Δώδεκα

icelandΤα μάτια άνοιξαν βαριά. Χωρίς να θέλουν. Έκλεισαν κι έμειναν εκεί, στο σκοτάδι. Λίγο σκοτάδι για σήμερα.

Τα πόδια σήκωσαν το βάρος και το κράτησαν για λίγο ακίνητο.

Δώδεκα.

Βούτηξα μέσα στο νερό και οι ήχοι βουβάθηκαν, τα χρώματα έλιωσαν, μόνο ένας ήχος γάργαρος με τράβηξε, σαν ομφάλιος λώρος, μακριά, έσκισα το νερό και βγήκα σε μια παραλία ήσυχη, καυτή, και ήσουν εκεί, γελούσες, με κοίταξες, αλλά το νερό στέγνωσε, τώρα μόνο η βρύση τρέχει στο νιπτήρα. Την έκλεισα και κοίταξα στον καθρέφτη.

Δώδεκα.

Η κουζίνα μυρίζει αβοκάντο. Μισό αβοκάντο κάθε πρωί και μια ντουζίνα χάπια.

Ανεπιθύμητοι ήχοι γεμίζουν το σπίτι.

Σκαρφαλώνω στο παράθυρο και κρεμάω τα πόδια έξω. Δύο ζευγάρια πόδια κουνιούνται πάνω από το τίποτα. Λίγο από τον καφέ μου, τον ρίχνω σε εσένα. Οι σταγόνες αιωρούνται για μια στιγμή, διστακτικές, πριν χαθούν.

Απλώνω το χέρι κι αγκαλιάζω τον αέρα. Φιλώ στα χείλη το κενό.

Κάθε μέρα.

Δώδεκα.

Jagged pulp sliced in my veins, I write to remember

Advertisements

Δύο χιλιάδες δεκατέσσερα

ImageΑκόμη νιώθω το 2013 να με κοιτάζει, πίσω από τις γωνίες. Όταν στρίβω απότομα για να το πιάσω στα πράσα αυτό πάντα καταφέρνει να κρύβεται, και, το ορκίζομαι, ακούω παντού το πνιχτό κοροϊδευτικό του γελάκι να με ακολουθεί.

Όχι ότι μου φέρθηκε άσχημα. Απλά ήταν τόσο περίεργο και creepy, όσο αυτή η εικόνα.

Το 2014 διατηρεί προς το παρόν την αθωότητα ενός μικρού παιδιού. Η μουσική από το πρωτοχρονιάτικο πάρτι ακόμη αντηχεί στο μυαλό μου και, πού και πού, πέφτω πάνω σε μικρά αιωρούμενα φτεράκια που μου φέρνουν φτέρνισμα.

Ή κρύωσα.

Εν πάση περιπτώσει, ένας από τους λίγους ανθρώπους που ανέχονται την φυσική μου παρουσία (αυτή), ευθαρσώς και ανοιχτά εξεδήλωσε τον θαυμασμό της για το μπλογκ μου. Όχι με τόσα (ή αυτά τα) λόγια, αλλά μου αρκεί και το «σχεδόν». Στο πλαίσιο αυτού του θαυμασμού, μου έθεσε κάποια καθήκοντα: Να γράψω έντεκα πράγματα για εμένα, να απαντήσω σε έντεκα ερωτήσεις, να «βραβεύσω» έντεκα μπλογκ και να ενημερώσω αυτούς τους έντεκα.

Όχι, δεν θα συνεχίσω αυτή την ανίερη αλυσίδα βραβεύσεων, γιατί είμαι κακός άνθρωπος. Θα γράψω, όμως, 11 πράγματα για εμένα, κυρίως γιατί θεωρώ πως πολύ θα ωφεληθεί ο πλανήτης.

*Φωνή επίσημη* Καλώωωω, όμωωωως, όλους όσουυυυς το επιθυμούυυυυν, όπως πράξουυυυν ως έπραξα εγώωωω και όπως μας ενημερώσουυυυν για τους εαυτούυυυς τους, καθότι είναι όμορφοοοο και λίαν εποικοδομητικόοοο να γνωρίζουμεεεε ο ένας τον άλλοοοοοον.

Αυτά.

1. Είμαι πολύ κακός άνθρωπος.

2. Όπου γης πατρίς

3. Αγαπάω το μπαλέτο

4. Εκτός από το ότι το αγαπάω, το κάνω κιόλας. Δεν είμαι θαυμαστής εκ του μακρόθεν. Αν θέλω κάτι, απλά το κάνω.

5. Έχω δύο μαύρες γάτες. Ναι, μέσα στο σπίτι. Όχι, δεν είναι γρουσουζιά (φτου φτου φτου). Η μία βρωμάει.

6. Θεωρώ πως ποτέ δεν είσαι πολύ νέος για να σπουδάσεις. Φέτος το απέδειξα κιόλας.

7. Παθαίνω αμόκ αν πάθουν κάτι τα βιβλία. Έχω βιβλία από 30 χρόνια (εεε.. πριν γεννηθώ δηλαδή…) που σχεδόν μπορώ να τα πουλήσω σαν καινούργια. Αλλά δεν θα το κάνω. Γιατί είναι δικά μου. ΔΙΚΑ ΜΟΥ!!

8. Μαγειρεύω. Πολύ. Συνήθισέ το.

9. Ανά πάσα στιγμή ξέρω τα επόμενα δύο τατουάζ μου.

10. Αν είσαι φίλος μου, θα σου συγχωρήσω τα πάντα. Αν δεν είσαι φίλος μου, δεν θα σου συγχωρήσω απολύτως τίποτα. Το πού θα βρίσκεσαι κάθε φορά εξαρτάται αποκλειστικά από εσένα.

11. Μπορώ να κρατήσω κρυφό ακόμη και το σημαντικότερο πράγμα. Αν δεν θέλω, δεν θα το μάθεις.

(Bonus: 12. Ακόμη και μετά από αυτά, συνεχίζεις να μην γνωρίζεις τίποτα για εμένα)

———————————————————————————————————————

Αν είσαι ακόμη εδώ, ακολουθούν απαντήσεις στις ερωτήσεις που μου τέθηκαν.

Ποια είναι η δουλειά των ονείρων σου;
Καλοπληρωμένος συγγραφέας

Σε ποια χώρα θα ήθελες να ζεις και γιατί;
Στην ύπαιθρο της Ιρλανδίας, ή της Ισλανδίας. Ήταν το όνειρο που κάναμε με την αγαπημένη Τίνα Χρόνη, όποτε μας έπιανε σχεδόν ξημέρωμα και ήμασταν ξαπλωμένες, η μία πάνω στην κοιλιά της άλλης, κρατώντας τις μπυρίτσες μας σε περίεργη ισορροπία σε εκείνο το ασπρόμαυρο ριχτάρι. Εκείνη ήθελε και Βαρκελώνη, αλλά εγώ επέμενα. Βέβαια, σήμερα έμενα και καρφωμένη στα Εξάρχεια, φτάνει να μην σκάλωναν ποτέ εκείνα τα βράδια στο δίχτυ του παρελθόντος…

Αγαπημένο φαγητό;
Ντάμιτ, γούμαν! Δεν υπάρχει αυτό! Σαν να με ρωτάς «αγαπημένο βιβλίο;». Δεν υπάρχει αυτό! Τι να πω; Γιουβαρλάκια; Λαζάνια; Σπανακόρυζο; Τα μελιτζανάκια της Ολυμπίας; Ντολμαδάκια; Δεν υπάρχει σου λέω.

Μισημένο φαγητό;
Αυτό υπάρχει: Συκώτι. Και ξύδι.

Αν έπρεπε να διαλέξεις ένα μόνο βιβλίο για να διαβάζεις για την υπόλοιπη ζωή σου (εφιάλτης, ξέρω), ποιο θα ήταν και γιατί;
Εεεεε… Θα έραβα όλα μου τα βιβλία μαζί και θα είχα το πιο μεγάλο βιβλίο του κόσμου.
*Έλα μου;*
*Δηλαδή θα έκανα τρύπες στα βιβλία;; Ποια είμαι; Τι μου έκανε το 2014;;*

Αγαπημένος χαρακτήρας βιβλίου;
Aw, crap. Δεν έχω. Πώς γίνεται να έχω; Χμμμ… Νταξ, επειδή δεν μου αρέσει να μην απαντάω, θα πω ο Άρθουρ Ντεντ, γιατί δεν ήξερε τι του γινόταν από την αρχή μέχρι το τέλος. Μου μοιάζει. Ποτέ δεν ξέρω τι μου γίνεται. Όσο σκέφτομαι αυτή τη σειρά, μου έρχεται και ο Μάρβιν, γιατί ήταν τόσο καταθλιπτικός και υπέροχος, όσο κι εγώ. Αμέ.

Ένα ελάττωμά σου.
Δεν έχω χιούμορ

Ένα προτέρημα σου.
Έχω χιούμορ

Πες ότι μπορείς να αλλάξεις το όνομά σου. Ποιο θα διάλεγες;
Μπιλ Γκέιτς

Ποδήλατο ή πόδια;
Προτιμώ τα πόδια. Δεν θα μου έμπαιναν τα παντελόνια αν είχα ποδήλατα.

Μια ευχή για το 2014…
Εύχομαι στο τέλος του 2014 να είμαστε ακόμη όλοι μαζί, χαρούμενοι και υγιείς, και στις 31 Δεκεμβρίου του 2014, στις 23:59:59 να μην σκεφτεί κανένας μα κανένας «Πόσο θα ήθελα να ήσουν ακόμη εδώ…»

To podcast της Τίνας

1Καταδικάζουμε τα «έφυγε»/»έκλεισε τα μάτια για πάντα»/»χάσαμε» από όπου και αν προέρχονται. Και ύστερα, έρχεται η ώρα να γράψουμε για κάποιον δικό μας άνθρωπο, και αυτό το «πέθανε» μας κάθεται στο λαιμό και δεν μας βγαίνει, όσο και αν χτυπάμε τον κώλο μας κάτω.

Την κάναμε, όμως, την προσπάθεια, και το βγάλαμε το podcast. Για την Τίνα Χρόνη που @@#%&@## πέθανε πριν από ακριβώς δέκα χρόνια.

Επτά Νοεμβρίου του 2003, μια μέρα πριν από τη γιορτή της. Το πώς γίνεται αυτά τα δέκα χρόνια να πέρασαν σε μια μέρα και την ίδια στιγμή να φαίνονται αιώνας, εμείς δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε. Μπορούμε μόνο να υπενθυμίσουμε σε όσους τη γνώριζαν πόσο την αγαπούσαμε, και να προτρέψουμε όσους δεν τη γνώριζαν, να ακούσουν το podcast και, φυσικά, να δίνουν αίμα.

Το podcast ξεκινάει με μια έκπληξη…

 

 

Χρόνια Όμορφα

Image

Τους At The Drive-in, όπως και τους Mars Volta, τους ακούω με πολλή προσπάθεια. Όχι επειδή δεν μου αρέσουν – το αντίθετο, μάλιστα. Είναι επειδή από τις πρώτες νότες ξεπηδούν μπροστά μου και  μέσα μου και επάνω μου μνήμες, αισθήματα, γεύσεις και μυρωδιές που δεν θα ζήσω ποτέ ξανά.

Και αυτό ίσως και να ήταν καλό, αν δεν ήταν τόσο επώδυνο.

Όπως και να ‘χει, κάποιοι θα μου λείπουν για πάντα. Και κομμάτια σαν κι αυτό που ακολουθεί θα με βαραίνουν αφάνταστα. Όμως, στο μυαλό μου μέσα, θα με ανεβάζουν για λίγο εκεί, δίπλα σου… Με μια μπύρα στο χέρι εγώ, ένα τσιγάρο εσύ, κρεμασμένα τα πόδια μας από ένα σύννεφο, να ρουφάμε τον ήλιο, τη δροσιά, να μιλάμε για βιβλία, για μουσική, για τον κόσμο, να γελάς εσύ γάργαρα, να πνίγομαι εγώ με την μπύρα μου, να με χτυπάς στην πλάτη και να γελάμε ακόμα πιο πολύ.

Όλα γύρω σου, ένα χαμόγελο.

Μακάρι σήμερα να λέγαμε Χρόνια Πολλά. Για εμάς ήταν Χρόνια Καλά. Για εσένα Χρόνια Δύσκολα. Αλλά τα έκανες να φαίνονται Όμορφα.

Μας λείπεις Τίνα Χρόνη. Μας λείπεις πολύ.

Dissect a trillion sighs away, will you get this letter?
Jagged pulp sliced in my veins, I write to remember
‘Cause I’m a milliion miles away, will you get this letter?
Jagged pulp sliced in my veins, I write to remember

Εννέα χρόνια μετά

Δεν σε θυμάμαι αυτή τη μέρα.

Σε θυμάμαι όλες τις προηγούμενες, για χρόνια. Κάθε μία ξεχωριστά.

Θυμάμαι να ξαφνιάζομαι στην πρώτη ματιά.

Θυμάμαι να με υποχρεώνεις σε απανωτά αναπόφευκτα χαμόγελα.

Να μαθαίνω. Να γελάω. Να φτύνω ψυχή. Όπως σπάνια πραγματικά γελούσα. Εγώ και η ψυχή μου. Παρέα στον καναπέ σου. Χέρι χέρι. Εγώ, εσύ, η ψυχή μου, οι άλλοι, λίγο κρασί, λίγη μπύρα…

Το γέλιο σου. Φοβόμουν πως θα το ξεχάσω, μα δεν γίνεται. Δυνατό, γάργαρο, μουσικό, ορμητικό, με παρέσερνε σε ατελείωτους στροβιλισμούς ζωής.

Πολλές φορές κλείνω τα μάτια και ψάχνω να το νιώσω ξανά. Να θυμηθώ πώς ήταν να χάνομαι σε εκείνη τη ζαλάδα που γεννούσε η παρουσία σου. Τότε σε νιώθω εκεί. Να με ταρακουνάς από τα χέρια και να μου λες: Ζήσε, ρε μαλάκα! Χόρεψε με τη ζωή! Τι φοβάσαι, ζήσε! Πέτα!

Εννέα χρόνια από εκείνο το πάρτι.

Μου λείπεις, ρε μαλάκα. Μου λείπεις κάθε μέρα.

Παρέα με μια ανάμνηση και τον Terry Pratchett

Κάθομαι στο μπαλκόνι μου και μου μυρίζει μπόρα. Λίγο αν με γνωρίζεις ξέρεις ότι αυτή είναι η δεύτερη πιο αγαπημένη στιγμή της ύπαρξής μου: η αναμονή της μπόρας (η πρώτη είναι η μπόρα, φυσικά). Όπως κάθομαι, λοιπόν, με κατεβασμένη την τέντα – για να μην γίνει το μπαλκόνι κώλος – στην κουνιστή καρέκλα και παρατηρώ τη μέρα σιγά-σιγά να σκοτεινιάζει, θυμάμαι κάτι που μου είχε πει η αιθέρια, η ουράνια, η Τίνα η Χρόνη: Τι να τα κάνεις τα πολλά; Η ζωή είναι ένα ωραίο καφεδάκι και ένα στραβό χαμόγελο στον ήλιο.

Ήξερε πολλά για τη ζωή η Τίνα – κυρίως γιατί έπρεπε να τα μάθει και να τα ζήσει όλα συμπυκνωμένα. Όταν το τέλος βαριανασαίνει στο σβέρκο σου, φαίνεται ότι σε υποχρεώνει να βιαστείς να πιάσεις το νόημα. Και έλεγε πολλά σωστά πράγματα. Έτσι τη θυμήθηκα κι εγώ σήμερα, που η ζέστη έδωσε τη θέση της στο δροσερό αεράκι της μπόρας και πίσω από το ΣΚΑΪ που ακούει στη διαπασών ο διπλανός μπορώ να ξεχωρίσω κάτι αχνά μπουμπουνητά. Ο ήλιος καίει ακόμη το πάτωμα, αλλά αυτή τη φορά μπορώ να τον χλευάσω στη μούρη και να του πετάξω ένα «χα χα χα, ρε! Είναι μετρημένα τα ψωμιά σου!». Από τα βάθη της κουνιστής μου καρέκλας είδα μια μπαμπαλούκα (έτσι τα λέγαμε όταν ήμασταν μικρές αυτά τα άσπρα βαμβακάκια που πετάνε στον αέρα την άνοιξη) να προσγειώνεται στο φλιτζάνι με τον καφέ μου, αλλά δεν θα το βγάλω. Είναι σημάδι της άνοιξης. Αγκαλιά με το Mort περιμένω τη βροχή να φτάσει και ξέρω πως η Τίνα είχε δίκιο. Η χαρά είναι στην απόλαυση.

Έλεγε πολλά σωστά πράγματα η Τίνα, την οποία δεν είχα ακούσει ποτέ να κακολογεί άνθρωπο, όσο τη γνώριζα – μόνο απέφευγε μία συγκεκριμένη, και η ιστορία τη δικαίωσε πανηγυρικά, κρίμα που δεν ήταν εδώ να το ζήσει, ή ίσως και όχι και τόσο κρίμα, η Τίνα δεν ήταν χαιρέκακη. Αν ήταν ένας άνθρωπος που προσωποποιούσε την αγάπη, ήταν εκείνη. Και ίσως είχα κάνει κάτι καλό στη ζωή μου, γιατί αξιώθηκα να τη γνωρίσω και να μάθω από εκείνη πολλά. Δεν θα της άρεσε της Τίνας ο τρόπος που εξελιχθήκαμε σαν κοινωνία. Το πόσο το μίσος και ο φόβος μας οδηγούνε. Εκείνη πάλεψε τόσα με το χαμόγελο, ακόμη και όταν αυτό ήταν πικρό και με πόνο. Έτσι κι εμένα πολλά δεν μου αρέσουν, για πάρτη της. Και στρέφω το βλέμμα προς εμένα, και κοιτάζω να βελτιωθώ. Κάτι δεν κάνω εγώ σωστά, γι’ αυτό η κοινωνία είναι έτσι. Γιατί από εμένα θα αρχίσει η αλλαγή. «Διάβαζε, μάθαινε», έλεγε, «γίνε καλύτερη». Έτσι θα σώσεις τον κόσμο. Όχι ο άλλος, εσύ.

Τώρα ακούστηκε το πρώτο ξεθαρρεμένο μπουμπουνητό. Η μπόρα έρχεται στη Θεσσαλονίκη, κι εγώ θα κάτσω και θα την απολαύσω. Στο μπαλκόνι μου, μέσα στην κουνιστή πολυθρόνα μου, με τον αχνιστό καφέ μου με τη μπαμπαλούκα και την αλάνθαστη παρέα του Terry Pratchett (προς την πλευρά του οποίου με έσπρωξε η Κουίνι, καλή της ώρα). Την άλλη μπόρα που ήρθε δεν την απολαμβάνω. Ωστόσο, παρόλο που τη μία μπορώ απλά να περιμένω να τελειώσει, την άλλη μπορώ να κάνω κάτι για να την βοηθήσω να περάσει. Γιατί κανένας δεν είναι ανεύθυνος. Όχι όσο είμαστε όλοι κομμάτια του ίδιου παζλ.

Καρκίνε, ψόφα ρε! (Lamenting the loss of Adam Yauch)

Τη φωτογραφία τη βούτηξα από το BBC

Κι όμως, συνέβη. Δύο μέρες πριν από τις εκλογές, κι εκεί που όλοι είχαμε ψιλοξεχάσει πως ήταν άρρωστος και μας έκανε να ανησυχούμε, ο Adam Yauch, a.k.a. MCA, a.k.a. Nathanial Hörnblowér, έκλεισε τα μάτια και πέρασε για πάντα στην αιωνιότητα.

Όσο και αν στέλναμε από εδώ θετική ενέργεια, μπάλες φωτός, κύματα ίασης και προσευχές (όλων των θρησκειών), αυτή η κωλοαρρώστιαπουκακόχρόνοναχει απεδείχθη πιο δυνατή από όλους μας. Σε ηλικία 47 ετών, ο Adam Yauch πέθανε.

Δυστυχώς οι φόβοι μας, που γεννήθηκαν όταν δεν παρέστη στην ένταξη των Beastie Boys στο Rock and Roll Hall of Fame, επιβεβαιώθηκαν. Ο MCA έπασχε από καρκίνο από το 2009, ωστόσο μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχει επιβεβαιωθεί ακόμη ότι αυτό ήταν που τον σκότωσε.

Δεν χρειάζεται να πει κανείς τίποτα για την προσφορά του ανθρώπου αυτού στη μουσική. Είτε φαν της χιπ χοπ είτε όχι, οφείλει κανείς να αναγνωρίσει πως ανήκει στις μπάντες εκείνες που έγραψαν μουσική ιστορία. Έχοντας πουλήσει δεκάδες εκατομμύρια δίσκους (40εκατομμύρια; 50; Πάντως, από ό,τι καταλαβαίνω, τα μισά – από τα πενήντα εκατομμύρια, ε; – τα έχουμε στο σπίτι μας. Και, ναι, καλά το καταλάβατε, ο κ. Μαριονέτας αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε εμβρυακή στάση σε μια γωνία και κλαίει γοερά), δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η μουσική τους και οι στίχοι τους άγγιξαν πολλά εκατομμύρια ανθρώπους. Επιπλέον, μαζί με τους υπόλοιπους Beastie Boys, και μέσω της δισκογραφικής τους εταιρείας Grand Royal, βοήθησαν να «ξεπεταχτούν» πολλά αξιόλογα συγκροτήματα, όπως, για παράδειγμα, οι At The Drive-In (αιθέρια Τίνα Χρόνη, σε αγαπάμε για πάντα, ρε). Αν δεν τους έχετε ακούσει, ψάξτε τους, αξίζει.

Ίσως δεν χρειάζεται καν να πούμε για τη συνολική του προσφορά στην τέχνη. Εξάλλου, είναι μάλλον γνωστό το ότι δεν περιοριζόταν στις ρίμες και τα μπιτ, αλλά επεκτεινόταν και σε άλλα είδη. Ο Adam Yauch, εκτός από το ότι σκηνοθέτησε αρκετά βίντεο κλιπ των Beastie Boys, ήταν ιδιοκτήτης εταιρείας παραγωγής, μέσα από την οποία, τόσο ο ίδιος, όσο και πολλοί άλλοι δημιουργοί κυκλοφόρησαν ταινίες τους. Ανάμεσά τους, ο πολύς Banksy, αλλά και άλλοι.

Κυρίως, όμως, ήταν ο εαυτός του. Κι αυτό φαίνεται μέσα από τη συνολική πορεία του. Έζησε, δημιούργησε, γλέντησε, διασκέδασε, «χάθηκε», βρέθηκε, «τσαλακώθηκε», ξανασηκώθηκε και χάραξε τη δική του πορεία. Βουδιστής, υπέρμαχος της ελευθερίας του Θιβέτ από την κινεζική κατοχή, ιδρυτής ενός ταμείου (με το όνομα Milarepa Fund) που υποστήριζε αυτόν τον σκοπό, διψασμένος να ενημερώσει το κοινό του για τα ενδιαφέροντά του, να ζήσει τη ζωή του με τον τρόπο που επέλεξε αυτός. Εκτός από τους γιατρούς που τον παρακολουθούσαν, ακολουθούσε και τις οδηγίες των Θιβετιανών γιατρών του, ωστόσο τίποτα δεν φάνηκε αρκετό για να τον βοηθήσει.