Happy birthday Ημίζ

accessΟμολογώ πως έμαθα πολύ αργά πως η Αλέκα Παπαρήγα αποτελεί πια παρελθόν από το ΚΚΕ. Πιο πριν διασκέδαζα με την ψυχή μου. Πέρασα καλά, χόρεψα πολύ, τραγούδησα περισσότερο, κι έτσι δεν ήμουν σε θέση να αξιολογήσω την είδηση ότι ο Δημήτρης Κουτσούμπας διαδέχθηκε την επί 22 χρόνια γενική γραμματέα του ΚΚΕ, Αλέκατηςκαρδιάςμας, στα ηνία του Κόμματος.

Την ώρα που η Αλέκα άφηνε το ΚΚΕ ήμουν σε πάρτι, πάρτι γενεθλίων, σχεδόν ενηλικίωσης, ενός παλιού, καλού φίλου. Ενός φίλου που με βοήθησε να σκάσει το χειλάκι μου στα δύσκολα, που με συντρόφευσε στα εύκολα, που χόρεψε μαζί μου στις χαρές, ειρωνεύτηκε μαζί μου τα κακώς κείμενα αυτής της χώρας (αλλά και άλλων!) και ήταν από τους πολύ λίγους που με πήρε από το χεράκι και, με μπρίο και λίκνισμα γοφού, με συνόδευσε για μπάνιο. Σε μια παραλία.

2013-04-13-1294

Φωτό του Μιχαήλ Λιάπη

Αν δεν το κατάλαβες (δεν μπορεί να μην το κατάλαβες, αφού είπα «παραλία»!), τα Ημισκούμπρια έκλεισαν τα 17. Και το γιόρτασαν δεόντως, ΚΑΙ στη Θεσσαλονίκη. Το αγαπημένο χιπ χοπ τρίο ανέβηκε το βράδυ του Σάββατου στη σκηνή του Block 33 και απέδειξε για άλλη μια φορά πως Ημισκούμπρια και Θεσσαλονίκη έχουν μια χημεία ανεπανάληπτη. Αν βρεθήκατε το Σάββατο στη συναυλία που γιόρτασε τα 17 χρόνια των Ημισκουμπρίων ξέρετε τι εννοώ.

IMG_6377Τα «Ημίζ» και οι φίλοι τους από τη Θεσσαλονίκη έχουν μια σχέση ιδιαίτερη. Ο παλμός που ξεκινάει από τη σκηνή μεταδίδεται στο κοινό σαν φωτιά σε ξερόχορτα και, πολύ πολύ γρήγορα, το μαγαζί σείεται σε ρυθμούς «Παραλίας», «Μοναχού», «Ντισκοτέκ», «Σεξ» (κρυφογέλασες; Μα πόσο έφηβος…), «Greek Lover», «Τσατσάρας», «Μπραζίλ», «Νωρίς» και όλων των επιτυχιών των Ημισκουμπρίων. Και όταν λέμε «όλων», εννοούμε όλων, αφού η συναυλία κράτησε ούτε μία, ούτε δύο, αλλά τρεις ολόκληρες ώρες.

2013-04-14-1316

Φωτό του Μιχαήλ Λιάπη

Κατά τη διάρκειά της, ακούστηκε για πρώτη φορά μέρος του «Ο Διάβολος κατέβηκε ξανά στον Χολαργό», κομμάτια από τις σόλο δουλειές του Δημήτρη Μεντζέλου και του Μιθριδάτη, αλλά και οι συνεργασίες τους, τόσο με τους ντόπιους SMA (οι οποίοι ανέβηκαν και μαζί με τον Δ.Μ. στη σκηνή) αλλά και με τον Tyler των Professional Sinnerz (οι οποίοι βρέθηκαν αμφότεροι στο πλάι των Ημισκουμπρίων – και – σ’ αυτή την περίσταση). Μέχρι και κεράκια έσβησαν, σε μια τούρτα σοκολάτα (τρέχει ακόμη το σαλάκι από τη γωνία του στόματός μου) που τους έφεραν κάποιοι φίλοι από το κοινό, συνοδεία του «Happy Birthday To You», που τραγουδήθηκε από όλους.

Τι απέγινε, άραγε, εκείνη η τούρτα;

IMG_6367

Σέξπυρ σε δράση

Φυσικά το συγκρότημα δεν ήρθε μόνο του. Μαζί τους ανέβηκε από την Αθήνα ο Sexpyr, αγαπημένο τους «παιδί» και μέλος της Imiz Biz Entertainment (το label τους, αν δεν ξέρεις περί τίνος πρόκειται, δεν θα καταλάβεις ποτέ). Εκπληκτικός showman, εξαιρετικός ράπερ, με καυστικό κωμικό στίχο, ο Sexpyr είναι πάντοτε μια αποκάλυψη στα live. Και δεν απογοήτευσε ούτε αυτή τη φορά, συμβάλλοντας τα μέγιστα σε μια συναυλία ξεχωριστή. Με τις τελευταίες νότες της «Ντισκοτέκ» η βραδιά τελείωσε, τα φώτα έκλεισαν, ο κόσμος αποχώρησε (νταξ, ο κόσμος άργησε λίγο να αποχωρήσει μιας και πολλοί ήταν εκείνοι που περίμεναν μετά από τη λήξη της συναυλίας για ένα αυτόγραφο, μια φωτογραφία, έναν καλό λόγο) και όλοι επιστρέψαμε στη βαριά καθημερινότητά μας. Με μια υπόσχεση όμως: πως η ενηλικίωση θα βρει και πάλι τα Ημισκούμπρια σε σκηνή της Θεσσαλονίκης.

IMG_6353

Καινούργια παπούτσια;

Το βρίσκεις και εδώ

Advertisements

Foo Fighters η φωτοπανδαισία

Δόξα και τιμή σε αυτόν που εφηύρε τη φωτογραφία (σύμφωνα με τη γουικιπίντια, μάλιστα, οι πρώτοι που το σκέφτηκαν ήταν, λεει, ένας κινέζος, ο Μο Ντι ή Μόζι, και ο Αριστοτέλης και ο Ευκλείδης, κοίτα να δεις!). Χάρη σε αυτούς, εδώ και τρεις μέρες καθόμαστε και χαζεύουμε ξανά και ξανά τη συναυλία των Foo Fighters. «Αχ, ναι, η ουρά για τις τουαλέτες», «αχ, εκεί που έκατσα και λέρωσα το παντελόνι μου» (duh!), «αχ, το παιδάκι!!», «αχ, τότε που ο Ντέιβ ανέβηκε στα ντραμς», «αχ», «αχ», «ααααααααααααααχχχχχχχχ»!

Ε, πάρε μια ιδέα!

Κάθε ταξίδι στην Ιταλία ξεκινάει με στάση για πίτσα. Βγάζω πίτσες από τα αυτιά όταν φταρνίζομαι, το λέω αλήθεια!

Ο δρόμος προς το Ούντινε ανοιχτός, ο ουρανός καθαρός, όρτσα τα πανιά στο 500αράκι και φύγαμε για τους Φους!

Φύση γύρω από το Ούντινε. Δεν φαντάζεσαι. Ό,τι και να σου πω είναι λίγο!


Το θέμα είναι… ποιος τα κοιτάζει αυτά;; ΠΟΎ ΕΊΝΑΙ Η ΒΊΛΑ ΜΑΝΙΝ;;;;

Πού να ηταν, λίγο πιο κάτω ήταν, αλλά άντε να ηρεμήσεις δύο Έλληνες που ψάχνουν κάτι! Όχι «το χάσαμε!», όχι «αλλού έπρεπε να στρίψεις», όχι «την Ιταλία και τις κυκλικές πορείες της μέσα», και άλλα τέτοια! Τελικά συνειδητοποιήσαμε πως επί πολλή ώρα πηγαίναμε μια σειρά αυτοκινήτων όλοι μαζί, και καταλάβαμε πως πάμε όλοι στη συναυλία, γι’ αυτό ηρεμήσαμε λίγο!

Και πάνω που ηρεμήσαμε… Φτάσαμε! Συνειδητοποιήσαμε πως η αναζήτηση είχε φτάσει στο τέλος της όταν σταμάτησαν όλοι οι μπροστινοί και άρχισαν να ψάχνουν για παρκάρισμα στη μέση του πουθενά! Κάναμε κι εμείς το ίδιο και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε έναν δρόμο που φαινόταν ατελείωτος!

Όλα τα σημάδια έλεγαν: «συναυλία προς τα εκεί» (ή κάτι τέτοιο!)

Η ουρά ήταν τόσο τρομακτική, που χρειαστήκαμε δύο μπύρες και δύο πανίνι για να πάρουμε θάρρος και να μπούμε μέσα!

Τελικά, όμως, δεν ήταν τόσο τραγικά τα πράγματα! Η ώρα που μας πήρε για να φτάσουμε στα κάγκελα και τελικά να μπούμε μέσα ήταν λιγότερη από ό,τι, ας πούμε, χρειάζεσαι στην Ελλάδα για να φτάσεις στο ταμείο σε μεγάλο πολυκατάστημα ρούχων – διεθνής αλυσίδα, οικονομικά ρούχα, πολλή ουρά ρε φίλε! Στην Ιταλία συγκρίνεται με την ουρά στα Autogrill στον πάγκο του καφέ. Φρίκη!

[Edit: Βλέπεις τα χαρτάκια στα κάγκελα;; Μεταξύ άλλων λένε «οι φου φάιτερς σας ζητάνε να μην κάνετε στέιτζ ντάιβινγκ και όλα αυτά που συνηθίζονται στις συναυλίες, γιατί είναι επικίνδυνα και μπορεί να τραυματιστείτε» ή κάτι παρόμοιο. Έβγαλα τη φωτογραφία και νόμιζα ότι θα μεγαλώνει αρκετά για να μπορέσω να δω ακριβώς τι γράφει, αλλά φυσικά και κάτι έκανα λάθος και δεν γίνεται. Δεν βαριέσαι, πίστεψέ με, κάτι τέτοιο λέει]

Και, ναι, είμαστε μέσα στον χώρο! Το σαγόνι στο στήθος από αυτό που βλέπαμε, έτσι;
Αυτό είναι από τη μία πλευρά (από την πλευρά της σκηνής)

Και αυτό από την άλλη πλευρά (ε… την άλλη, όχι της σκηνής, ξες)

Και αυτή είναι η περίφημη ουρά για τις τουαλέτες. Να μην τα ξαναλέμε, κατάστημα, Autogrill, είχαμε πιει και μπύρες, ξεροκατάπιαμε και αρχίσαμε να εντοπίζουμε σκοτεινές γωνίες στον χώρο! Είχαμε και δύο ώρες οδήγηση για να επιστρέψουμε!

Μια άποψη της σκηνής από λίγο πιο κοντά. Δεν ξέρω αν φαίνονται καλά εδώ κάτω αριστερά, αλλά ήταν κάτι γερμανοί που έπαιζαν ένα πολύ επικίνδυνο ντρίνκινγκ γκέιμ! Φώναζαν «ΕΕΕΕΕΕ!!!» και έπιναν όλοι μαζί ένα τεράστιο ποτήρι μπύρας με τη μία. Μετά στο καπάκι πάλι ΕΕΕΕΕ! και μπύρα. Επικίνδυνο γιατί… ουρά, ρούχα, Autogrill, να μην τα ξαναλέμε!

Α, να και το παιδάκι. Ναι, είχε ωτοασπίδες, πόσο κουλ παιδάκι! Θα έχει να λεει όταν μεγαλώσει «εγώ δεν το θυμάμαι, αλλά οι γονείς μου όταν ήμουν μικρός με πήγαν σε συναυλία Foo Fighters! Εγώ, βέβαια, τώρα ακούω την κόρη της Emma Marrone, αλλά κάποτε, λεει, αυτοί ήταν ωραίοι!»

«Βρες σήμα, βρες σήμα, βρες σήμα, ΤΙΜ δώσε μου 3G, τι θα γίνει, θέλω Τουίτερ!»

Και σιγά σιγά, ο κόσμος μαζευόταν…

Μέχρι που χτύπησε το ρολόι 9:04μ.μ. Νταν!

**headbanging**

Τα παιδάκια αυτά δίπλα μας το χάρηκαν πάρα πολύ! Το κενό γύρω τους το βλέπεις;; Τόσο πολύ!

**headbanging** **tears**

Εδώ είναι που κανονικά θα έλεγα «Αδερφέ, του χρόνου Ελλάδα, ε;;», αλλά φέτος θα το αλλάξω το τροπάριο και θα πω: «Αδερφέ, μήπως να την καθιερώσουμε, μια Ιταλία το χρόνο;;»

Περιττό να πω πως ακόμη βλέπουμε αστράκια! Α, κι επειδή σε αγαπάω, πάρε και το αγαπημένο σημείο με το Monkey Wrench/Hey, Johnny Park! Με ακούς να ουρλιάζω, αν προσέξεις!

😀

Εγώ, οι Charlatans και όλοι οι άλλοι

1992. School-night. Ο καβγάς με τους γονείς μου, ομηρικός. Οι λέξεις «αποκλείεται» και «ούτε να το συζητάς» εκσφενδονίζονται συνεχώς από τη μία πλευρά του σαλονιού, αποκρούοντας δραματικές δηλώσεις του στιλ «θέλετε να πεθάνω», «δεν με αγαπάτε καθόλου», «θα πέσω από το μπαλκόνι» και πολλές άλλες παρόμοιες εκφράσεις της εφηβικής απογοήτευσης.

Αιτία: η συναυλία των Βρετανών Charlatans, σε συναυλιακό χώρο της πόλης, σε συνδυασμό με την άγνοια των περισσότερων φίλων μου γύρω από τη βρετανική μουσική σκηνή και την αφόρητη μοναξιά μου στις μουσικές μου επιλογές εκείνη την εποχή. Βλέπεις, τότε μεσουρανούσε ο Σάκης Ρουβάς με το ντεμπούτο του και οι συμμαθήτριες δεν είχαν μάτια για άλλους άντρες. Ο αγαπημένος ξάδερφος που συνήθως με συνόδευε σε τέτοιου είδους εξόδους αρνιόταν να με πάει σε «αδερφές» (ήταν της πιο σκληρής μουσικής), με αποτέλεσμα να βρίσκομαι στη δύσκολη θέση σε νεαρή ηλικία να ζητάω από τους γονείς μου να πάω σε συναυλία μόνη μου.

Σήμερα δεν τους αδικώ για την απόφασή τους. Τότε; Ήθελα να πεθάνω.

Κάτω από τα μουσκεμένα από τα δάκρυα μαξιλάρια μου φανταζόμουν τον Tim Burgess να ζωγραφίζει με την ξεχωριστή φωνή του το The Only One I Know, το Then… το Opportunity… όχι, δεν θα με έβρισκε το ξημέρωμα, θα πέθαινα από τη στεναχώρια μου…

Φυσικά και αυτό δεν έγινε. Τρία χρόνια αργότερα, γνώρισα τη φίλη μου, Σοφία, η οποία, ρίχνοντας λίγο αλάτι στις πληγές, μεν, ενισχύοντας, δε, την ήδη παγιωμένη λαχτάρα μου να τους δω live, μου εξιστορούσε λεπτό προς λεπτό το μεγαλείο εκείνης της πρώτης συναυλίας των Charlatans στη Θεσσαλονίκη. «Κάποιος», λέει, «ζητούσε όλο το βράδυ το The Only One I Know», με αποτέλεσμα να την ψωνίσει ο Tim και να του φωνάξει «I am not a fucking jukebox», λίγο πριν χτυπήσει το κεφάλι του με το μικρόφωνο.

Τρία (κατά σύμπτωση) χρόνια αργότερα, ο τότε γκόμενός μου προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να με κρατήσει από το να πέσω στις ράγες ενός τρένου (που, βέβαια, δεν θα ερχόταν ποτέ), καθώς αποκλεισμένοι – λόγω βλάβης; απεργίας; απλής γκαντεμιάς; ποιος θυμάται πια – στη μία γωνία της Αγγλίας έπρεπε για άλλη μια φορά να φαντάζομαι τον Tim να τραγουδάει στην άλλη (άκρη). (της Αγγλίας).

Τρία χρόνια πέρασαν και πάλι. I am not making this up. Ένα ξημέρωμα του καλοκαιριού του 2001 πετάχτηκα από το κρεβάτι μου, στο σπίτι του Αχιλλέα της Αντιγόνης, και κραύγασα, από τα τρίσβαθα της ψυχής μου: «ΣΗΜΕΡΑ ΘΑ ΔΩ ΤΟΥΣ CHARLATANS!». Ήταν το Rockwave του 2001 και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί έπρεπε να περιμένω τον Αχιλλέα να φτιάξει το Coleman με βότκα και χυμό, γιατί  σταματούσαμε να φάμε καθώς πηγαίναμε, γιατί πήραμε ταξί (με τα πόδια θα έτρεχα πιο γρήγορα), γιατί έχει ουρά, γιατί μας τσεκάρουν τα εισιτήρια, ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΠΑΙΝΩ ΑΠΛΑ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ;

Όσο έπαιζαν οι Ash (και το τονίζω, γιατί μου αρέσουν), μετρούσα αντίστροφα. Όταν χτύπησε το τηλέφωνο και ο (πρώην, πλέον) γκόμενος, που εργαζόταν στη μετεωρολογική υπηρεσία, με ενημέρωσε πως θα έβρεχε την ώρα ακριβώς που θα ανέβαιναν οι Charlatans στη σκηνή, τον έβρισα και του το έκλεισα. Εξάλλου, σύννεφα δεν είχε και οι συναυλίες γίνονται και υπό βροχή. Όταν, μισή ώρα αργότερα, ήμαστε κλειδωμένες με την Αντιγόνη σε χημική τουαλέτα, με τον αέρα να λυσσομανάει και να κουνάει τον μικροσκοπικό θάλαμο σαν να προσπαθεί να μας βγάλει από τις χαραμάδες, τη βροχή να κοντεύει να ανοίξει τρύπες στο πλαστικό και τον εξοπλισμό των Charlatans κατεστραμμένο, δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί απλά δεν αντέγραφα τον Αχιλλέα, ο οποίος, στη διπλανή τουαλέτα, ξεσπούσε την οργή του στη λεκάνη.

Χρειάστηκε να περάσουν δέκα χρόνια για να σκεφτώ να πάω ξανά σε συναυλία των Charlatans. Τόσα έκαναν, εξάλλου, κι εκείνοι για να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Μια μέρα πήρα απλά την Αντιγόνη τηλέφωνο και της είπα: «προετοίμασε την αθάνατη ψυχή σου, έρχεται η συντέλεια του κόσμου» κι εκείνη κατάλαβε και, βουβά, ζήτησε συγχώρεση για τις αμαρτίες της και επιχείρησε εκείνες τις τελευταίες στιγμές να ξαναβρεί τον Θεό.

Δεν τα κατάφερε, αλλά και δεν χρειάστηκε. Στις 14 Μαΐου ο Tim ανέβηκε στη σκηνή του Principal και – όπως είπε και ο κ. Μαριονέτας – λες και γνώριζε το παρελθόν μου, ήρθε απευθείας μπροστά μου και μου χαμογέλασε. Και μου τραγούδησε. Και με χάιδεψε. Και ήταν όλο το βράδυ δικός μου.

Γιατί τα θυμάμαι όλα αυτά; Φέτος συμπληρώθηκαν 15 χρόνια από την κυκλοφορία του Tellin’ Stories, ενός άλμπουμ με το οποίο νιώθω ένα μικρό δέσιμο, το οποίο μπορώ να αποδώσω σε πολλά. Ίσως είναι η ωριμότητα που αποπνέει, ενός συγκροτήματος που πλέον έχει καθιερωθεί και πια αποφασίζει να χορέψει στους δικούς του ρυθμούς. Ίσως είναι η αίσθηση της πρόβλεψης της νοσταλγίας μιας σκηνής που έκλεινε σιγά-σιγά τον κύκλο της, και που καβαλάει κάθε νότα, κάθε λέξη, κάθε χτύπο του ρυθμού. Ίσως και να είναι η απώλεια που κυλάει μέσα σε όλα τα κομμάτια του, η απώλεια του φίλου, του αδερφού, που τη νιώθεις, όταν ξέρεις. Η απώλεια του Rob Collins, ο οποίος τόσο τραγικά έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, μόλις τέσσερις ημέρες μετά από τη δική μου μεγάλη απώλεια, που τόσο με σημάδεψε. Η μελαγχολία, η αίσθηση της πλήρους διάλυσης και της υποχρεωτικής ανασυγκρότησης, είναι διάχυτα, παρότι τόσο καλά κρυμμένα. Μπορεί να λείπει ο άγριος τρόπος με τον οποίο υπογράμμιζε με τα πλήκτρα του τη μουσική τους, όσο λείπει (όπως λέει ο ίδιος στο βιβλίο του, Telling Stories) από τον Tim ο Rob, ωστόσο, με έναν περίεργο τρόπο βρήκαν μια φόρμουλα να το κάνουν να λειτουργήσει, και μάλιστα να λειτουργήσει καλά.

Τον τελευταίο καιρό οι Charlatans κάνουν gigs στην Αγγλία, γιορτάζοντας τα 15 χρόνια από την κυκλοφορία του Tellin’ Stories. Σήμερα το gig είναι στο Manchester, την πόλη που τους «γέννησε», τους ανέδειξε, τους απογείωσε, τους προσγείωσε και τους έκανε αυτό που είναι – ευτυχώς – για πάντα. Forever. Για τους δικούς μου λόγους, θα ήθελα να είμαι εκεί. Ίσως, όμως, για την παγκόσμια ειρήνη να είναι καλό το ότι δεν θα είμαι.

Δεκαέξι χρόνια Ημισκούμπρια

Αυτό το σαββατοκύριακο μας βρήκε στην Αθήνα. Όχι, δεν πήγαμε για βόλτα, αλλά για έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό: είχαμε να πάμε σε ένα πάρτι γενεθλίων. Ένας πολύ καλός φίλος έκλεισε τα δεκαέξι.

Τα περίπου 1000 άτομα που βρέθηκαν το Σάββατο στο Fuzz για το πάρτι, είδαν τη βραδιά τους να ξεκινάει με μια ευχάριστη έκπληξη. Στη σκηνή στις 10 η ώρα (10 και 10 για την ακρίβεια) ανέβηκε ένα συγκρότημα ονόματι Prejudice Reborn, και με μέταλ ήχους και «βαριά» φωνητικά, πρώτον με σόκαρε (γιατί τι δουλειά είχε σε μία τέτοια συναυλία;;) και δεύτερον με υποχρέωσε να κάνω ένα τόσο δα, μικρούλι, σχεδόν-ανεπαίσθητο headbanging.

«Γιατί σοκαρίστηκες;», αναρωτήθηκε την επόμενη μέρα ο Μιθριδάτης. «Οι ‘Ημίσκουμπρες’ ανέκαθεν ήξεραν και εκτιμούσαν την καλή μουσική». Αυτό, εξάλλου, φάνηκε και κατά τη διάρκεια της συναυλίας, μιας και όλοι όσοι βρίσκονταν εκεί διασκέδασαν την παράσταση με την ψυχή τους. Όταν, μάλιστα, οι Prejudice έπαιξαν Metallica, εκεί η αίθουσα σείστηκε. Νωρίτερα, μας είχε προειδοποιήσει σχετικά και ο Δημήτρης Μεντζέλος. «Είναι μια πάρα πολύ καλή μέταλ μπάντα. Και ίσως φαίνεται σαν περίεργη επιλογή, όμως θα δείτε ότι στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο δεν ισχύει». Και ήταν αλήθεια.

Δεν ήταν όμως αυτό που είχαν έρθει να δουν. Ίσως γι’ αυτό όταν ανέβηκαν στη σκηνή ο Σέξπυρ και ο DJ Vanilla (ντυμένος με στολή μπάσκετ ‘80s του Άρη Πετρούπολης, παρακαλώ!) η θερμοκρασία ανέβηκε επικίνδυνα. Η απόστασή μου από αυτό το είδος της μουσικής με έφερε σε μια θέση, από την οποία απλά άκουγα τα κομμάτια και διασκέδαζα με τους στίχους και χόρευα με τη μουσική. Οι υπόλοιποι, όμως, το ζούσαν! Ήξεραν όλους τους στίχους, όλα τα τραγούδια, και το κοινό ζεσταινόταν επικίνδυνα για το κύριο μέρος της βραδιάς.

Αυτό ήρθε με τρόπο… επικό. Ξαφνικά, ακούστηκε το Carmina Burana. Με beat. Φωτογραφίες από μια πορεία δεκαέξι ετών διαδέχονταν η μία την άλλη στο ρυθμό του (πειραγμένου) έργου του Carl Orff. Και τα Ημισκούμπρια έκαναν την εμφάνισή τους.

Ο Πρύτανης επιβλητικός, πήρε τη θέση του στο πίσω μέρος της σκηνής, περιτριγυρισμένος από υπολογιστές, μόνιτορ, κονσόλες, ούτε και ξέρω τι είχε εκεί πίσω! Ο Μεντζέλος, σικ, στυλάτος με καβουράκι και πουκάμισο, και ο Μιθριδάτης, με… κιλτ (ναι, καλά διάβασες, κιλτ, ναι, τη σκοτσέζικη τη φούστα, ναι, ξέρω τι είναι το κιλτ) και μαύρο μπλουζάκι πήραν τις θέσεις τους πίσω από τα μικρόφωνα, και το σόου άρχισε.

Με κομμάτια από την αρχή της καριέρας τους μέχρι σήμερα, από τα σόλο άλμπουμ τους, με γκεστς έκπληξη (Professional Sinnerz, Ευρυδίκη), με στιγμές φορτισμένες με συγκίνηση (ιδίως όταν ο Μεντζέλος απήγγειλε το «Α ρε πατέρα» από την προσωπική του δουλειά), αλλά κυρίως με αστείρευτη ενέργεια, πολύ χιούμορ, περισσότερη μουσική και πολλή αμφίδρομη αγάπη. Από το κοινό προς τη μπάντα, η οποία με το χιούμορ της και τη μουσική της μεγάλωσε, όχι μία, αλλά δύο γενιές (αλήθεια είναι, μέτρα το αν θες), αλλά και από το συγκρότημα προς τον κόσμο, που επί δεκαέξι χρόνια στηρίζει τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες, τις προσπάθειές του, όλες του τις κινήσεις.

Ευχάριστη έκπληξη της βραδιάς (δηλαδή μία από τις πολλές), η συνεργασία με τους Prejudice Reborn στο «ΜΕΘ στο βολάν». Η μουσική έγινε μέταλ, ο ρυθμός έγινε λίγο πιο γρήγορος, και το κομμάτι έγινε αγνώριστο – με τη πολύ καλή έννοια!

Το σόου διήρκεσε – πίστεψέ το – περίπου τρεις ώρες. Τα δεκαέξι χρόνια των Ημισκουμπρίων είναι, από το περασμένο Σάββατο, γεγονός. Ένα παιδί στην πρώτη Λυκείου είναι η ζωή ενός από τα πρώτα συγκροτήματα της ελληνικής σκηνής – και ενός από τα πιο σταθερά (ίσως το πιο σταθερό) στους στόχους, τις αξίες, την αγάπη το είδος μουσικής που υπηρετεί και τα πρώτα «πιστεύω», εκείνα, της αρχής.

Και, τώρα που τελείωσαν οι γιορτές και τα πανηγύρια, έρχομαι εγώ να αναρωτηθώ: ρε φίλε… δεν μπορεί να πέρασαν δεκαέξι χρόνια από την ημέρα εκείνη που ο φίλος μου ο Γιώργος έβγαλε από τη δισκοθήκη του ένα βινύλιο* και μου είπε «το ξέρω ότι δεν ακούς ελληνικά, αλλά έχω εδώ ένα συγκρότημα που δεν μοιάζει με οτιδήποτε άλλο, και θέλεις δεν θέλεις θα το ακούσεις!». Δεν ήθελα, αλλά το άκουσα. Και είχε δίκιο, αν δεν το είχα κάνει, θα έχανα.

 

*Βινύλιο, το: Αγαπημένε αναγνώστη, αν δεν ξέρεις τι είναι το βινύλιο, θα σε παρακαλέσω να μην μου το πεις. Να κάνεις ένα γκουγκλ σερτς, να ενημερωθείς, και δεν θα το συζητήσουμε ποτέ. FYI, αν δεν έχεις ακούσει ποτέ μουσική από βινύλιο, πιστεύω ότι οφείλεις να το διορθώσεις άμεσα. Και δεν θέλω να ξέρω. Ευχαριστώ.

** Πολλές από τις φωτογραφίες τις βούτηξα από το επίσημο φαν πέιτζ των ημίζ στο φέισμπουκ. Όχι, δεν είμαι τόσο καλή φωτογράφος!