Mort

Terry«I shouldn’t be able to see you» said the Writer to the tall stranger. He set his black cloak straight at the elbows, patted some dust off his shoulder with his long, bony fingers and held his scythe up again. The heavy implement twinkled in the early afternoon light. «THEN AGAIN, MAYBE YOU SHOULD» He said.

The author sighed and nodded. «So what happens now?» he asked.

«WHY DON’T WE TAKE A WALK TOGETHER» He said.

And the two of them walked away, like father and son, both Father and Son. Equals.

So long Sir Terry Pratchett. You shall be sorely missed.

Advertisements

Παρέα με μια ανάμνηση και τον Terry Pratchett

Κάθομαι στο μπαλκόνι μου και μου μυρίζει μπόρα. Λίγο αν με γνωρίζεις ξέρεις ότι αυτή είναι η δεύτερη πιο αγαπημένη στιγμή της ύπαρξής μου: η αναμονή της μπόρας (η πρώτη είναι η μπόρα, φυσικά). Όπως κάθομαι, λοιπόν, με κατεβασμένη την τέντα – για να μην γίνει το μπαλκόνι κώλος – στην κουνιστή καρέκλα και παρατηρώ τη μέρα σιγά-σιγά να σκοτεινιάζει, θυμάμαι κάτι που μου είχε πει η αιθέρια, η ουράνια, η Τίνα η Χρόνη: Τι να τα κάνεις τα πολλά; Η ζωή είναι ένα ωραίο καφεδάκι και ένα στραβό χαμόγελο στον ήλιο.

Ήξερε πολλά για τη ζωή η Τίνα – κυρίως γιατί έπρεπε να τα μάθει και να τα ζήσει όλα συμπυκνωμένα. Όταν το τέλος βαριανασαίνει στο σβέρκο σου, φαίνεται ότι σε υποχρεώνει να βιαστείς να πιάσεις το νόημα. Και έλεγε πολλά σωστά πράγματα. Έτσι τη θυμήθηκα κι εγώ σήμερα, που η ζέστη έδωσε τη θέση της στο δροσερό αεράκι της μπόρας και πίσω από το ΣΚΑΪ που ακούει στη διαπασών ο διπλανός μπορώ να ξεχωρίσω κάτι αχνά μπουμπουνητά. Ο ήλιος καίει ακόμη το πάτωμα, αλλά αυτή τη φορά μπορώ να τον χλευάσω στη μούρη και να του πετάξω ένα «χα χα χα, ρε! Είναι μετρημένα τα ψωμιά σου!». Από τα βάθη της κουνιστής μου καρέκλας είδα μια μπαμπαλούκα (έτσι τα λέγαμε όταν ήμασταν μικρές αυτά τα άσπρα βαμβακάκια που πετάνε στον αέρα την άνοιξη) να προσγειώνεται στο φλιτζάνι με τον καφέ μου, αλλά δεν θα το βγάλω. Είναι σημάδι της άνοιξης. Αγκαλιά με το Mort περιμένω τη βροχή να φτάσει και ξέρω πως η Τίνα είχε δίκιο. Η χαρά είναι στην απόλαυση.

Έλεγε πολλά σωστά πράγματα η Τίνα, την οποία δεν είχα ακούσει ποτέ να κακολογεί άνθρωπο, όσο τη γνώριζα – μόνο απέφευγε μία συγκεκριμένη, και η ιστορία τη δικαίωσε πανηγυρικά, κρίμα που δεν ήταν εδώ να το ζήσει, ή ίσως και όχι και τόσο κρίμα, η Τίνα δεν ήταν χαιρέκακη. Αν ήταν ένας άνθρωπος που προσωποποιούσε την αγάπη, ήταν εκείνη. Και ίσως είχα κάνει κάτι καλό στη ζωή μου, γιατί αξιώθηκα να τη γνωρίσω και να μάθω από εκείνη πολλά. Δεν θα της άρεσε της Τίνας ο τρόπος που εξελιχθήκαμε σαν κοινωνία. Το πόσο το μίσος και ο φόβος μας οδηγούνε. Εκείνη πάλεψε τόσα με το χαμόγελο, ακόμη και όταν αυτό ήταν πικρό και με πόνο. Έτσι κι εμένα πολλά δεν μου αρέσουν, για πάρτη της. Και στρέφω το βλέμμα προς εμένα, και κοιτάζω να βελτιωθώ. Κάτι δεν κάνω εγώ σωστά, γι’ αυτό η κοινωνία είναι έτσι. Γιατί από εμένα θα αρχίσει η αλλαγή. «Διάβαζε, μάθαινε», έλεγε, «γίνε καλύτερη». Έτσι θα σώσεις τον κόσμο. Όχι ο άλλος, εσύ.

Τώρα ακούστηκε το πρώτο ξεθαρρεμένο μπουμπουνητό. Η μπόρα έρχεται στη Θεσσαλονίκη, κι εγώ θα κάτσω και θα την απολαύσω. Στο μπαλκόνι μου, μέσα στην κουνιστή πολυθρόνα μου, με τον αχνιστό καφέ μου με τη μπαμπαλούκα και την αλάνθαστη παρέα του Terry Pratchett (προς την πλευρά του οποίου με έσπρωξε η Κουίνι, καλή της ώρα). Την άλλη μπόρα που ήρθε δεν την απολαμβάνω. Ωστόσο, παρόλο που τη μία μπορώ απλά να περιμένω να τελειώσει, την άλλη μπορώ να κάνω κάτι για να την βοηθήσω να περάσει. Γιατί κανένας δεν είναι ανεύθυνος. Όχι όσο είμαστε όλοι κομμάτια του ίδιου παζλ.