Ψυχή

IMG_2582Λίγες φτυαριές γης και τέσσερα χτυπήματα. Ένα κούτσουρο από πάνω, για να κάτσει το χώμα.

Ο αέρας έκαιγε τα πνευμόνια και το πρόσωπο. Καθίσαμε στα χόρτα, μόνο για λίγο.

«Τα ζώα δεν έχουν ψυχή, γι’ αυτό όταν πεθαίνουν χάνονται για πάντα» έγραψα με ένα ξύλο δίπλα στο κατακαίνουργιο βουναλάκι. Η Μπόχα μύρισε τα γράμματα, τα έσκαψε και τα έχεσε. Σκέπασε με το δικό της χώμα τις άκυρες λέξεις και με κοίταξε.

Τα μάτια της ήταν πάντα πράσινα.

Έριξε το σώμα της πάνω στο δικό μου και ακούμπησε το κεφάλι της στο πόδι μου. Ήταν ελαφρύ σαν αέρας.

Advertisements

5 Απριλίου: Η μέρα που πέθανε το grunge

layne-staley-headerΗ 5η Απριλίου είναι επισήμως η μαύρη μέρα του grunge. Γιατί αυτή ήταν η μέρα που ο χώρος έχασε δύο από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του. Ο ένας, ο Kurt Cobain. Ο άλλος, ο Layne Staley, φρόντμαν των Alice in Chains, η μοναδική φωνή του οποίου έσβησε το 2002 δίπλα σε ένα βουναλάκι κοκαΐνης και δύο πίπες για κρακ.

Ο Layne Staley δεν έζησε μια καλή ζωή. Ο ναρκομανής πατέρας του τους εγκατέλειψε όταν ο Layne ήταν μόλις έξι ετών, και το ότι του είπαν πως πέθανε δεν βοήθησε ιδιαίτερα. «Η ζωή μου [σ.σ. μετά από το διαζύγιο των γονιών του] έγινε ένας εφιάλτης, γύρω μου υπήρχαν μόνο σκιές» ανέφερε στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε, μόλις τρεις μήνες πριν πεθάνει, στη δημοσιογράφο Αντριάνα Ρούμπιο από την Αργεντινή. «Κάποιος μου είπε στο τηλέφωνο πως ο πατέρας μου είχε πεθάνει, όμως η οικογένειά μου πάντα γνώριζε πως ήταν κάπου κι έκανε όλων των ειδών τα ναρκωτικά. Από εκείνο το τηλεφώνημα και μετά πάντα αναρωτιόμουν ‘πού να είναι ο πατέρας μου;’. Τον λυπόμουν τόσο πολύ και μου έλειπε. Εξαφανίστηκε από τη ζωή μου για 15 χρόνια».

Ο Layne πάντοτε γνώριζε πως είχε τη δημιουργικότητα και την ικανότητα να γίνει ροκ σταρ, και πίστευε πως μόλις γινόταν διάσημος, ο πατέρας του θα επέστρεφε. Έβαλε τα δυνατά του για να γίνει καλός μουσικός, και παράλληλα τον αναζητούσε κρυφά από την οικογένειά του. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, όμως, όσα μάθαινε για εκείνον δεν ήταν καλά, έτσι συγκέντρωσε το μυαλό του στη μουσική, η οποία αποδείχθηκε διέξοδος για την ψυχή του.
Παρότι έπαιζε σε διάφορες μπάντες από 12 ετών – και διάφορα είδη μουσικής, από funk μέχρι glam rock – ήταν η γνωριμία του με τον κιθαρίστα Jerry Cantrell που του άλλαξε τη ζωή. Ίσως ήταν το γεγονός ότι έγιναν πρώτα φίλοι και μετά… μουσικοί σύντροφοι εκείνο που συνέβαλε καταλυτικά στην ανεπανάληπτη μουσική επαφή τους. Ό,τι και αν ήταν, πάντως, αυτό που απογείωσε αυτή τη μουσική σχέση, είναι πλέον αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο τρόπος με τον οποίο συμπλήρωναν μελωδικά ο ένας τον άλλο είναι μοναδικός και αξιοσημείωτος.
Οι Alice in Chains γεννήθηκαν το 1987 και το Facelift κυκλοφόρησε το 1990. Ήδη ο Layne Staley είχε στραφεί στην ηρωίνη για να αντιμετωπίσει τους προσωπικούς του δαίμονες και να ξεπεράσει τον πόνο που του προκαλούσε η απουσία του πατέρα του. Γι’ αυτό και, όταν εκείνος εμφανίστηκε ξανά, το 1988, αφού είχε δει φωτογραφίες του Layne σε ένα περιοδικό, ξεκίνησε η πραγματική κατηφόρα. «Είπε πως ήταν καθαρός εδώ και έξι χρόνια», διηγήθηκε στη Ρούμπιο ο ίδιος ο Staley. «Και γιατί στο διάολο δεν εμφανίστηκε νωρίτερα; Στην αρχή ήμουν πολύ προσεκτικός. Μετά η σχέση άλλαξε. Ο πατέρας μου άρχισε πάλι να παίρνει ναρκωτικά. Πήραμε ναρκωτικά μαζί και βρέθηκα σε μια άθλια κατάσταση. Άρχισε να με επισκέπτεται κάθε μέρα και να κάνει μαζί μου ναρκωτικά. Ερχόταν μόνο για να βρει τη δόση του και αυτό ήταν όλο. Εγώ προσπαθούσα να ξεφορτωθώ αυτή τη συνήθεια κι ερχόταν αυτός ο άντρας και μου ζητούσε λεφτά για λίγη πρέζα».
O τρόπος με τον οποίο τον εκμεταλλεύτηκε ο πατέρας του υπήρξε η αρχή του τέλους.
Το 1992 οι Alice in Chains κυκλοφόρησαν το αριστουργηματικό Dirt. Σε αυτό το άλμπουμ ξετυλίγεται στην εντέλειά της η πραγματική έκταση της μοναδικότητας της φωνής του Layne Staley. Το βάθος της, η ποιότητά της, η σκοτεινή χροιά της, η μαγνητική ομορφιά της, η ικανότητά της να στοιχειώνει και να εκπλήσσει, σε συνδυασμό με το απόλυτα αρμονικό της συνταίριασμα με τα φωνητικά του Jerry Cantrell χάραξαν βαθιά το σημάδι τους στη μουσική σκηνή του Seattle. Λίγοι είναι εκείνοι που μπορούν να μιμηθούν τον τρόπο με τον οποίο τραγουδούσε – παρόλο που δεν είναι καθόλου λίγοι εκείνοι που προσπάθησαν. Μάλιστα, η τεχνική των «stacked vocals», που ο ίδιος ανακάλυψε, της τοποθέτησης, δηλαδή, της φωνής, σε δύο και τρία κανάλια ταυτόχρονα, ώστε να ακούγεται… περισσότερη, πρόσθεσε μια ακόμη νότα (pun intended) στα ήδη πολύ ιδιαίτερα φωνητικά του συγκροτήματος.

Το Dirt πούλησε περισσότερα από πέντε εκατομμύρια αντίτυπα και έβγαλε κομμάτια όπως το Would?, το Them Bones, το Down in a Hole. Ο Staley όμως συνέχισε να βυθίζεται σε ένα σκοτάδι, χωρίς να μπορεί να δει φως. Ο εθισμός του ήταν τόσο έντονος, που το συγκρότημα αποφάσισε να μην κάνει περιοδεία για την προώθηση του Jar of Flies, το 1994. Ακολούθησε μια μακρά περίοδος διακοπής, κατά την οποία το πρόβλημά του άρχισε να γίνεται γνωστό στο κοινό. Μόλις έναν μήνα μετά από τον θάνατο του Cobain, ο Staley ανέβηκε στη σκηνή, σε μια guest εμφάνιση στη συναυλία των Tool, υπερβολικά αδυνατισμένος, αδύναμος και φορώντας μια μάσκα του σκι. Πολλές ήταν οι φήμες που κυκλοφορούσαν γενικότερα εκείνο το διάστημα, μερικές πιο υπερβολικές από κάποιες άλλες, ωστόσο όλες με γενικό παρονομαστή την ανησυχία που προκαλούσε η συνεχώς επιδεινούμενη κατάστασή του.

Ο Staley έγραψε σχεδόν όλους τους στίχους του άλμπουμ Alice in Chains, που κυκλοφόρησε το 1995. Παρότι, σύμφωνα με όσους τον γνώριζαν, ήταν ένας πολύ ήσυχος, καλόψυχος και γενναιόδωρος άνθρωπος, ο χρόνιος εθισμός του τον έκανε νευρικό και δύσκολο στη συνεργασία. Σύμφωνα, πάντως, με τον Cantrell, παρότι υπήρχαν εντάσεις, το συγκρότημα παρέμεινε ενωμένο. «Περάσαμε τα εύκολα, θα περνούσαμε και τα δύσκολα. Δεν μαχαιρώσαμε ποτέ ο ένας τον άλλον στην πλάτη και δεν ‘ξεκατινιαστήκαμε’, όπως βλέπεις συχνά να γίνεται». Το 1996 το συγκρότημα έκανε το πολύ επιτυχημένο MTV Unplugged, μια εμφάνιση στο Saturday Night Live και το Letterman Show. Η τελευταία ζωντανή εμφάνιση του Staley ήταν στις 3 Ιουλίου 1996, στο Kemper Arena.

layne staleyΟ θάνατος της πρώην συντρόφου του, Demri Parrott από υπερβολική δόση τον Οκτώβριο του 1996 αποτέλεσε το τελειωτικό χτύπημα. Ο Staley βυθίστηκε σε μια κατάθλιψη από την οποία ουδέποτε επανήλθε. Χάθηκε από το προσκήνιο, ενώ φήμες λένε πως, με ύψος σχεδόν 1,90μ., έφτασε να ζυγίζει περίπου 40 κιλά και ήταν πάντοτε κάτωχρος. Εκτός από ελάχιστες εμφανίσεις με το συγκρότημα, σχεδόν δεν έφευγε ποτέ από το διαμέρισμά του στο Σιάτλ. Δεν γνωρίζουμε πολλά από την καθημερινότητά του μέχρι τον θάνατό του, ωστόσο λέγεται πως, εκτός από τα ναρκωτικά, δεν σταμάτησε να δημιουργεί, προσεγγίζοντας την τέχνη από διάφορες σκοπιές, έπαιζε βιντεοπαιχνίδια και απέφευγε να απαντήσει στα τηλεφωνήματα και σε όλων των ειδών τις προσπάθειες που έκαναν οι κοντινοί του άνθρωποι για να επικοινωνήσουν μαζί του.

Όπως είπε στη Ρούμπιο, «ξέρω ότι είμαι πολύ κοντά στον θάνατο. Κάνω κρακ και ηρωίνη εδώ και χρόνια. Ποτέ δεν ήθελα να τελειώσω έτσι τη ζωή μου. Ξέρω ότι δεν έχω ελπίδα. Είναι πολύ αργά. Δεν ήθελα ποτέ την έγκριση του κόσμου για τη γαμημένη τη χρήση ναρκωτικών». Μέσα από αναγούλες, πυρετό, με μια φωνή αγνώριστη και έχοντας χάσει πολλά δόντια, ο Staley περιέγραψε τη χρήση ναρκωτικών ως αναγκαστική. «Αυτό το γαμημένο το ναρκωτικό είναι όπως η ινσουλίνη που χρειάζεται ένας διαβητικός για να επιβιώσει. Δεν παίρνω ναρκωτικά για να φτιαχτώ, όπως πολλοί νομίζουν. Ξέρω ότι έκανα μεγάλο λάθος όταν τα άρχισα αυτά τα σκατά. Είναι πολύ δύσκολο να το εξηγήσω. Το συκώτι μου δεν λειτουργεί και ξερνάω όλη την ώρα και χέζομαι επάνω μου. Ο πόνος είναι πιο δυνατός από ό,τι μπορώ να αντέξω. Είναι ο χειρότερος πόνος στον κόσμο. Ο πόνος της πρέζας χτυπάει όλο το σώμα».
Στις 19 Απριλίου 2002 οι λογιστές του ενημέρωσαν τη μητέρα του πως δεν υπήρξε καμία κίνηση στα οικονομικά του επί δύο εβδομάδες. Μια επίσκεψη στο σπίτι του, τους έφερε αντιμέτωπους με τη σκληρή πραγματικότητα. Εκεί, δίπλα σε ένα βουναλάκι κοκαΐνης, πίπες για κρακ, κουτάκια από χρώματα για γκραφίτι, βιντεοπαιχνίδια, μια ανοιχτή τηλεόραση, όλα τα απομεινάρια μιας μοναχικής ζωής, o Staley πεσμένος, νεκρός επί δύο εβδομάδες σε προχωρημένη αποσύνθεση, έγραψε μόνος τον επίλογο του δράματος.

Μαθήματα ζωής

Είναι εντυπωσιακό, το ότι θα πεθάνουμε όλοι.

Όλοι, όμως.

Όλοι όσοι ξέρεις, αγαπάς, δεν αγαπάς, συμπαθείς, μισείς παθιασμένα, παρακολουθείς αδιάφορα, όλοι, όλοι θα πεθάνουμε κάποια στιγμή.

Είναι φοβερό.

Εντυπωσιακό, φοβερό, και απολύτως ασύλληπτο.

Δεν με νοιάζει πόσο πιστεύεις ότι το έχεις συνειδητοποιήσει – αποφασίσει – φιλοσοφήσει… Πραγματικά δεν το χάφτω το ότι δεν σε εντυπωσιάζει και συνάμα δεν σε κάνει να χέζεσαι από το φόβο σου. Δεν σου προκαλεί αρρυθμία, πονοκέφαλο, δεν σου φέρνει δάκρυα στα μάτια, το να σκέφτεσαι ότι, όχι απαραίτητα για τον εαυτό σου, αλλά για τους ανθρώπους που αγαπάς περισσότερο από τίποτε άλλο στον κόσμο, κάποια μέρα δεν θα υπάρχει πια τίποτα.

Θα εξαφανιστούν.

Θα πάψουν να υπάρχουν.

Εμένα μου κόβει την ανάσα.

Ο θάνατος είναι μια πολύ περίεργη υπόθεση. Έχει μια τάση να σε ξεγυμνώνει. Κάποιες φορές, οι κηδείες είναι οι πιο αμείλικτοι ρουφιάνοι. Δεν αφήνουν τίποτα να πέσει κάτω. Βεβαίως το σύνηθες είναι το κλάμα, ο πόνος, βουβός ή μη, καμιά φορά ακόμη και η γλυκιά μελαγχολία. Είναι κι εκείνες οι φορές που είσαι σίγουρος ότι οι τεθλιμμένοι έχουν έρθει απλά για να σιγουρευτούν πως ο μακαρίτης συχωρέθηκε.

Που λεει ο λόγος.

Και είναι και εκείνες οι φορές, που ο ρουφιάνος που λέγεται κηδεία ξεγυμνώνει εμάς. Που, προς το παρόν, παραμένουμε τεθλιμμένοι. Αλλά ούτε ως τέτοιοι δεν πείθουμε.

Κρίμα. Τσάμπα η μάσκαρα στο μάγουλο.

Κάποτε πίστευα πως η κηδεία του καθενός είναι το βασικότερο κριτήριο για να καταλάβεις τι σόι άνθρωπος ήταν όσο ζούσε. Αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Στο κάτω κάτω της γραφής, μπορεί να έρθουν στην κηδεία σου και να κλαίνε και να χτυπιούνται όλοι εκείνοι οι γνωστοί σου, με τους οποίους μάλωνες όλα τα χρόνια, δεν τους χώνευες καθόλου, αλλά τώρα βρήκαν μια ευκαιρία να βρεθούν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Έχω εγώ μια φίδη, την, ας την πούμε, Αφροξυλάνθη. Αν ζει στην κηδεία μου, είμαι σίγουρη ότι θα έρθει πληγωμένη βαθύτατα. Θα χαϊδέψει τα άσπρα μου μαλλιά, θα χύσει δάκρυα πικρά, θα πει σε όλους «θέλω να πεθάνω μαζί της! Την ξέρω από τότε που γεννήθηκα, μαζί μεγαλώσαμε!» και θα σκύψει το κεφάλι πονεμένη, δεχόμενη τα συλλυπητήρια των άλλων τεθλιμμένων. Κι ας είχε προσπαθήσει να με ενοχοποιήσει όταν ήμαστε πολύ μικρές, για το πασάλειμμα του κατάμαυρου καινούργιου αυτοκινήτου του κυρίου Πέτρου με Nivea, και ας με είχε κατασυκοφαντήσει, μερικά χρόνια αργότερα, σε όλους μας τους φίλους ότι τη χτύπησα με τη ρακέτα και της μαύρισα το μάτι, απομονώνοντάς με για εβδομάδες από όλους που νόμιζαν πως είμαι επίδοξη δολοφόνος, και ας είπε ψέματα στη μαμά μου την ίδια χρονιά ότι πήγα βόλτα μαζί τους στις γραμμές του τρένου, με αποτέλεσμα να μπω εγώ τιμωρία. Για να μου φέρνει μετά ληγμένα κρουασανάκια και να με κοροϊδεύει. Και ας ερχόταν έξω από το τροχόσπιτό μου, όταν στην έκτη δημοτικού έπαθα ανεμοβλογιά το Πάσχα και έμεινα στο κρεβάτι, για να φωνάζει ότι «εμείς θα πάμε βόλτα τώρα, και μετά θα παίξουμε κρυφτό, και μετά θα κάτσουμε στην παραλία για να λέμε ιστορίες, τι τέλεια που θα περάσουμε», κάνοντας μια μικρή σπυριάρα να κλαίει γοερά.

Η κηδεία, όμως, είναι ρουφιανιάκι. Θα βγει χορεύοντας μέσα από τον κόσμο και εκεί που θα χύνει μαύρο δάκρυ, θα της φορέσει ξαφνικά ένα μεγάλο, φουξ, κωνικό καπέλο που θα γράφει «bullshit» και θα γελάσει με την καρδιά της.

Γιατί το τι άνθρωπος είσαι δεν φαίνεται μέσα από το πώς φέρονται οι άλλοι σε εσένα. Από το πώς κλαίνε οι άλλοι στην κηδεία σου. Το τι άνθρωπος είσαι φαίνεται από το πώς φέρεσαι εσύ στους άλλους. Όσο ζούνε.

Καρκίνε, ψόφα ρε! (Lamenting the loss of Adam Yauch)

Τη φωτογραφία τη βούτηξα από το BBC

Κι όμως, συνέβη. Δύο μέρες πριν από τις εκλογές, κι εκεί που όλοι είχαμε ψιλοξεχάσει πως ήταν άρρωστος και μας έκανε να ανησυχούμε, ο Adam Yauch, a.k.a. MCA, a.k.a. Nathanial Hörnblowér, έκλεισε τα μάτια και πέρασε για πάντα στην αιωνιότητα.

Όσο και αν στέλναμε από εδώ θετική ενέργεια, μπάλες φωτός, κύματα ίασης και προσευχές (όλων των θρησκειών), αυτή η κωλοαρρώστιαπουκακόχρόνοναχει απεδείχθη πιο δυνατή από όλους μας. Σε ηλικία 47 ετών, ο Adam Yauch πέθανε.

Δυστυχώς οι φόβοι μας, που γεννήθηκαν όταν δεν παρέστη στην ένταξη των Beastie Boys στο Rock and Roll Hall of Fame, επιβεβαιώθηκαν. Ο MCA έπασχε από καρκίνο από το 2009, ωστόσο μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχει επιβεβαιωθεί ακόμη ότι αυτό ήταν που τον σκότωσε.

Δεν χρειάζεται να πει κανείς τίποτα για την προσφορά του ανθρώπου αυτού στη μουσική. Είτε φαν της χιπ χοπ είτε όχι, οφείλει κανείς να αναγνωρίσει πως ανήκει στις μπάντες εκείνες που έγραψαν μουσική ιστορία. Έχοντας πουλήσει δεκάδες εκατομμύρια δίσκους (40εκατομμύρια; 50; Πάντως, από ό,τι καταλαβαίνω, τα μισά – από τα πενήντα εκατομμύρια, ε; – τα έχουμε στο σπίτι μας. Και, ναι, καλά το καταλάβατε, ο κ. Μαριονέτας αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε εμβρυακή στάση σε μια γωνία και κλαίει γοερά), δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η μουσική τους και οι στίχοι τους άγγιξαν πολλά εκατομμύρια ανθρώπους. Επιπλέον, μαζί με τους υπόλοιπους Beastie Boys, και μέσω της δισκογραφικής τους εταιρείας Grand Royal, βοήθησαν να «ξεπεταχτούν» πολλά αξιόλογα συγκροτήματα, όπως, για παράδειγμα, οι At The Drive-In (αιθέρια Τίνα Χρόνη, σε αγαπάμε για πάντα, ρε). Αν δεν τους έχετε ακούσει, ψάξτε τους, αξίζει.

Ίσως δεν χρειάζεται καν να πούμε για τη συνολική του προσφορά στην τέχνη. Εξάλλου, είναι μάλλον γνωστό το ότι δεν περιοριζόταν στις ρίμες και τα μπιτ, αλλά επεκτεινόταν και σε άλλα είδη. Ο Adam Yauch, εκτός από το ότι σκηνοθέτησε αρκετά βίντεο κλιπ των Beastie Boys, ήταν ιδιοκτήτης εταιρείας παραγωγής, μέσα από την οποία, τόσο ο ίδιος, όσο και πολλοί άλλοι δημιουργοί κυκλοφόρησαν ταινίες τους. Ανάμεσά τους, ο πολύς Banksy, αλλά και άλλοι.

Κυρίως, όμως, ήταν ο εαυτός του. Κι αυτό φαίνεται μέσα από τη συνολική πορεία του. Έζησε, δημιούργησε, γλέντησε, διασκέδασε, «χάθηκε», βρέθηκε, «τσαλακώθηκε», ξανασηκώθηκε και χάραξε τη δική του πορεία. Βουδιστής, υπέρμαχος της ελευθερίας του Θιβέτ από την κινεζική κατοχή, ιδρυτής ενός ταμείου (με το όνομα Milarepa Fund) που υποστήριζε αυτόν τον σκοπό, διψασμένος να ενημερώσει το κοινό του για τα ενδιαφέροντά του, να ζήσει τη ζωή του με τον τρόπο που επέλεξε αυτός. Εκτός από τους γιατρούς που τον παρακολουθούσαν, ακολουθούσε και τις οδηγίες των Θιβετιανών γιατρών του, ωστόσο τίποτα δεν φάνηκε αρκετό για να τον βοηθήσει.