Σταρ; – Σ’ταρ’

wheat

Ο αέρας φύσαγε σαν γύφτος. Με τα τζάμια κατεβασμένα γλιστρούσα στην παραλιακή σαν χέλι. Το ένα χέρι στο τιμόνι, το άλλο έξω από το παράθυρο να χαϊδεύει τα κύματα που έχτιζε η ταχύτητα. Ήταν μεσημέρι και ο ήλιος τηγάνιζε αυγό σε τεσσεράμισι λεπτά στο ταμπλό του αυτοκινήτου. Μέσα από τα γυαλιά, όμως, όλα φαίνονται αλλιώς.

Οι Kills γέμισαν την καμπίνα. «Ξέρω ότι πρέπει να επιβραδύνουμε, αλλά όταν έρχονται τα κύματα τα αντιμετωπίζεις, και ξέρεις, δεν μπορούμε να το σταματήσουμε τώρα» και το κεφάλι ακούμπησε πίσω στη θέση. Κάποιες φορές όλα απλά φαίνονται αλλιώς.

Τα μαλλιά μου ζωγραφίζουν το πρόσωπο καθώς κυλάω στο δρόμο. Χαϊδεύω το τιμόνι και τραγουδάω δυνατά. «Doing it to death» και όλα είναι δρόμος. Με την άκρη του ματιού βλέπω ένα μαύρο τζιπ να πλησιάζει. Νιώθω το βλέμμα του οδηγού να καίει τον αυχένα μου. Χαμογελάω κρυφά και συνεχίζω να κοιτάζω μπροστά. Ο κόσμος μου ανήκει, ο δρόμος είναι το κάστρο μου, δεν χωράει κανείς.

Φέρνω το χέρι στο μέτωπο και παίζω με τα μαλλιά μου. We’re double sixing it night after night, doing it to death, ποιος δεν ακούει; Είμαι εδώ, ο αέρας δικός μου, η μουσική δική μου, ο δρόμος δικός μου. Το τζιπ δίπλα μου κολλημένο. Κι αυτός είναι δικός μου. Ας κοιτάξει, ας κοιτάζει, απόψε πετάω, είμαι ελαφριά σαν σύννεφο, σαν αέρας πετάω πάνω από το δρόμο, δίπλα από τα αυτοκίνητα, είμαι καπνός, είμαι φωτιά, είμαι…

«Πώς οδηγάς έτσι παιδί μου, βλέπε το δρόμο!» φωνάζει το τζιπ.

«…Μπαμπά;;»


Advertisements

Ησυχία

Time-for-nothing

Ησυχία.

Το σπίτι άδειο, η μουσική τελείωσε, η τηλεόραση πάντα σβησμένη.

Ένα σωληνάκι στο ψυγείο ρουφάει αέρα και φτύνει νερό. Ένα μηχανάκι στον υπολογιστή χτυπάει τον αέρα. Η γάτα γλύφει τις τρίχες της ξανά και ξανά. Φτύνει και γλύφει, φτύνει και γλύφει. Ένα σμήνος από τουρίστες κάτω από το παράθυρο μουρμουρίζουν εκατομμύρια ενωμένα συνεχή φωνήματα, το φουλάρι της ξεναγού χτυπάει ρυθμικά το κοντάρι της ομπρέλας όπου κρέμεται. Οι τουρίστες εκστασιάζονται από το παλάτσο του 18ου αιώνα, το μουρμουρητό σκαρφαλώνει σε νέες συχνότητες. Το ίδιο το παλάτσο τρίζει πάνω στις πέτρες του, καθώς κατσαριδούλες κατατρώνε τα σωθικά του.

Δεν τις βλέπω ποτέ, αλλά πού και πού τις ακούω.

Κάποιος στο βάθος χτυπάει ένα κάγκελο. Ένα αυτοκίνητο κορνάρει τους τουρίστες, τα βήματά τους μαζεύονται στις δύο άκρες του δρόμου. Έξω από την πόρτα μου κάποιος αφήνει σακούλες. Ανοίγει την πόρτα. Παίρνει τις σακούλες. Κλείνει την πόρτα.

Ησυχία.

Τα έπιπλα διαστέλλοναι και συστέλλονται. Τακ. Πατ. Τσακ. Γκαπ.

Γρρρρρρ… Κάποιος τράβηκε έναν καναπέ. Κάποιος έριξε έναν καφέ. Ένα μωρό έτρεξε μακριά από το γονιό, ένας γονιός έτρεξε πίσω από το μωρό, το μωρό έπεσε σε χέρια και γόνατα, ένα γέλιο, ένας αναστεναγμός. Μια φωνή. Ένας χαιρετισμός. Ένα βάζο άνοιξε, καρποί έπεσαν στο πάτωμα, κύλησαν κάτω από έπιπλα, μέσα σε υδρορροές, πίσω από ντουλάπια.

Το τζάμι έτριξε, ο αέρας φύσηξε. Ακούω τα σύννεφα να μαζεύονται.

Ίσως βρέξει.

Απόδραση

Image

– Πρέπει να βγω έξω. Αυτό το μισοσκόταδο με ζαλίζει. Το μέρος αυτό δεν είναι αυτό που νόμιζα. Πρέπει να βγω έξω.

Τριγυρνώ σαν τρελή, τρέχω παντού, πηδάω, χτυπάω πάνω σε τοίχους, κολώνες, έπιπλα, πέφτω, ξανασηκώνομαι, ξανατρέχω, πρέπει να βγω έξω.

Μου λείπει αέρας. Κουράζομαι και σταματάω. Πεσμένη στο έδαφος προσπαθώ να γεμίσω τα άδεια πνευμόνια μου, αλλά ο αέρας είναι παχύς, με πνίγει. Πρέπει να βγω έξω. Πρέπει να βρω το δρόμο.

Σηκώνω το κεφάλι και εκεί, μέσα σε χιλιάδες εικόνες, βλέπω λίγο φως. Εκεί, μπροστά, μακριά. Εκεί, ναι εκεί, τώρα το ξέρω, εκεί έχει αέρα. Σχεδόν πετιέμαι και αρχίζω να τρέχω προς τα εκεί, εκεί είναι το φως, ο αέρας. Η ζωή. Εγώ τρέχω και το φως μεγαλώνει. Το φως είναι εκεί! Τώρα είναι μεγάλο, μπορεί να με σκεπάσει, νιώθω τον αέρα να αραιώνει, σώθηκα, το φως είναι εδώ!

Ένα χτύπημα από το πουθενά και βρίσκομαι κάτω. Το φως είναι επάνω μου, το έξω είναι πια μπροστά μου, γιατί δεν μπορώ να βγω;

Σηκώνομαι και περπατάω, τώρα τρέχω, τρέχω προς το φως, δεν παίρνω τα μάτια μου από επάνω του, δεν μπορεί να ξεφύγει, δεν μπορώ να ξεφύγω, να το τώρα, επάνω μου, γύρω μου, όχι!

Κοιτάζω παντού, μπροστά το φως, πίσω το σκοτάδι κι εγώ στο όριο, κάτι αόρατο με κρατάει μέσα, απλώνω τα χέρια μου αλλά σταματάνε, δεν μπορούν να βγουν στο φως, η λάμψη του με χαϊδεύει, αλλά δεν μπορεί να με τυλίξει, όχι, κάτι με σταματάει, κάνω να σηκωθώ, σηκώνομαι, πηδάω, τώρα θα βγω, όχι, πάλι όχι, τι συμβαίνει.

Σηκώνομαι όρθια και κοιτάζω. Ρίχνω τα χέρια στον αέρα και πέφτω προς το φως, κάτι με κρατάει μέσα, δεν μπορώ να βγω, ρίχνομαι στον αόρατο φράχτη ξανά και ξανά και ξανά και ξανά, άφησέ με να βγω, πνίγομαι, θέλω να βγω έξω, πρέπει να βγω έξω, να φύγω από το σκοτάδι, να σωθώ, αλλά όχι, δεν με αφήνει, τώρα το σκοτάδι είναι ψηλά, είναι χαμηλά, είναι γύρω μου, είναι τα πάντα, είναι εγώ, είμαι εγώ… εγώ δεν είμαι πια…

 

– Ρε! Ρε Μπόχα! Ρε σταμάτα πια να σκοτώνεις τις μύγες που χτυπάνε στο τζάμι, βαρέθηκα να μαζεύω πτώματα!

Δάκρυ κορόμηλο

crying-childΌταν ήμουν μικρή, μου άρεσε να παίζω ποδόσφαιρο μέσα στο σπίτι. Πολλές φορές η μαμά μου η δόλια φώναζε, γιατί το σπίτι μας ήταν τίγκα σε μπιμπελό και ποτήρια και βάζα και ήταν σίγουρη ότι κάτι θα σπάζαμε. Πού να την ακούσουμε εμείς, όποτε έκλεινε την πόρτα της κουζίνας για να μαγειρέψει, βγάζαμε τη μπάλα, στηνόμασταν η μία από τη μία πλευρά και η άλλη από την άλλη και κλωτσούσαμε, σαν να εξαρτιόταν από αυτό η ζωή μας.
Έτσι, μια αποφράδα μέρα, η μαμά ήταν στην κουζίνα και μαγείρευε, ο απορροφητήρας αναμμένος στο φουλ, ο διαολεμένος του θόρυβος γέμιζε το σπίτι ακόμη και πίσω από την κλειστή πόρτα, όλα σαν να ήταν στημένα για έναν αυτοσχέδιο αγώνα ποδοσφαίρου.

Παίρνουμε τη μπάλα και στηνόμαστε. Η Ελένη προς την επάνω πόρτα, κοντά στην εξώπορτα – αυτό ήταν το ένα γκολ. Εγώ, από την άλλη, μέσα στο σαλόνι, ανάμεσα στην πολυθρόνα και τον καναπέ – αυτό ήταν το άλλο γκολ. Η μπάλα, της θάλασσας, πλαστική. Το παιχνίδι άρχισε.

Έλα όμως που δεν ήμασταν Πεπίτο Ρόσι, ούτε η μία ούτε η άλλη. Έτσι, δίνω εγώ μια κλωτσιά στη μπάλα για να πάει στην Ελένη, αποφασίζει η μπάλα (από μόνη της σας τ’ορκίζομαι, να φυλάω σταυρό) να πάει αλλού, εκεί που πήγε (από μόνη της, λέμε!) είχε καμιά δεκαριά παγώνια και πεταλούδες και δενξέρωκιεγώτιάλλοδιακοσμητικόΜουράνο, τα χώνει μία, πάρτα κάτω, χίλια κομμάτια.

Κοιταζόμαστε με την Ελένη, έντρομες, άσπρες, το σαγόνι στο πάτωμα, μαζεύουμε τη μπάλα, τσακιζόμαστε από την άλλη πόρτα (που ήταν μακριά από την κουζίνα) στο δωμάτιό μας, κλείνουμε και την πόρτα και κάνουμε ότι διαβάζουμε.

Ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται η Όλυ: με μάτια που πετάνε κεραυνούς και, αλήθεια, καπνό να βγαίνει από τα αυτιά, με κοιτάζει και βρυχάται: Μαρίαααααααααααα!!

Κουρνιάζω εγώ στην καρέκλα, κάνω να κρυφτώ πίσω από το γραφείο, πού να κρυφτώ, 100 κιλά 10χρονο, ΣΕ ΒΛΕΠΩ μου λεει! Φυσικά και με βλέπει, δεν είναι βουνό για να με κρύψει, γραφείο είναι.

– Δεν το κάναμε εμείς, μανούλα, δεν ξέρουμε πώς έγινε.

– Μόνα τους δεν έπεσαν, ε;

– …Δεν ξέρω…

– Για τιμωρία δεν έχει βραδυνό. Και το Σάββατο δεν θα πάτε σινεμά. Και τέρμα τα κόμικς για μία εβδομάδα.

Απώλεια βραδινού. Και σινεμά. Και κόμικς. Ακόμη και να μην ήθελα να κλάψω, τα δάκρυα ήρθαν από μόνα τους. Μεταξύ μας, όμως, ήξερα πως όταν έκλαιγα στεναχωριόταν. Τα ‘μπηξα, λοιπόν, χωρίς ενδοιασμούς. Τα ‘μπηξα σαν λεχούδι που πεινάει και δεν ξέρει τι το φταίει. Σαν 2χρονο που το σταματάς από το παιχνίδι για να κάνει μπάνιο. Τα ‘μπηξα τόσο σπαραξικάρδια, που θα έλιωνα πέτρα.

– Γιατί κλαις;;

– Συγνώμη μανούλα, δεν ήθελα να σπάσω τα παγώνια, να, μια έτσι έκανα και η μπάλα πήγε από μόνη της, μετάνιωσα τώρα, δεν θα το ξανακάνω.

Και το δάκρυ κορόμηλο. Και ο λυγμός να σπάει βουνά. Και το σαλάκι φουσκίτσα που σκάει σε κάθε λυγμό.

– Όοοοοοοοοχι, δεν μετάνιωσες καθόλου. Αν είχες την ευαισθησία να μετανιώσεις τώρα, θα είχες και την ευαισθησία να μην παίξεις μπάλα στο σαλόνι, παρόλο που ήξερες πως ήταν λάθος. Τώρα δεν κλαις γιατί μετάνιωσες. Κλαις γιατι σε έπιασα και θα υποστείς τις συνέπειες. Φύσα λοιπόν τη μύτη σου, σκούπισε τα μάτια σου και δέξου την τιμωρία σου με θάρρος. Και μάθε πως τις συνέπειες των πράξεών σου πρέπει να τις υφίστασαι. Όχι με μαλαγανιές και δάκρυα να προσπαθείς να τις αποφύγεις.

Τώρα, γιατί μου ήρθε αυτή η ιστορία στο κεφάλι, απορίας άξιον. Τι σαν έβλεπα Βουλή;

Τα ‘δαμε και φέτος (τα Όσκαρ ντε)

479_oscar_originalΑν ζείτε σε κάποιον άλλο πλανήτη και δεν καταλάβατε ότι χθες ήταν η απονομή των βραβείων Όσκαρ, μείνετε εκεί, γιατί στην πραγματικότητα δεν χάσατε και πολλά. Α, εκτός από το ότι για πρώτη φορά το Όσκαρ καλύτερης ταινίας πήγε σε ταινία σκηνοθετημένη από μαύρο σκηνοθέτη (12 years a slave – Steve McQueen), και το ότι έχω την αίσθηση ότι οι πρωτιές μάλλον τελειώνουν σιγά – σιγά και θα αρχίσουμε ξαφνικά να σημειώνουμε πράγματα όπως «πρώτη φορά παίρνει Όσκαρ κοκκινομάλλα, φιλημένη από τσιγγάνα σε ηλικία τεσσάρων ετών, με ελιά στη μέση της πλάτης και ιδιαίτερη αγάπη στα φραγκοστάφυλα.

coffeeΜε την Ellen DeGeneres στη θέση του οικοδεσπότη να μην εντυπωσιάζει (εμένα, τουλάχιστον, γιατί, θα είμαι ειλικρινής, ακόμη δεν έχω διαβάσει τι έχει γραφτεί, πριν από λίγο ξύπνησα και ακόμη προσπαθώ να συνέλθω – ούτε τον καφέ δεν έχω τελειώσει), η χθεσινοβραδινή ήταν μια τελετή χλιαρή, αλλά κύλησε σχετικά γρήγορα, παρότι κράτησε πολλέεεεεες ώρες! Μια προσπάθεια της Ellen να αναδείξει τη χαλαρή πλευρά των σταρ δεν πέρασε απαρατήρητη. Τι ωραία, οι ωραίοι και ζάμπλουτοι παρήγγειλαν και τρώνε πίτσα, εκεί, πάνω στα πολλών χιλιάδων δολαρίων ρούχα τους, κάνοντας κάποιους δόλιους στιλίστες εκεί στα παρασκήνια να ψάχνουν απεγνωσμένα τους εισπνευτήρες για το άσθμα. Δεν θα σώσω στον υπολογιστή μου τη selfie, δεν νομίζω ότι έχει μείνει άνθρωπος στον πλανήτη που να μην την έχει δει, αφού αυτή τη στιγμή έχει ξεπεράσει τα 2,5 εκατομμύρια ριτουίτς και άλλο 1,5 εκατομμύριο φέιβοριτ. Γουέι του γκόου, πίπολ *θαμπς απ*

Ξύπνησα στραβά.

Η τελετή άρχισε με την Ellen να κάνει αναφορά στη βροχή. «Έβρεξε», είπε, «αλλά είμαστε όλοι καλά. Ευχαριστούμε για τις προσευχές σας». Η ειρωνεία της απευθυνόταν στις υπερβολικές αντιδράσεις για μια βροχούλα, ρε φίλε, όπως αυτή του Ράιαν Σίκρεστ, ο οποίος κρατούσε απουσιολόγιο ήλιου: τώρα βγήκε λίγος ήλιος, τώρα έχει συννεφιά, α, να, βλέπω λίγο ήλιο, θα βρέξει, δεν θα βρέξει, είναι βρεγμένο το κόκκινο χαλί και θα βρέχονται τα ρούχα… Ριλάξ.

KerryWashingtonWetDress ??????????????????????????????????????????

Βέβαια, ένα δίκιο το είχε, κάποια ρούχα βράχηκαν, αλλά, βασικά, για την Kerry Washington αυτό ήταν το λιγότερο από τα προβλήματά της. Λάθος χρώμα το Jason Wu φόρεμα, λάθος αξεσουάρ (or lack thereof), αλλά, βασικά, κάποιος ας της κάνει δώρο ένα σίδερο. Όσο την κοίταζα, σχεδόν άκουγα τον Κωστέτσο να ωρύεται «τη στιρέλα, τη στιρέλα!».

OliviaWilde

Θα μου πεις, εύκολο είναι να κάνεις εμφάνιση στο κόκκινο χαλί με την κοιλιά στο στόμα; Θα κατευθύνω το βλέμμα σου προς την Olivia Wilde: με μια μαύρη τουαλέτα Maison Valentino με ψηλό λαιμό και μια άσπρη λεπτομέρεια στο πίσω μέρος που έκανε τη διαφορά, η Olivia εμφανίστηκε πιο σοβαρή από ποτέ. Για εμένα, βέβαια, θα είναι πάντα η 13, ε; Για να μην ξεχνιόμαστε, αποκάλυψε πως γεννάει «May the Fourth be with you», όπως είπαν με ένα στόμα-μια φωνή με τον (μέλλοντα) σύζυγο, Jason Sudeikis. Φήμες που θέλουν τον Harrison Ford λίγο πιο κάτω να ένιωσε τα μιντικλόριάνς του να τον γαργαλούν ελέγχονται ως (αν)ακριβείς. (Ναι, εντάξει, ο Χαν Σόλο δεν είχε μιντικλόριανς, μα πόσα νερντς μαζεμένα πχια!)

JaredLeto

Να εκφράσω σε αυτό το σημείο τον αμέριστο θαυμασμό μας για το γεγονός ότι ο Jared Leto τελικά το σήκωσε. Αν με ρωτάς, αν υπήρχε στιλιστικό Όσκαρ, κι αυτό θα το σήκωνε. Με off-white (πώς λέγεται άραγε στα ελληνικά;;) σακάκι και αυτό το μαλλί που σε άλλους με κάνει να σηκώνω φρύδι και να ψαχουλεύω στα κρυφά τα ψαλίδια αλλά, περίεργο πράγμα, στον Τζάρεντ όλα πάνε, ήταν μια από τις πιο όμορφες παρουσίες. Το γεγονός ότι πήγε με τη μαμά του και τον αδερφό του; Τόσο χαριτωμένο που με κάνει να σταυρώνω χεράκια στο στήθος και να χαμογελάω σαν anime. Το ότι μίλησε για την Ουκρανία και τη Βενεζουέλα, αλλά και για τα θύματα του AIDS και τη σημασία του να είσαι αυτό που είσαι και να κάνεις αυτό που θέλεις, με κάνει να στενάζω στεναγμό βαθιάς ανακούφισης. Το ότι δεν είπε μια κουβεντούλα για τα άτομα τρανς, που μάχονται για τα δικαιώματά τους, που υποφέρουν από διακρίσεις, που πολλές φορές και από πολλούς καλοθελητές δεν αντιμετωπίζονται καν σαν άνθρωποι… Το ότι προμόταρε το συγκρότημά του (30 Seconds to Mars)… Σαν να δάγκωσα λεμόνι… Το ξεπερνάω, όμως, για να τον αντιμετωπίσω τελείως σεξιστικά και σαν αντικείμενο: Τζάρεντ. Κολ μι. Άιμ αβέιλαμπλ (μίνινγκ, άι χεβ ε ντιβόρς λόιερ ον σπιντ ντάιαλ, όνλι φορ γιου!). Ξεπερνάμε μαζί την Pink-wannabe, καβαλάμε μια μηχανή και μαρσάρουμε στο ηλιοβασίλεμα.

matthew-mcconaughey-camila-alves

Το αντίθετο αποτέλεσμα επάνω μου είχε η ομιλία του Matthew McConaughey. Σε μια ομιλία, ωδή, θαρρεί κανείς, στον Αμερικάνικο Νότο, ευχαρίστησε τον Θεό, τη μαμά του, είπε κάτι διασκεδαστικό για τον μπαμπά του (θα χορεύει με τα εσώρουχα εκεί επάνω πίνοντας μια Miller lite ή κάτι τέτοιο) και, κατά βάση, μας είπε πως το είδωλό του είναι ο εαυτός του. Τώρα, σε δέκα χρόνια, σε άλλα δέκα χρόνια, δεν πολυκατάλαβα, alright alright alright.

*Αργό χειροκρότημα*

Σε αγαπούσα, με πρόδωσες, ας μην το κάνουμε θέμα.

Στο πλάι του, η σύζυγός του (και μοντέλο, duh) Camila Alves, αδιάφορα αψεγάδιαστη.

lupita nyongo

Αποκάλυψη της φετινής σεζόν η Λουπίτα Νιόνγκ’ο. Οι εμφανίσεις της ήταν όλες (μα όλες) συγκλονιστικές, μέχρι και χθες: με ένα Prada φτιαγμένο για εκείνη, σε απαλό γαλάζιο (που της θύμιζε το χρώμα που είχε η τάξη της στην Κένυα) έδειξε πώς πρέπει να φοριέται το βαθύ, πολύ βαθύ, ντεκολτέ. Ναι, κύριοι, δεν έχει πολύ στήθος. Ξεπεράστε το. Το ιδιαίτερο μαλλί με το headband και τα σκουλαρίκια πετούσαν σε διπλό άξελ την κλασική εμφάνιση από το λαιμό και κάτω. Στα 31 της, η Λουπίτα έχει τελειώσει το Γέηλ και πήρε Όσκαρ για τη πρώτη της ταινία. Δεν είναι και άσχημα.

cate-blanchett

Σε ευχαριστώ Cate Blanchett («Μπλανσέτ» έλεγαν οι ειδήμονες του Ε!, λες να έχουν δίκιο;;) που μέχρι τώρα δεν μου έχεις δώσει ούτε μια αφορμή να πω κάτι άσχημο.  Το «Θλιμμένη Τζάσμιν» του Γούντι Άλεν της έδωσε το Όσκαρ, το οποίο παρέλαβε περιχαρής και συγκινημένη. «Ο κόσμος θέλει να βλέπει ταινίες με τις γυναίκες στο επίκεντρο, και αυτές βγάζουν και λεφτά. Ο κόσμος είναι στρόγγυλος, people!», είπε, και κάπου εκεί μέσα έχωσε και μια ευχαριστία για τον Γούντι Άλεν, το οποίο φαντάζομαι πως θα συζητηθεί. Όπως και να ‘χει, η Κέιτ απέδειξε πως δεν πτοείται από σκάνδαλα, η ίδια βγαίνει αλώβητη και υπέροχη.

Μικρό διάλειμμα για σχόλιο: όποιος είδε τη συνέντευξη της Sally Hawkins στον Ryan Seacrest ας μου λύσει μια απορία. Ήταν πολύ ντέφι ή πάρα πολύ ντέφι; Ή οφείλεται σε κάτι άλλο αυτό που έζησα;

Επιστροφή.

naomi-wattskate-hudson?????????

Τα καλά της βραδιάς: Naomi Watts, Kate Hudson και Anna Kendrick. Αυτό που στο χωριό μου λέμε «they nailed it». Η πρώτη με Calvin Klein και ένα συγκλονιστικό Bulgari κολιέ (έχω γενέθλια 19 Δεκεμβρίου, hint hint). Η δεύτερη σε άψογο Hollywood στυλ με μια τουαλέτα Atelier Versace, χτένισμα αψεγάδιαστο, φορώντας ακριβώς όσα αξεσουάρ έπρεπε, με βασικότερο το ύφος «είμαι θεά», που της ανήκει, εδώ που τα λέμε. Η τρίτη με ένα μαύρο J. Mendel με κόκκινες λεπτομέρειες σε διάφανη μέση και έναν αδιαμφισβήτητο παράγοντα «γουόου». Δεν θα αφήσω να με χαλάσει ούτε το δεξί πόδι, που τόσο μου φέρνει στο μυαλό μια Αντζελίνα άλλων εποχών.

angelinaΑφού μιλάμε για την Angelina, ο μπαμπάς μου με πήρε πρωί – πρωί ενθουσιασμένος με το φόρεμά της (ναι, κάνουμε τέτοιες συζητήσεις με τον μπαμπά μου, ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΠΟΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΑΥΤΌ;;). Μέσα στον ύπνο μου προσπαθούσα να βρω λέξεις να περιγράψω το πόσο δεν μου άρεσε, αλλά ο ενθουσιασμός του με μπλόκαρε. Φαντάζομαι ότι μόνο σε εμένα φάνηκε σαν κακή κουρτίνα στριπτιζάδικου, ε; Μα, να είσαι η ομορφότερη γυναίκα στον κόσμο και να φοράς αυτό… Τι θα βάλεις στα 70 σου;

charlizeΜιλώντας για τον μπαμπά μου, ενθουσιάστηκε και με τη Charlize Theron. Δεν ήθελα να γίνω η αντιδραστική κόρη, τώρα, στα τριαντ….ε… εικοσιδύο μου, γι’ αυτό ευγενικά τον ρώτησα αν φορούσε γυαλιά. «Ναι», μου απάντησε, αλλά ομολογουμένως δεν το πιστεύω. Γιατί, αν τα φορούσε, θα είχε εντοπίσει τις τιράντες σιλικόνης που κρατούσαν το φόρεμά της και έκαναν όοοοοολο τον γύρο μέχρι το κάτω μέρος της πλάτης της. Πχιότητα σουτιέν συνοικιακού εσωρουχάδικου σε χωριό του Έβρου (με όλον τον σεβασμό) ένα πράγμα. Κάτι τέτοια σε κάνουν να ρίχνεις σαγόνι και να ρωτάς κλαίγοντας «γιατί; Γιατί; Γιατί;;».

jennifer lawrence Julia

Μιας και ρωτάμε «γιατί», γιατί επέστρεψε το πέπλουμ, Julia; Νόμιζα πως το είχαμε ξεφορτωθεί για πάντα, Jennifer! Γιατί το ξαναφέρνετε; Τι πρέπει να κάνουμε για να εξαφανιστούν για πάντα τα πέπλουμ και να μην τα φοράει κανείς; Πορεία; Να κλείσουμε τις εθνικές οδούς; Να πετάξουμε γκαζάκια; Τι να κάνουμε επιτέλους; Τι;

Παρένθεση: Πάλι έπεσε η Jennifer Lawrence. Ούτε εγώ δεν έχω πέσει τόσες φορές (και πέφτω συχνά!). Ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα το κολιέ, που, κακά τα ψέματα, ήταν πρωτότυπο, όμορφο και έφτασε κοντά στο να διασώσει το φόρεμα. Αλλά… πέπλουμ; Ντάμιτ!

???????????????????????????????????????????????????????????????????????emma-watson-reuters

Είχα πει πως δεν θα γράψω άσχημα πράγματα ποτέ για την Anne Hathaway, και θα το τηρήσω. Δεν θα γράψω πως ξαναφόρεσε το περσινό φόρεμα, αλλά με σαλιάρα με κάτι σαν μίτρα αρχιεπισκόπου στο στήθος και σε μαύρο. Ομολογουμένως, το  εν λόγω κόψιμο της πάει. Θα ψάξω σε λίγο στη Wikipedia να δω την ηλικία της, γιατί κάτι δεν μου πάει καλά. Τα ίδια σχόλια έχω να κάνω και για την αγαπημένη Emma Watson, που μάλλον βαρέθηκε να είναι fashion icon και έβαλε ένα μεταλλικό και μαύρο Vera Wang. Ευτυχώς ήταν ακόμη νωρίς (και είχα ΠΟΛΛΑ πακοτίνια και φουντούνια στα μπωλ – ναι, πληθυντικός), οπότε δεν μπορούσε εύκολα να με πάρει ο ύπνος.

??????????????????????????????????????????

Ιδιαίτερη μνεία θα κάνω στη Julie Delpy. Δεν ξεχνάω εκείνο το βράδυ του 1996 που νοικιάσαμε με τη Σοφία το Πριν Το Ξημέρωμα και το ερωτευτήκαμε. Για το λόγο αυτό, η Julie και ο Ethan θα κατέχουν για πάντα μια ιδιαίτερη θέση μέσα μου. Δεν μου είναι, λοιπόν, καθόλου εύκολο να ομολογώ πως φοβάμαι ότι έχει έρθει η αμήχανη εκείνη στιγμή που η Julie δεν μπορεί πια να φοράει ό,τι της δίνουν. Γλυκιά μου: όταν ένα φόρεμα δεν μας πηγαίνει, δεν το φοράμε. Δεν είμαστε πια 20 χρονών που φορούσαμε ένα ό,τι να ‘ναι και μοιάζαμε με το δώρο των Θεών στους ανθρώπους (εσύ, δηλαδή, εγώ ακόμη έτσι είμαι). Αγόρασε έναν καθρέφτη.

Pharrell

Τελευταίο αφήνω τον Pharrell Williams, κυρίως γιατί ήθελα να το σκεφτώ λίγο. Τελικά κατέληξα στο ότι μου αρέσει η τόλμη στη μόδα, το σπάσιμο των κανόνων και ό,τι αυτά συνεπάγονται. Ο Pharrell φόρεσε ένα κοντό tuxedo. Ναι, κοντό. Έδειξε γάμπα, και, αν με ρωτάς, κέρδισε. Δεν κέρδισε το Oscar (ήταν υποψήφιος για Όσκαρ καλύτερου τραγουδιού, για το Happy από το Despicable Me 2), αλλά κέρδισε τις εντυπώσεις, και έναν χορό με τη Lupita, τη Merryl Streep και την Amy Adams.

Amy Adams

A, η Amy Adams. Παρότι δεν εντυπωσιάστηκα (φορούσε ένα βαθύ μπλε Gucci), ήταν ενδιαφέρον και ανακουφιστικό το ότι ντύθηκε μόνη της. Ναι, διάλεξε η ίδια τι θα βάλει, τα αξεσουάρ της, τι θα κάνει με τα μαλλιά της. Μια απόφαση που, σε μεγέθη Χόλιγουντ, φαντάζομαι ότι ήταν επιπέδου Breaking News.

ΥΓ 1: Portia de Rossi σε αγαπάω. Τώρα, πες μου πώς λένε τον πλαστικό σου, για να μην πάω ποτέ.

ΥΓ 2: Bette Middler σε αγαπάω. Αυτά.

ΥΓ 3: Bono, ειλικρινά, πες μου, τι σε βασανίζει; Ήταν χαλασμένο το ακουστικό σου; Οι κακούργοι των Oscars τίναξαν το τραγούδι σου μια οκτάβα ψηλότερα; Είχες εισπνεύσει ήλιο; Δεν είναι που δεν αγαπιόμαστε γενικά (που δεν…), είναι που πραγματικά ήσουν τόσο χάλια χθες… Τόσο χάλια…

Λίγο για πάντα

IMG_7580Χρόνια βλέπονταν σχεδόν κάθε βράδυ. Ο ένας έβαζε τη μπύρα, ο άλλος την έπινε. Ο ένας ξένος σε ξένο τόπο. Ο άλλος μόνος, βαθιά σε μία ρουτίνα ξένη – δεν θυμόταν πια πώς είχε γίνει δική του.
Χρόνια αντάλλασσαν μερικές τυπικές κουβέντες. Ο καιρός, η Φιορεντίνα, καμιά γυναίκα, η Ιρλανδία, πατρίδα για τον ένα, όνειρο για τον άλλο.
Ένα βράδυ μπήκε στο μαγαζί κρατώντας ένα πακέτο. «Someone told me this is your last night working here» είπε ο άλλος σε τραγουδιστά αγγλικά, παρότι ο άλλος μιλούσε πια τα ιταλικά σαν ντόπιος. «It’s true, I’m leaving tomorrow» απάντησε ο ένας. «In that case, this is for you» είπε ο άλλος και του έδωσε το πακέτο.

Ο ένας, μικρός στην ηλικία. Πέντε χρόνια έμεινε στη Φλωρεντία, όσο για να ολοκληρώσει τις σπουδές του και πια επέστρεφε στην οικογένειά του. Παιδί της σύγχρονης κοινωνίας της απομόνωσης και των ορίων, ήταν ξένος στο δέσιμο. Έμφυτα ευγενικός και έτοιμος να εξυπηρετήσει, χωρίς, όμως, να προχωράει παραπέρα.

Ο άλλος πιο μεγάλος. Προϊόν αυτής της «γέφυρας» κόσμων και εποχών, από τη μία της ανοιχτής καρδιάς και από την άλλη του φόβου της δέσμευσης, αυτής της σύγκρουσης μεταξύ παλιάς εποχής και νέας, Ίντερνετ και μολυβιού, Μεσογείου και βόρειας Ευρώπης. Κουρέας από το Έμπολι, επέλεγε να αδειάσει το μυαλό του με μια μπύρα και δύο καλές κουβέντες 25 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του, σε ένα ιρλανδικό μπαρ στη σκιά της περίτεχνης πρόσοψης της Santa Maria Novella.

«Γιατί μου δίνεις δώρο;», ρώτησε ο ένας. Πίσω από το μπαρ, η αμηχανία και η έκπληξή του ήταν σχεδόν απτές. «Δεν είναι δώρο», απάντησε ο άλλος. «Δες», είπε και του έκανε νεύμα να ανοίξει το πακέτο.

Ο ένας το έσκισε και έβγαλε από μέσα ένα CD του συγκροτήματος Solas. Πέρασε τα δάχτυλα μέσα από τα μαλλιά του, έγειρε το κεφάλι στο πλάι και τον κοίταξε με ένα στραβό χαμόγελο. «Παίζουν ιρλανδική μουσική» εξήγησε ο άλλος. «Ήθελα να σου πω πως με την ευγένειά σου, το χαμόγελο και την προθυμία σου να ακούς τα προβλήματά μου ακόμη και όταν προφανώς δεν είχες όρεξη, άφησες σε έναν επαρχιώτη Ιταλό το σημάδι σου. Απέκτησες και θα συνεχίσεις να έχεις, έστω και από μακριά, έναν φίλο».

Με το κεφάλι ακόμη στο πλάι και το χέρι στα μαλλιά, οι γωνίες που καθόριζαν το στραβό χαμόγελο του ένα αμβλύνθηκαν και τα μάτια του άνοιξαν λίγο παραπάνω. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ανέπνεε, στεκόταν απλά εκεί, πίσω από τη μπάρα, που πια δεν τους χώριζε, και τον κοιτούσε.

Ψέλλισε κάτι σαν «Thank you», ίσως ήταν «Grazie», και του έφερε ποτό. «Μην με πληρώσεις, είναι από εμένα». Στις διαμαρτυρίες του άλλου, ότι «δεν σου το έφερα γι’ αυτό», ψιθύρισε «όχι για το CD, δεν μπορώ να το εξηγήσω».

Το βράδυ εκείνο, ακόμη και το πάρτι πήρε ζωή και χόρεψε στους ήχους βρετανικής μουσικής. Τα γέλια ήταν λίγο πιο δυνατά και ο ήλιος τους βρήκε όλους μεθυσμένους να κοιμούνται στα σκαμπό. Ο ένας μετά τον άλλο ξεφλούδισαν τους εαυτούς τους από τους τοίχους και τη μπάρα και οι δρόμοι τους χώρισαν. Και την ίδια στιγμή δεν χώρισαν – άφησαν ένα μέρος τους πίσω, να τραγουδάει και να χορεύει, σαν ενέργεια που «πότισε» το πάτωμα, σαν μυρωδιά που δεν φεύγει.

Ο ένας άφησε ένα κομμάτι του πίσω για πάντα. Το κενό το συμπλήρωσε με κάτι που πήρε – κάτι βαρύ, λίγο για πάντα.

Και πάλι από την αρχή

corridorΜπήκε στον προθάλαμο τρέχοντας και γελώντας. Ντυμένη με ένα εκθαμβωτικό φουξ φόρεμα που άστραφτε καθώς χόρευε, με τα μαλλιά της μαζεμένα έναν χαλαρό, ψηλό, ανέμελο κότσο, πιτσιλούσε σαμπάνια από το ψηλό ποτήρι της όσο γελούσε με την καρδιά της, τραγουδούσε και στριφογύριζε σε μια γλυκιά ζαλάδα.

Μαζί της στον χορό μικρά παιδιά αλλά και μεγάλοι, φίλοι και άγνωστοι, που την κρατούσαν από το φόρεμα, της τραβούσαν τα χέρια, τη σηκώναν ψηλά, της πληγιάζαν την πλάτη και της χαϊδεύαν τα μαλλιά, άνοιγαν τα χέρια τους χωνιά και εκσφενδόνιζαν το κελαρυστό της γέλιο, ένωναν τις παλάμες τους και βίαια της έκλειναν τα μάτια.

Η  μουσική σταμάτησε, τα φώτα έσβησαν, η γιορτή πέρασε. Ξύπνησε σε μια γωνία του διαδρόμου – γύρω της, θολές παγιέτες, σπασμένες, βρώμικες. Μια λιμνούλα σαμπάνιας είχε στεγνώσει, αφήνοντας πίσω της ένα αχνό κολλώδες ίχνος. Κάτω από τα μάτια ένα μαύρο δρομάκι είχε χαράξει την πορεία της μάσκαρας, που έλιωνε καθώς περνούσε η ώρα.

Στο χέρι της τα χέρια εκείνων που είδαν τον χρόνο να σταματάει. «Σήκω» της είπαν. «Τελείωσε το πάρτι, αρχίζει η ζωή».

Σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει. Ο διάδρομος ήταν μακρύς και σκοτεινός, δεν μπορούσε να δει το τέλος του. Ψηλάφισε τον τοίχο, μήπως βρει κάποιον διακόπτη, χωρίς τύχη. Της φάνηκε μόνο πως άγγιξε το χέρι κάποιου άλλου, που ψηλάφιζε κάποιον άλλο τοίχο, ψάχνοντας διακόπτη. Ο τοίχος, όμως, ήταν άδειος.

Συνέχισε την πορεία της, με αργά βήματα. Κάθε της πάτημα διαφορετικό. Βαρύ, ελαφρύ, σίγουρο, σύντομο, περίεργο. Και όσο κατέβαινε τον διάδρομο, αυτός κόνταινε, μα το τέλος του δεν φαινόταν. Και πού και πού ξεφύτρωνε ένα παράθυρο. Από ένα ξεφορτώθηκε με ανακούφιση κάτι που της βάραινε τα πόδια,  της μουντζούρωνε το κραγιόν, της έκλεινε το στόμα, ένα βάρος που χρόνια την τραβούσε προς τα κάτω. Από ένα άλλο, άρπαξε μια πεταλούδα και την άφησε να πετάει δίπλα της. Σε ένα τρίτο αγκάλιασε νέους φίλους και συνέχισε μαζί τους να γελάει. Από κάποια βγήκε πετώντας, για να μπει γελώντας από κάποια άλλα.

Στον χορό αυτό των παραθύρων και του διαδρόμου στροβιλιζόταν χωρίς ισορροπία. Και ούτε μια φορά δεν κοίταξε πίσω, και ούτε θρήνησε όσα και όσους άφησε. Φορτωμένη και ξαλαφρωμένη έφτασε στο τέλος του διαδρόμου.

«Τώρα;» ρώτησε εκείνους που είδαν τον χρόνο να σταματάει.

«Τι τώρα;», της είπαν εκείνοι. «Τώρα χόρεψε. Πιες, φάε και τραγούδα. Γιατί αύριο το πάρτι τελειώνει, αρχίζει η ζωή».

Της έδωσαν το ποτήρι, της έβαλαν σαμπάνια και με ένα γλυκό φιλί από τον καθένα, το πάρτι ξανάρχισε.

Είναι που λείπεις εσύ, το χαμόγελό σου

Fiat500Βγήκα από το σπίτι με την αμφιβολία να κρέμεται πάνω από το κεφάλι μου, να, εκεί ψηλά, μαζί με όλα αυτά τα σύννεφα. Γιατί σκατά έβγαινα από το σπίτι; Τις Κυριακές πάντα επιλέγω να τυλιχτώ σε μια κουβέρτα και να διαβάσω μέχρι να λιώσουν τα μάτια μου μέσα στις κόγχες τους.

Γιατί όχι και σήμερα;

«Σκάσε» μου σφύριξα, και πήρα να περπατάω. Μιας και το αυτοκίνητο δεν μπορεί να μπει εντός του κέντρου της πόλης (να μπλέξεις εσύ με την ιταλική γραφειοκρατία!), έπρεπε να περπατήσω για να το βρω και να ξεκινήσω την κυριακάτικη εκδρομή.

«ΒρρρρρρρρΜΠΟΥΜ!» έκανε η πόλη γύρω μου. Έκλεισα τα αυτιά μου και κοίταξα τον ουρανό. Τίποτα το περίεργο: όλα γκρι σκούρο – εξού και το μπουμπουνητό.

«Σκάσε, είπα, θα ανοίξει» μου ξανασφύριξα και συνέχισα τον δρόμο μου.

Το λαδί 500αράκι με περίμενε εκεί όπου το είχα αφήσει δέκα μέρες νωρίτερα. Μπήκα μέσα, έβγαλα το μπουφάν και άνοιξα το ντουλαπάκι.

«Radiohead, Jarvis… όχιόχι… At the drive-in… Μα πού είναι;», το χέρι μου είχε μπει στο ντουλαπάκι μέχρι τον αγκώνα, σκαλίζοντας τα βουνά από σιντί που σκονίζονταν στο σκοτάδι. Τελικά, βγήκε κρατώντας θριαμβευτικά ένα καταγρατσουνισμένο βρώμικο δισκάκι.

«Α-ΧΑ!!!»

Όχι A-ha… απλά «α-χά!». A-ha δεν είχε. Μόνο ελληνικά. Όχι σκυλάδικα, ελληνικά του κυρίου Μαριονέτα. Όχι που τραγουδάει ο κ. Μαριονέτας, που μου τα γράφει. Δεν τα γράφει αυτός δηλαδή, αυτός κάνει το σιντί. Τη συλλογή, δηλαδή, όχι το σιντίουφ,κατάλαβες,φτάνει!

Το σιντί γλίστρησε στη σχισμή του στερεοφωνικού, το κλειδί γύρισε, το ταξίδι άρχισε. Μισή ώρα με χώριζε από την Ιμπρουνέτα, τον τελικό προορισμό μου, την πιο πρόσφατη ανεξήγητη μανία μου. Άνοιξα το παράθυρο και άφησα τον υγρό αέρα να γεμίσει την καμπίνα. Πήρα μια βαθιά ανάσα και πάτησα το γκάζι.

Με τα χέρια να χαϊδεύουν το τιμόνι πήρα να τραγουδάω. Δυνατά, με φωνή, γιατί μόνο έτσι οδηγάς σωστά.

«Εμείς η μεσαία τάξη…» ξεκίνησε κι ο Μούτσης, ξεκίνησα κι εγώ. Οι νότες χρωμάτιζαν τη γκρίζα Φλωρεντία και δυο τρεις σταγόνες αγκάλιασαν το τζάμι μου. «…θέλει κι εκείνη λιγάκι να διατάξει, να γίνει άρχουσα δηλαδή», έλεγε ο Δήμος, να σου κι εγώ, και η Φλωρεντία μαζί. Δυο κυρίες, γύρω στα εβδομήντα, ευθυτενείς, κομψές, άρτι αποχωρήσασες από κομμωτήριο, προστατευμένες από δύο μαύρες ομπρέλες, μου χάρισαν από ένα βλέμμα αποδοκιμασίας και επέστρεψαν στη συζήτησή τους. Χαμογέλασα και δυνάμωσα τη μουσική. Από τα – μονίμως – ανοιχτά παράθυρά μου, ταξίδευε κι εκείνη από πίσω μου. «Το να λέει όμως κανένας την αλήθεια είναι μια πολύ κακή συνήθεια που αν την έχεις την πληρώνεις κάπως ακριβά… », είπα μαζί με τον Δήμο, «πες τα ρε Δήμο!» του φώναξα, και μπήκα στη Via del Ponte alle Mosse. Μπροστά μου, μια σειρά από δέντρα, στα οποία κανείς δεν είχε πει πως χειμώνιασε. Καταπράσινα, πυκνά, θρόιζαν κάτω από τα τεράστια γκρίζα σύννεφα, ενώ εκεί, βαθιά στον ορίζοντα, μια ανοιχτόχρωμη γραμμή.

«Σου το είπα πως θα ανοίξει» μου κάγχασα και έβγαλα τον αγκώνα έξω από το παράθυρο. Ο κρύος αέρας ανεβαίνει από το μανίκι μου προς τον ώμο μου, μαγκώνει το στήθος μου και αγκαλιάζει τον λαιμό μου, ενώ μερικές σκόρπιες κρύες σταγόνες παλεύουν να μου υπενθυμίσουν πως είναι Νοέμβριος. Εγώ τις αγνοώ. Σήμερα πάω εκδρομή.

«Απ’ το ραδιόφωνο ακούω δυνατά τζαζ ροκ!» φωνάζω στον Άρνο, καθώς τον διασχίζω πάνω από τη γέφυρα. Σε αυτό το σημείο της πόλης, πια, οι γέφυρες είναι πιο απλές με χαμηλότερα τοιχάκια και κάγκελα. Εδώ είναι που η υγρασία και το κρύο δεν συναντούν πια κανένα εμπόδιο και αποκαλύπτονται σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια. Εδώ, κοντά στο τέλος της πόλης είναι που τη νιώθεις περισσότερο. Όπως τα περισσότερα πράγματα, εξάλλου. Στο τέλος τους, τα νιώθεις περισσότερο.

Εγώ ωστόσο τα αγνοώ. Και μπαίνω στη Francesco Talenti φωνάζοντας μαζί με την Αφροδίτη Μάνου. «Το Τσινγκουετσέντο μουυυ δεμένοοοο με σκοινίιιι» τραγουδάω σε έναν ποδηλάτη, που μου κουνάει το χέρι, ενώ μια κυρία παλεύει να συγκρατήσει το σκύλο της, που με τη σειρά του παλεύει να φτάσει το αυτοκίνητό μου, που με τη σειρά του παλεύει να προφτάσει το φανάρι.

Το αυτοκίνητο νίκησε.

Το φανάρι που με έπιασε ήταν το μεθεπόμενο. Μόλις δύο λωρίδες στον στενό δρόμο που οδηγεί προς την Αουτοστράντα. Δίπλα μου σταματημένο, ένα Astra. Στις δύο μπροστινές θέσεις, δύο παιδιά, γύρω στα 20. Πίσω, μια κοπέλα, λαγοκοιμόταν. Οι τελευταίες νότες και οι γρατσουνιστοί ήχοι που συνόδευαν το mp3 (γραμμένο από βινύλιο, γαρ, για πες, πόσο γέροι!) έφυγαν, και για ένα δευτερόλεπτο, σιγή. Και μετά, Ελπίδα.

«Στη ντισκοτέκ την παλιάααα… φέραν νέα φώταααα» τραγούδησαν τα ηχεία του Φίατ κι εγώ μαζί. Το φανάρι κόκκινο και η βροχή είχε πια σταματήσει, ενώ η μαυρίλα του ουρανού είχε ήδη αρχίσει να σπάει. «Στρώσαν καινούργια χαλιάααα» τραγουδήσαμε μαζί. «Κι άνοιξαν την πόρταααααα».

Το γρρρρρρρ του διπλανού παραθύρου που άνοιξε δεν το άκουσα. Άκουσα, όμως, τη βραχνή φωνή του 20χρονου από δίπλα μου. «Ρόδα τσάντα και κοπάνα και μαρσάρω τη Husqvarna κι οι μπαρμπάδες στις διαβάσεις τρέχουν μην τους πάρω σβάρνα» «ράπαρε» μαζί με τον Μεντζέλο, κι έμεινα να τον κοιτάζω. Ο οδηγός εκστασιασμένος κρατούσε με το κεφάλι του τον ρυθμό, ενώ η κοπέλα από πίσω είχε σηκωθεί και γελούσε.

«Greci…» ψιθύριζε.

«Πάμε να κουνηθούμε κάτω απ’ τη ντισκομπάλα, τώρα που ο ντίτζεϊ μιξάρει Colegiala» φώναζε τώρα το παιδί από δίπλα, ενώ το φανάρι έγινε πράσινο. Κοίταξα τον οδηγό, με κοίταξε κι αυτός. Ξεκινήσαμε μαζί, ενώ με μια φωνή, οι τρεις μας και η Ελπίδα τραγουδούσαμε στη μέση της Τοσκάνης: «Είναι που λείπεις εσύυυυυ (κι εσύ κι εσύ κι εσύ κι εσύ [οδηγός]), το χαμόοοογελόοοο σουυυυυ! Λείπει η ζωή μου η μισήηηηηηηηη, κι ό,τι είναι δικόοο σουυυυ! Κι η μουσική, δεν έχει, όπως και χθες, ρυθμό, η νύχτα πια, δεν τρέχει και το χορό ξεχνώ τα γέλια με, πειράζουν, και στον πολύ καπνό, ψάχνω τριγύρω μου και προσπαθώωωωωω να σε βρωωωωωω».

Πίσω μας, ουρά ιταλικών αυτοκινήτων, οδηγών που έβγαιναν για εκδρομή, για να δουν συγγενείς, ίσως και για να δουλέψουν. Και ξαφνικά, βρέθηκαν να «συνοδεύουν» δύο αυτοκίνητα που με το γκάζι πατημένο και τη μουσική στο τέρμα υποδέχονταν τον ήλιο, που μέρες είχε να φανεί και ξαφνικά έσκαγε μύτη ανάμεσα από τα σύννεφα.

Όλοι μαζί, εμείς τραγουδιστά κι εκείνοι πατώντας ρυθμικά την κόρνα, ξεσπάσαμε στην Κυριακή μας. «Τώρα προστάζει η μόδα το φίλημα στο χέρι του κάθε homo sapiens που έχουν για…» πορτιέρη έλεγε ο Μιθριδάτης, αλλά δεν κρατήθηκαν οι Ιταλοί: τι capo, τι direttore, τι principale… Γιατί, μη νομίζεις, δεν γίνονται μόνο στην Ελλάδα οι πίθηκοι αφεντικά…

Και έδωσε πόνο η Ελπίδα, «είναι που λείπεις εσύυυυυυυ», «ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟΟΟΟ ΣΟΥΥΥΥ», τραγουδήσαμε όλοι εν χορώ, κι εμείς και οι Ιταλοί, και βρήκαμε όλοι το χαμόγελό μας, καθώς η Ελπίδα έκλεινε με μια κορώνα το τραγούδι, και το άλλο αυτοκίνητο συνέχισε, όσο εγώ έστριβα στη Via di Castelnuovo.

Το Χαμόγελό Μου έμεινε, μέχρι που επέστρεψα. Ανέβηκα στο σπίτι, χαιρέτησα τον Μάσιμο που σχεδόν κρεμόταν από το παράθυρό του, τυλίχτηκα με την κουβέρτα και πήρα το βιβλίο μου. Πριν το ανοίξω, σκέφτηκα τη μέρα που τελείωνε. Όμορφη η Ιμπρουνέτα. Η πορεία, όμως, μέχρι εκεί θα μου έμενε αξέχαστη. Τραγούδησα πάλι από μέσα μου το ρεφρέν. Και κατάλαβα πως βρήκα την χαρούμενη μελωδία μου.

Το χρειαζόμουν.

 

To podcast της Τίνας

1Καταδικάζουμε τα «έφυγε»/»έκλεισε τα μάτια για πάντα»/»χάσαμε» από όπου και αν προέρχονται. Και ύστερα, έρχεται η ώρα να γράψουμε για κάποιον δικό μας άνθρωπο, και αυτό το «πέθανε» μας κάθεται στο λαιμό και δεν μας βγαίνει, όσο και αν χτυπάμε τον κώλο μας κάτω.

Την κάναμε, όμως, την προσπάθεια, και το βγάλαμε το podcast. Για την Τίνα Χρόνη που @@#%&@## πέθανε πριν από ακριβώς δέκα χρόνια.

Επτά Νοεμβρίου του 2003, μια μέρα πριν από τη γιορτή της. Το πώς γίνεται αυτά τα δέκα χρόνια να πέρασαν σε μια μέρα και την ίδια στιγμή να φαίνονται αιώνας, εμείς δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε. Μπορούμε μόνο να υπενθυμίσουμε σε όσους τη γνώριζαν πόσο την αγαπούσαμε, και να προτρέψουμε όσους δεν τη γνώριζαν, να ακούσουν το podcast και, φυσικά, να δίνουν αίμα.

Το podcast ξεκινάει με μια έκπληξη…

 

 

Περί θαυμάτων

Image

Βγήκαμε από τον οδοντίατρο. Η μία το χέρι στο δόντι, η άλλη το χέρι στο χέρι του μικρού. Στα άλλα δύο χέρια, τσάντες, μεγαλύτερες τσάντες, σακούλες, κλειδιά, τηλέφωνα. Μια ποιητική ριπή ανέμου μου πήρε τα γυαλιά και τα πέταξε στο κράσπεδο. Χωρίς χέρια, γονάτισα και τα έπιασα με τα δόντια, υπό το αυστηρό βλέμμα μιας κυρίας.

Γύρω στα 75 – μάλλον κρύβω τα καλοκαίρια, για να μην πάω και στην κόλαση και ψαχνόμαστε -, μαλλί αερόστατο, χρώματος σάπιο καρότο, έντονο φουξ κραγιόν και ένα μεγάλο χρυσό δαχτυλίδι στον αριστερό παράμεσο. Με μια μεγάλη πέτρα. Ροζ.

Με μπαλετική χάρη, χωρίς να μου πέσει καμία σακούλα, αλλά, κυρίως, χωρίς να αφήσω το χέρι του μικρού, γιατί ήμασταν και δίπλα στον δρόμο, και με τα γυαλιά ακόμη στο στόμα σηκώθηκα στις πλατφόρμες μου και ίσιωσα και πάλι το κορμί μου – όσο έφτανα, γιατί το μικρό μου πέφτει κοντό όταν φοράω πλατφόρμα. «Ευχαριστώ για τη βοήθεια», μούγκρισα, όμως το μόνο που βγήκε ήταν κάτι που έμοιαζε με «μμμμμχμχχχμμββγγγγμμμ», οπότε δεν την κακίζω που δεν το κατάλαβε.

Η άλλη με το ημιελεύθερο χέρι της με βοήθησε να βγάλω τα γυαλιά από το στόμα και να τα βάλω στο κεφάλι μου. Χωρίς κάτι να μου κρέμεται πια, μπόρεσα να παρατηρήσω τον κόσμο γύρω μου, αρκετά για να αντιληφθώ μια κοσμοσυρροή προς την πλευρά που κοιτούσε η «κυρία».

Σημαιούλες κρεμασμένες πάνω από τον δρόμο, άνθρωποι να μπαινοβγαίνουν σε μια εκκλησία και ψαλμωδίες. Κοίταξα την άλλη, με κοίταξε κι εκείνη. Η απορία ήταν κοινή. Το μικρό στον κόσμο του. «Τι παίζει εκεί;» ρώτησα την «κυρία» όλη απορία. Εκείνη με κοίταξε από κάτω έως πάνω, από τις πλατφόρμες μου, στο σορτσάκι μου, στο μπλουζάκι μου, στα γυαλιά ηλίου, στην ψηλή στραβή κοτσίδα μου. Μετά έβγαλε τα μπεζοκαφεσκατουλί γυαλιά ηλίου της για να αντιληφθώ ότι δεν με κοιτάει απλά – με κοιτάει περιφρονητικά.

«Του Σωτήρα είναι σήμερα κορίτσι μου», μου είπε.

«Γιορτάζουμε τον Χρήστο τον Βελώνη;;» είπαμε και οι δύο και γελάσαμε πνιχτά, η μία κρατώντας το μάγουλο από την πλευρά της εξαγωγής. Η «κυρία» δεν το εκτίμησε. «Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος είναι σήμερα, έξι Αυγούστου είναι, τι δεν καταλαβαίνετε;;» φώναξε σχεδόν, μέσα από τα δόντια της. Σοβαρευτήκαμε αμέσως, και ο μικρός πέταξε μια πέτρα που είχε μαζέψει από τον δρόμο και στάθηκε προσοχή. «Θαύμα» σκέφτηκα, αλλά σώπασα. Δεν ξέρω την άποψη της Εκκλησίας για τα μικρά καθημερινά θαύματα, και δεν ήθελα να πιέσω την τύχη μου. Είδα και την άλλη, σε στάση ημιπροσοχής, με το χέρι μόνιμα κολλημένο στο σημείο της εξαγωγής, ψάρωσα.

Μας είδε τρομαγμένες η «κυρία», μαλάκωσε. «Πάτε μέσα, είναι και ο Άνθιμος», είπε, και χαμογέλασε ένα μπεζουλί χαμόγελο κάτω από μια φουξ τέντα. Η φωνή από τα μεγάφωνα άξαφνα πήρε πρόσωπο, και η εικόνα των ανθρώπων να μπαινοβγαίνουν στην εκκλησία έβγαλε νόημα. «Ναι, θα κάνουμε γεμιστά, μας χρειάζεται λίγος Άνιθος…», είπε η άλλη, οι πρώτες λέξεις μετά από την εξαγωγή.

«Να μπείτε να ανάψετε ένα κεράκι!», φώναξε άγρια στις πλάτες μας η «κυρία».

«Σιγά μην ανάψουμε λαμπάδα» είπε κάποια από εμάς.

«Αντίχριστες!» μας φώναξε.

«Κομοδίνο» ίσως να της είπε ο μικρός. Ίσως και όχι. Αν το είπε, πάντως, μάλλον θα είναι θαύμα.