδισε τις εντυπώσεις, και έναν χορό με τη Lupita, τη Merryl Streep και την Amy Adams.

Amy Adams

A, η Amy Adams. Παρότι δεν εντυπωσιάστηκα (φορούσε ένα βαθύ μπλε Gucci), ήταν ενδιαφέρον και ανακουφιστικό το ότι ντύθηκε μόνη της. Ναι, διάλεξε η ίδια τι θα βάλει, τα αξεσουάρ της, τι θα κάνει με τα μαλλιά της. Μια απόφαση που, σε μεγέθη Χόλιγουντ, φαντάζομαι ότι ήταν επιπέδου Breaking News.

ΥΓ 1: Portia de Rossi σε αγαπάω. Τώρα, πες μου πώς λένε τον πλαστικό σου, για να μην πάω ποτέ.

ΥΓ 2: Bette Middler σε αγαπάω. Αυτά.

ΥΓ 3: Bono, ειλικρινά, πες μου, τι σε βασανίζει; Ήταν χαλασμένο το ακουστικό σου; Οι κακούργοι των Oscars τίναξαν το τραγούδι σου μια οκτάβα ψηλότερα; Είχες εισπνεύσει ήλιο; Δεν είναι που δεν αγαπιόμαστε γενικά (που δεν…), είναι που πραγματικά ήσουν τόσο χάλια χθες… Τόσο χάλια…

Λίγο για πάντα

IMG_7580Χρόνια βλέπονταν σχεδόν κάθε βράδυ. Ο ένας έβαζε τη μπύρα, ο άλλος την έπινε. Ο ένας ξένος σε ξένο τόπο. Ο άλλος μόνος, βαθιά σε μία ρουτίνα ξένη – δεν θυμόταν πια πώς είχε γίνει δική του.
Χρόνια αντάλλασσαν μερικές τυπικές κουβέντες. Ο καιρός, η Φιορεντίνα, καμιά γυναίκα, η Ιρλανδία, πατρίδα για τον ένα, όνειρο για τον άλλο.
Ένα βράδυ μπήκε στο μαγαζί κρατώντας ένα πακέτο. «Someone told me this is your last night working here» είπε ο άλλος σε τραγουδιστά αγγλικά, παρότι ο άλλος μιλούσε πια τα ιταλικά σαν ντόπιος. «It’s true, I’m leaving tomorrow» απάντησε ο ένας. «In that case, this is for you» είπε ο άλλος και του έδωσε το πακέτο.

Ο ένας, μικρός στην ηλικία. Πέντε χρόνια έμεινε στη Φλωρεντία, όσο για να ολοκληρώσει τις σπουδές του και πια επέστρεφε στην οικογένειά του. Παιδί της σύγχρονης κοινωνίας της απομόνωσης και των ορίων, ήταν ξένος στο δέσιμο. Έμφυτα ευγενικός και έτοιμος να εξυπηρετήσει, χωρίς, όμως, να προχωράει παραπέρα.

Ο άλλος πιο μεγάλος. Προϊόν αυτής της «γέφυρας» κόσμων και εποχών, από τη μία της ανοιχτής καρδιάς και από την άλλη του φόβου της δέσμευσης, αυτής της σύγκρουσης μεταξύ παλιάς εποχής και νέας, Ίντερνετ και μολυβιού, Μεσογείου και βόρειας Ευρώπης. Κουρέας από το Έμπολι, επέλεγε να αδειάσει το μυαλό του με μια μπύρα και δύο καλές κουβέντες 25 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του, σε ένα ιρλανδικό μπαρ στη σκιά της περίτεχνης πρόσοψης της Santa Maria Novella.

«Γιατί μου δίνεις δώρο;», ρώτησε ο ένας. Πίσω από το μπαρ, η αμηχανία και η έκπληξή του ήταν σχεδόν απτές. «Δεν είναι δώρο», απάντησε ο άλλος. «Δες», είπε και του έκανε νεύμα να ανοίξει το πακέτο.

Ο ένας το έσκισε και έβγαλε από μέσα ένα CD του συγκροτήματος Solas. Πέρασε τα δάχτυλα μέσα από τα μαλλιά του, έγειρε το κεφάλι στο πλάι και τον κοίταξε με ένα στραβό χαμόγελο. «Παίζουν ιρλανδική μουσική» εξήγησε ο άλλος. «Ήθελα να σου πω πως με την ευγένειά σου, το χαμόγελο και την προθυμία σου να ακούς τα προβλήματά μου ακόμη και όταν προφανώς δεν είχες όρεξη, άφησες σε έναν επαρχιώτη Ιταλό το σημάδι σου. Απέκτησες και θα συνεχίσεις να έχεις, έστω και από μακριά, έναν φίλο».

Με το κεφάλι ακόμη στο πλάι και το χέρι στα μαλλιά, οι γωνίες που καθόριζαν το στραβό χαμόγελο του ένα αμβλύνθηκαν και τα μάτια του άνοιξαν λίγο παραπάνω. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ανέπνεε, στεκόταν απλά εκεί, πίσω από τη μπάρα, που πια δεν τους χώριζε, και τον κοιτούσε.

Ψέλλισε κάτι σαν «Thank you», ίσως ήταν «Grazie», και του έφερε ποτό. «Μην με πληρώσεις, είναι από εμένα». Στις διαμαρτυρίες του άλλου, ότι «δεν σου το έφερα γι’ αυτό», ψιθύρισε «όχι για το CD, δεν μπορώ να το εξηγήσω».

Το βράδυ εκείνο, ακόμη και το πάρτι πήρε ζωή και χόρεψε στους ήχους βρετανικής μουσικής. Τα γέλια ήταν λίγο πιο δυνατά και ο ήλιος τους βρήκε όλους μεθυσμένους να κοιμούνται στα σκαμπό. Ο ένας μετά τον άλλο ξεφλούδισαν τους εαυτούς τους από τους τοίχους και τη μπάρα και οι δρόμοι τους χώρισαν. Και την ίδια στιγμή δεν χώρισαν – άφησαν ένα μέρος τους πίσω, να τραγουδάει και να χορεύει, σαν ενέργεια που «πότισε» το πάτωμα, σαν μυρωδιά που δεν φεύγει.

Ο ένας άφησε ένα κομμάτι του πίσω για πάντα. Το κενό το συμπλήρωσε με κάτι που πήρε – κάτι βαρύ, λίγο για πάντα.

Δύο χιλιάδες δεκατέσσερα

ImageΑκόμη νιώθω το 2013 να με κοιτάζει, πίσω από τις γωνίες. Όταν στρίβω απότομα για να το πιάσω στα πράσα αυτό πάντα καταφέρνει να κρύβεται, και, το ορκίζομαι, ακούω παντού το πνιχτό κοροϊδευτικό του γελάκι να με ακολουθεί.

Όχι ότι μου φέρθηκε άσχημα. Απλά ήταν τόσο περίεργο και creepy, όσο αυτή η εικόνα.

Το 2014 διατηρεί προς το παρόν την αθωότητα ενός μικρού παιδιού. Η μουσική από το πρωτοχρονιάτικο πάρτι ακόμη αντηχεί στο μυαλό μου και, πού και πού, πέφτω πάνω σε μικρά αιωρούμενα φτεράκια που μου φέρνουν φτέρνισμα.

Ή κρύωσα.

Εν πάση περιπτώσει, ένας από τους λίγους ανθρώπους που ανέχονται την φυσική μου παρουσία (αυτή), ευθαρσώς και ανοιχτά εξεδήλωσε τον θαυμασμό της για το μπλογκ μου. Όχι με τόσα (ή αυτά τα) λόγια, αλλά μου αρκεί και το «σχεδόν». Στο πλαίσιο αυτού του θαυμασμού, μου έθεσε κάποια καθήκοντα: Να γράψω έντεκα πράγματα για εμένα, να απαντήσω σε έντεκα ερωτήσεις, να «βραβεύσω» έντεκα μπλογκ και να ενημερώσω αυτούς τους έντεκα.

Όχι, δεν θα συνεχίσω αυτή την ανίερη αλυσίδα βραβεύσεων, γιατί είμαι κακός άνθρωπος. Θα γράψω, όμως, 11 πράγματα για εμένα, κυρίως γιατί θεωρώ πως πολύ θα ωφεληθεί ο πλανήτης.

*Φωνή επίσημη* Καλώωωω, όμωωωως, όλους όσουυυυς το επιθυμούυυυυν, όπως πράξουυυυν ως έπραξα εγώωωω και όπως μας ενημερώσουυυυν για τους εαυτούυυυς τους, καθότι είναι όμορφοοοο και λίαν εποικοδομητικόοοο να γνωρίζουμεεεε ο ένας τον άλλοοοοοον.

Αυτά.

1. Είμαι πολύ κακός άνθρωπος.

2. Όπου γης πατρίς

3. Αγαπάω το μπαλέτο

4. Εκτός από το ότι το αγαπάω, το κάνω κιόλας. Δεν είμαι θαυμαστής εκ του μακρόθεν. Αν θέλω κάτι, απλά το κάνω.

5. Έχω δύο μαύρες γάτες. Ναι, μέσα στο σπίτι. Όχι, δεν είναι γρουσουζιά (φτου φτου φτου). Η μία βρωμάει.

6. Θεωρώ πως ποτέ δεν είσαι πολύ νέος για να σπουδάσεις. Φέτος το απέδειξα κιόλας.

7. Παθαίνω αμόκ αν πάθουν κάτι τα βιβλία. Έχω βιβλία από 30 χρόνια (εεε.. πριν γεννηθώ δηλαδή…) που σχεδόν μπορώ να τα πουλήσω σαν καινούργια. Αλλά δεν θα το κάνω. Γιατί είναι δικά μου. ΔΙΚΑ ΜΟΥ!!

8. Μαγειρεύω. Πολύ. Συνήθισέ το.

9. Ανά πάσα στιγμή ξέρω τα επόμενα δύο τατουάζ μου.

10. Αν είσαι φίλος μου, θα σου συγχωρήσω τα πάντα. Αν δεν είσαι φίλος μου, δεν θα σου συγχωρήσω απολύτως τίποτα. Το πού θα βρίσκεσαι κάθε φορά εξαρτάται αποκλειστικά από εσένα.

11. Μπορώ να κρατήσω κρυφό ακόμη και το σημαντικότερο πράγμα. Αν δεν θέλω, δεν θα το μάθεις.

(Bonus: 12. Ακόμη και μετά από αυτά, συνεχίζεις να μην γνωρίζεις τίποτα για εμένα)

———————————————————————————————————————

Αν είσαι ακόμη εδώ, ακολουθούν απαντήσεις στις ερωτήσεις που μου τέθηκαν.

Ποια είναι η δουλειά των ονείρων σου;
Καλοπληρωμένος συγγραφέας

Σε ποια χώρα θα ήθελες να ζεις και γιατί;
Στην ύπαιθρο της Ιρλανδίας, ή της Ισλανδίας. Ήταν το όνειρο που κάναμε με την αγαπημένη Τίνα Χρόνη, όποτε μας έπιανε σχεδόν ξημέρωμα και ήμασταν ξαπλωμένες, η μία πάνω στην κοιλιά της άλλης, κρατώντας τις μπυρίτσες μας σε περίεργη ισορροπία σε εκείνο το ασπρόμαυρο ριχτάρι. Εκείνη ήθελε και Βαρκελώνη, αλλά εγώ επέμενα. Βέβαια, σήμερα έμενα και καρφωμένη στα Εξάρχεια, φτάνει να μην σκάλωναν ποτέ εκείνα τα βράδια στο δίχτυ του παρελθόντος…

Αγαπημένο φαγητό;
Ντάμιτ, γούμαν! Δεν υπάρχει αυτό! Σαν να με ρωτάς «αγαπημένο βιβλίο;». Δεν υπάρχει αυτό! Τι να πω; Γιουβαρλάκια; Λαζάνια; Σπανακόρυζο; Τα μελιτζανάκια της Ολυμπίας; Ντολμαδάκια; Δεν υπάρχει σου λέω.

Μισημένο φαγητό;
Αυτό υπάρχει: Συκώτι. Και ξύδι.

Αν έπρεπε να διαλέξεις ένα μόνο βιβλίο για να διαβάζεις για την υπόλοιπη ζωή σου (εφιάλτης, ξέρω), ποιο θα ήταν και γιατί;
Εεεεε… Θα έραβα όλα μου τα βιβλία μαζί και θα είχα το πιο μεγάλο βιβλίο του κόσμου.
*Έλα μου;*
*Δηλαδή θα έκανα τρύπες στα βιβλία;; Ποια είμαι; Τι μου έκανε το 2014;;*

Αγαπημένος χαρακτήρας βιβλίου;
Aw, crap. Δεν έχω. Πώς γίνεται να έχω; Χμμμ… Νταξ, επειδή δεν μου αρέσει να μην απαντάω, θα πω ο Άρθουρ Ντεντ, γιατί δεν ήξερε τι του γινόταν από την αρχή μέχρι το τέλος. Μου μοιάζει. Ποτέ δεν ξέρω τι μου γίνεται. Όσο σκέφτομαι αυτή τη σειρά, μου έρχεται και ο Μάρβιν, γιατί ήταν τόσο καταθλιπτικός και υπέροχος, όσο κι εγώ. Αμέ.

Ένα ελάττωμά σου.
Δεν έχω χιούμορ

Ένα προτέρημα σου.
Έχω χιούμορ

Πες ότι μπορείς να αλλάξεις το όνομά σου. Ποιο θα διάλεγες;
Μπιλ Γκέιτς

Ποδήλατο ή πόδια;
Προτιμώ τα πόδια. Δεν θα μου έμπαιναν τα παντελόνια αν είχα ποδήλατα.

Μια ευχή για το 2014…
Εύχομαι στο τέλος του 2014 να είμαστε ακόμη όλοι μαζί, χαρούμενοι και υγιείς, και στις 31 Δεκεμβρίου του 2014, στις 23:59:59 να μην σκεφτεί κανένας μα κανένας «Πόσο θα ήθελα να ήσουν ακόμη εδώ…»