Εκείνο που βλέπω να μένει τελικά…

therinocinemaΠώς γίνεται, δεν ξέρω. Όταν όμως κάθεσα στην μισοξεχαρβαλωμένη καρέκλα, δίπλα από το τραπεζάκι, κάτω από την τεράστια οθόνη, με τη γρανίτα στο χέρι, τα σανδάλια βυθισμένα στα  πετραδάκια, κάτω από τα αστέρια, ο αέρας δεν είναι ποτέ καυτός. Είναι πάντα δροσερός, βάλσαμο.

Η μυρωδιά είναι πάντα από κομμένο γρασίδι. Και πατατάκια. Με λίγο γιασεμί.

Ο καλοκαιρινός ιδρώτας είναι γλυκός. Το γέλιο αβίαστο.

Κι αυτή η γρανίτα μπορεί να έχει και βότκα, μπορεί και όχι. Είναι, όμως, πάντα παιδική. Όπως και το γέλιο. Παιδικό, Αθώο, Αληθινό. Ματιές, βλέμματα, αγγίγματα, σκιρτήματα, γέλια, χαμόγελα. Τα πάντα και τίποτα.

Ο χρόνος δεν υπάρχει. Μέσα σε αυτή τη μαύρη τρύπα, όλα είναι φωτεινά μες στο σκοτάδι.

Κι όσο απ’ έξω φεύγουν τα καλύτερά μας χρόνια, εσύ ζεις για πάντα κάτι νύχτες με φεγγάρι, μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά.

Και δεν αποχαιρετάς κανέναν.

Ο χρόνος πέρασε

111834-141148-wild-riverΟ αέρας φύσαγε σαν γύφτος. Έλεγες πως βάλθηκε να ανάψει κάπου μια μεγάλη φωτιά να ζεστάνει…

«Είσαι γελοία» γέλασε και με κλώτσησε. Σκούπισα το πρόσωπό μου από την υγρασία. Το Ποτάμι κάτω από τα πόδια μας παρέσερνε τα πάντα στην τρελή του πορεία. Κλαδιά, πετρούλες, μικρά ζουζούνια που πάσχιζαν να κρατηθούν στην επιφάνεια. Τίποτα δεν γλίτωνε. Μόνο εμείς, καθισμένες σε μια μεγάλη πέτρα, με τα γόνατα στο πηγούνι.

Ο ήλιος ανέβαινε.

«Μπορείς να βουτήξεις τα πόδια σου μέσα και να ξεχάσεις τα πάντα», μου είπε. Το βλέμμα καρφωμένο στο νερό.

Στο μυαλό μου χόρεψαν μουσικές, βιβλία, μπύρες, γέλια. Δάκρυα.

Πόσο εύκολα ξεχνάει κανείς;

«Άσεμας», είπα και της πέταξα ένα ξερό φύλλο. Ο ιπτάμενος χορός του φύλλου κόπηκε απότομα στον αέρα κι αυτό έπεσε, βαρύ σαν πέτρα, δίπλα στο πόδι μου. Κανείς δεν του έδωσε σημασία. Της τράβηξα τα μαλλιά και με τσίμπησε στο χέρι. Ό,τι μας χώριζε, χώριζε μόνο άλλους.

Το Ποτάμι κυλούσε βαρύ. Μάζεψα τα πόδια πιο κοντά στο στήθος.

«Δεν θα ξεχάσω» είπα. Το βλέμμα καρφωμένο στο νερό.

Ο ήλιος ανέβηκε.

Μου έδωσε άλλη μια μπύρα. Και ο χρόνος πέρασε.

Σταρ; – Σ’ταρ’

wheat

Ο αέρας φύσαγε σαν γύφτος. Με τα τζάμια κατεβασμένα γλιστρούσα στην παραλιακή σαν χέλι. Το ένα χέρι στο τιμόνι, το άλλο έξω από το παράθυρο να χαϊδεύει τα κύματα που έχτιζε η ταχύτητα. Ήταν μεσημέρι και ο ήλιος τηγάνιζε αυγό σε τεσσεράμισι λεπτά στο ταμπλό του αυτοκινήτου. Μέσα από τα γυαλιά, όμως, όλα φαίνονται αλλιώς.

Οι Kills γέμισαν την καμπίνα. «Ξέρω ότι πρέπει να επιβραδύνουμε, αλλά όταν έρχονται τα κύματα τα αντιμετωπίζεις, και ξέρεις, δεν μπορούμε να το σταματήσουμε τώρα» και το κεφάλι ακούμπησε πίσω στη θέση. Κάποιες φορές όλα απλά φαίνονται αλλιώς.

Τα μαλλιά μου ζωγραφίζουν το πρόσωπο καθώς κυλάω στο δρόμο. Χαϊδεύω το τιμόνι και τραγουδάω δυνατά. «Doing it to death» και όλα είναι δρόμος. Με την άκρη του ματιού βλέπω ένα μαύρο τζιπ να πλησιάζει. Νιώθω το βλέμμα του οδηγού να καίει τον αυχένα μου. Χαμογελάω κρυφά και συνεχίζω να κοιτάζω μπροστά. Ο κόσμος μου ανήκει, ο δρόμος είναι το κάστρο μου, δεν χωράει κανείς.

Φέρνω το χέρι στο μέτωπο και παίζω με τα μαλλιά μου. We’re double sixing it night after night, doing it to death, ποιος δεν ακούει; Είμαι εδώ, ο αέρας δικός μου, η μουσική δική μου, ο δρόμος δικός μου. Το τζιπ δίπλα μου κολλημένο. Κι αυτός είναι δικός μου. Ας κοιτάξει, ας κοιτάζει, απόψε πετάω, είμαι ελαφριά σαν σύννεφο, σαν αέρας πετάω πάνω από το δρόμο, δίπλα από τα αυτοκίνητα, είμαι καπνός, είμαι φωτιά, είμαι…

«Πώς οδηγάς έτσι παιδί μου, βλέπε το δρόμο!» φωνάζει το τζιπ.

«…Μπαμπά;;»


Βιασμός, σεξισμός & στρουθοκαμηλισμός

Το κείμενο δεν είναι δικό μου, δημοσιεύτηκε εδώ https://www.facebook.com/notes/irini-georgi/%CE%B2%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82/10153679528812844

Θα μπορούσε, όμως, να ειναι και δικό μου και, νομίζω, όλων των γυναικών εκεί έξω – είτε το παραδέχονται είτε όχι. Φτάνει να γράφαμε τόσο καλά

Καμένα Σουτιέν

Απο την Ειρήνη Γεωργή
[το κείμενο είναι αναδημοσίευση από το προσωπικό της προφίλ]

[Προειδοποίηση περιεχομένου για αναφορές σε σεξουαλική παρενόχληση και βιασμό.]

Αυτό είναι ένα κείμενο που κανείς δεν θέλει να διαβάσει. Αλλά έπρεπε να το γράψω, κι ας άργησα. Μην αρχίσεις να διαμαρτύρεσαι καν. Ξέρεις πόσες φορές έχω ακούσει «μην μου πεις πάλι για φεμινισμό/ σεξισμό»; (Το ερώτημα είναι ρητορικό. Αλλά είναι πολλές). Τι να κάνω, απ’ όλα αυτά για τα οποία αξίζει να παλέψεις, εγώ τάχθηκα σ’ αυτό.

Μέσα στην εβδομάδα έγινε μεγάλος ντόρος (κυρίως στα ξένα Μέσα) για την απόφαση της δίκης του Brock Turner, του βραβευμένου πολλά υποσχόμενου κολυμβητή που φοιτούσε στο Stanford, ο οποίος έτυχε να πιαστεί στα πράσα από δυο περαστικούς Σουηδούς, την ώρα που έχωνε τα δάχτυλά του στα γεννητικά όργανα ενός αναίσθητου κοριτσιού πίσω από κάτι σκουπιδοτενεκέδες, έξω από ένα πάρτι.

Οι Σουηδοί ήταν αυτόπτες μάρτυρες, τον κράτησαν μέχρι να έρθει…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 4.521 επιπλέον λέξεις

Ανατολή

Beach near San José del Cabo, Mexico at sunrise

«Δεν σε αγκαλιάζει η ανατολή. Εσύ βυθίζεσαι στα χρώματά της»

Γύρισε το κεφάλι αργά και με κοίταξε με μισόκλειστα μάτα.

«Σκάσε βρε μαλάκα, θα με πνίξεις»

Γελάσαμε και βήξαμε τη μπύρα μας. Ο ήλιος συνέχισε να σκαρφαλώνει νωχελικά στον ουρανό κι εμείς συνεχίσαμε να τον κοιτάζουμε, ακουμπισμένες στους αγκώνες μας, τα πόδια βυθισμένα σε μια δροσερή άμμο. Έριξα πίσω το κεφάλι έκλεισα τα μάτια. Με κλώτσησε με το γόνατο και τραγούδησε.

Ο χρόνος δεν κυλουσε.

«Κι αν δεν έφευγα; Αν έμενα εδώ; Για πάντα…»

Στήριξε το μπουκάλι στην άμμο, στραβά και αγκάλιασε τα γόνατά της. «Εγώ θα μείνω εδώ. Εσύ θα φύγεις»

Κοίταξα τον ήλιο, ακίνητο σε ένα αέναο σκαρφάλωμα. Πήρα το μπουκάλι και ήπια δυο γουλιές. Πετραδάκια έπεσαν στην αγκαλιά μου, στη μπλούζα μου στα μαλλιά μου. Το έχωσα πάλι πίσω στην άμμο και κάθισα πάλι πίσω.

«Δεν μας κυνηγάει κανένας», είπα και έριξα πάλι πίσω το κεφάλι. Μου τράβηξε τα κόκκινα μαλλιά και της πέταξα ένα σπασμένο κοχύλι. Γελάσαμε.

«Όχι, δεν μας κυνηγάει κανένας», είπε. Πήρε μια βαθιά άδεια ανάσα.

Ο ήλιος ακόμη ανέβαινε.

 

Δώδεκα

icelandΤα μάτια άνοιξαν βαριά. Χωρίς να θέλουν. Έκλεισαν κι έμειναν εκεί, στο σκοτάδι. Λίγο σκοτάδι για σήμερα.

Τα πόδια σήκωσαν το βάρος και το κράτησαν για λίγο ακίνητο.

Δώδεκα.

Βούτηξα μέσα στο νερό και οι ήχοι βουβάθηκαν, τα χρώματα έλιωσαν, μόνο ένας ήχος γάργαρος με τράβηξε, σαν ομφάλιος λώρος, μακριά, έσκισα το νερό και βγήκα σε μια παραλία ήσυχη, καυτή, και ήσουν εκεί, γελούσες, με κοίταξες, αλλά το νερό στέγνωσε, τώρα μόνο η βρύση τρέχει στο νιπτήρα. Την έκλεισα και κοίταξα στον καθρέφτη.

Δώδεκα.

Η κουζίνα μυρίζει αβοκάντο. Μισό αβοκάντο κάθε πρωί και μια ντουζίνα χάπια.

Ανεπιθύμητοι ήχοι γεμίζουν το σπίτι.

Σκαρφαλώνω στο παράθυρο και κρεμάω τα πόδια έξω. Δύο ζευγάρια πόδια κουνιούνται πάνω από το τίποτα. Λίγο από τον καφέ μου, τον ρίχνω σε εσένα. Οι σταγόνες αιωρούνται για μια στιγμή, διστακτικές, πριν χαθούν.

Απλώνω το χέρι κι αγκαλιάζω τον αέρα. Φιλώ στα χείλη το κενό.

Κάθε μέρα.

Δώδεκα.

Jagged pulp sliced in my veins, I write to remember

Ησυχία

Time-for-nothing

Ησυχία.

Το σπίτι άδειο, η μουσική τελείωσε, η τηλεόραση πάντα σβησμένη.

Ένα σωληνάκι στο ψυγείο ρουφάει αέρα και φτύνει νερό. Ένα μηχανάκι στον υπολογιστή χτυπάει τον αέρα. Η γάτα γλύφει τις τρίχες της ξανά και ξανά. Φτύνει και γλύφει, φτύνει και γλύφει. Ένα σμήνος από τουρίστες κάτω από το παράθυρο μουρμουρίζουν εκατομμύρια ενωμένα συνεχή φωνήματα, το φουλάρι της ξεναγού χτυπάει ρυθμικά το κοντάρι της ομπρέλας όπου κρέμεται. Οι τουρίστες εκστασιάζονται από το παλάτσο του 18ου αιώνα, το μουρμουρητό σκαρφαλώνει σε νέες συχνότητες. Το ίδιο το παλάτσο τρίζει πάνω στις πέτρες του, καθώς κατσαριδούλες κατατρώνε τα σωθικά του.

Δεν τις βλέπω ποτέ, αλλά πού και πού τις ακούω.

Κάποιος στο βάθος χτυπάει ένα κάγκελο. Ένα αυτοκίνητο κορνάρει τους τουρίστες, τα βήματά τους μαζεύονται στις δύο άκρες του δρόμου. Έξω από την πόρτα μου κάποιος αφήνει σακούλες. Ανοίγει την πόρτα. Παίρνει τις σακούλες. Κλείνει την πόρτα.

Ησυχία.

Τα έπιπλα διαστέλλοναι και συστέλλονται. Τακ. Πατ. Τσακ. Γκαπ.

Γρρρρρρ… Κάποιος τράβηκε έναν καναπέ. Κάποιος έριξε έναν καφέ. Ένα μωρό έτρεξε μακριά από το γονιό, ένας γονιός έτρεξε πίσω από το μωρό, το μωρό έπεσε σε χέρια και γόνατα, ένα γέλιο, ένας αναστεναγμός. Μια φωνή. Ένας χαιρετισμός. Ένα βάζο άνοιξε, καρποί έπεσαν στο πάτωμα, κύλησαν κάτω από έπιπλα, μέσα σε υδρορροές, πίσω από ντουλάπια.

Το τζάμι έτριξε, ο αέρας φύσηξε. Ακούω τα σύννεφα να μαζεύονται.

Ίσως βρέξει.

Εμμονές

eggs-04Η συνείδηση με έβγαλε από το όνειρο τραβώντας με ξαφνικά από τα μαλλιά, για να ανακαλύψω έντρομη πως η εμμονή ήταν εκεί. Τραχιά, παγωμένη, τριβελιστική.
Τίναξα τα χέρια μου βάζοντας τα ρούχα μου, μήπως και φύγει. Αλλά όχι. Εκεί.
Μπήκα στο ντουζ, γύρισα στο κρύο και σόκαρα όλο μου το κορμί, μήπως και φύγει. Όχι. Εκεί.
Βγήκα από το ντουζ, θόλωσα το μυαλό μου με το πιστολάκι μήπως και την ψήσω. Τίποτα. Εκεί.
Άνοιξα τα παράθυρα και άφησα ένα δροσερό αεράκι να γαργαλήσει το δωμάτιο. Άνοιξα και την πόρτα και στάθηκα στη μέση, μήπως την παρασύρει το ρεύμα. Την είδα να κρατιέται από τα αυτιά μου, από τα χείλη μου, από τα ματόκλαδά μου, κόντρα στον αέρα, να μου πετάει τη γλώσσα. Εκεί.
Περπάτησα αργά προς την κουζίνα. Ήπια ένα μεγάλο ποτήρι νερό, μήπως και την πνίξω. Μπα. Εκεί.
Κοντοστάθηκα. Έψαξα μέσα μου, μήπως κάνω λάθος. Όχι. Ήταν εκεί. Σίγουρα εκεί.
Διστακτικά άνοιξα το ψυγείο. Ήταν εκεί, προκλητική, αυθάδης. Θα υποκύψεις, μου σφύριξε.
Έκλεισα τα μάτια και κράτησα την ανάσα μου. Δεν πρέπει να υποκύψω. Δεν πρέπει.
Άνοιξα ξανά τα μάτια και κοίταξα ίσια μπροστά. Γιατί;
Γιατί όχι;
Με μία υπόκλιση αριστερά, μια υπόκλιση δεξιά, μια επταπλή πιρουέτα και μια απόλυτη αναγνώριση του θριάμβου της, ακούμπησε στο ένα της γόνατο, μου απέδωσε τα σέβη της και αποχώρησε με χάρη ντίβας του μπαλέτου.
Άπλωσα το χέρι αποφασιστικά και έβγαλα δύο αυγά. Τα κράτησα στις δύο μου παλάμες σαν μικρά, νεογέννητα μωρά. Το μυαλό μου γέλασε, τα αυτιά μου γέλασαν, το γέλιο ξέσπασε στο στομάχι μου, έγδαρε το λαρύγγι μου, βούιξε τα αυτιά μου, κόλλησε στους τοίχους και στο ταβάνι.

Τώρα, τρεις ώρες μετά, πίνω καφέ και το σώμα μου καίει. Πού και πού στάζει λίγο γέλιο από το ταβάνι στο κεφάλι μου. Αλλά δεν μετανιώνω τίποτα. ΤΙΠΟΤΑ. Η φάση είναι yolo.

Τώρα ο Μάσιμο μαζεύει DVD και κάνει λίστες στο Spotify, για να περάσει ευχάριστα η εβδομάδα που θα περάσω κλεισμένη στο σπίτι.

Καταραμένες αλλεργίες.

#yolo

ΥΓ Πριν από την αναγκαστική κατ’ οίκον απομόνωσή μου κατάφερα να γυρίσω ένα αποκαλυπτικό βίντεο που καταδεικνύει τις άθλιες συνθήκες κάτω από τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να επιβιώνουν οι κάτοικοι της δύστυχης τούτης πόλης. Το ανέβασα με κίνδυνο της ζωής μου στο YouTube ώστε να ενημερωθεί ο κόσμος και να αφυπνιστούν οι ευαίσθητες ψυχές για το μόχθο και τις κακουχίες που τόσο επιδέξια κρύβουν από την κοινή γνώμη οι υπεύθυνοι αυτής της τραγωδίας.

#of_course_not

Κάπου εκεί μέσα, με ένα ποδήλατο, ο Μάσιμο μας κλείνει το μάτι.

Mort

Terry«I shouldn’t be able to see you» said the Writer to the tall stranger. He set his black cloak straight at the elbows, patted some dust off his shoulder with his long, bony fingers and held his scythe up again. The heavy implement twinkled in the early afternoon light. «THEN AGAIN, MAYBE YOU SHOULD» He said.

The author sighed and nodded. «So what happens now?» he asked.

«WHY DON’T WE TAKE A WALK TOGETHER» He said.

And the two of them walked away, like father and son, both Father and Son. Equals.

So long Sir Terry Pratchett. You shall be sorely missed.

Και πάλι από την αρχή…

alleyΗ νύχτα τη βρήκε εκεί, χωμένη στη γωνία, ριγμένη επάνω σε ένα χαρτόνι, λάσπη και κάτι που μυρίζει επίμονα σαν κάτουρο σκύλου. Τα πόδια της κοιτάζουν στο πλάι, ξυπόλητα, όμως ο θώρακας, γυρισμένος αφύσικα προς τα κάτω, πιέζει το στήθος της στο χαρτόνι, ενώ το μισό της πρόσωπο ακουμπάει στο βρώμικο τσιμεντένιο δάπεδο.

Τα μάτια κλειστά, το στόμα μισάνοιχτο.

Αυτό που κάποτε ήταν τα μακριά μαύρα της μαλλιά κρέμεται θλιβερό και βρώμικο από το κεφάλι της, με ασύμμετρες άκρες, και ανεξήγητα κενά – σαν κάποιος να την έσερνε από εκεί, βγάζοντας πού και πού τούφες, τις οποίες, άχρηστες, ξεφορτωνόταν με αηδία. Το γιορτινό κόκκινο φόρεμα της, με κάθετες γραμμές από ροζ και χρυσές πούλιες, βρώμικο, ξεθωριασμένο, σκισμένο στο στομάχι και στα πόδια, με την αριστερή τιράντα να κρέμεται άψυχα, αφήνοντας να ξεμυτίσει ένα κομμάτι κρυμμένης σάρκας.

Μια αστραπή, ένας κρύος αέρας, ο απόηχος από ένα τραγούδι, μακρινές φωνές και μερικές νιφάδες, που απαλά αρχίζουν να πέφτουν, σκεπάζοντας τον γιορτινό σωρό από απομεινάρια. Το περιεχόμενο ενός ποτηριού σαμπάνιας αδειάζει στο πρόσωπό της και η ζωή σιγά-σιγά αρχίζει να επανέρχεται.

Ανοίγει τα μάτια διστακτικά. Μπροστά της δύο ζευγάρια πόδια αταίριαστα. Προχωράει προς τα επάνω, το ένα ζευγάρι οδηγεί πιο γρήγορα στο πρόσωπο ενός μωρού, που κρατάει μια χρυσή κουβέρτα, με ένα χαμόγελο άγνοιας και προσμονής. Στο χέρι του περασμένο ένα άλλο χέρι, κοκαλιάρικο. Εκείνο ακολουθάει τώρα το βλέμμα της και οδηγείται στα ανακουφισμένα μάτια ενός γέρου, γυμνού, ζαρωμένου, κάτισχνου, που την κοιτάζουν μέσα από δύο βαθιές κόγχες. Στο κατάλευκο ρυτιδιασμένο γεμάτο ρόζους χέρι του χάσκει άδειο ένα ψηλό κρυστάλλινο ποτήρι.

«Σήκω» της ψιθύρισε ο γέρος. «Φεύγω».

Ανασήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε για ώρα.

«Δεν θέλω», του απάντησε.

«Έφερα αυτόν» της είπε, σαν να ήταν επιχείρημα, και σήκωσε προς τα μπρος το χέρι στο οποίο κρατούσε το μωρό, κάνοντάς το να σκουντουφλήσει ένα-δυο γρήγορα βήματα.

Το περιεργάστηκε χωρίς να βιάζεται. Εκείνο σαν να μην ήξερε τι κάνει εκεί, κρεμόταν από το χέρι του γέρου. Στρουμπουλό, χωρίς μαλλιά, με δύο ροζ χειλάκια μισάνοιχτα, στη μέση ενός χαμόγελου. Τα μάτια του ανοιγόκλειναν σχεδόν με ρυθμό, κοιτάζοντάς τη με μισή απορία.

Κοίταξε πάλι το γέρο.

«Δεν θέλω».

«Και τι θα κάνεις;»

«Θα κάτσω εδώ, θα κοιμηθώ».

«Κι εδώ θα σε βρει. Όπου κι αν είσαι, θα σε βρει. Καλύτερα να είσαι στα πόδια σου. Πίστεψέ με».

Έκλεισε πάλι τα μάτια.

Σκατόγερε.

Ένιωσε το λαιμό της να καίει, το στόμα της συσπάστηκε νευρικά.

Σκατόγερε.

Ξεφύσηξε δυνατά, σηκώθηκε στις παλάμες της και έριξε το κεφάλι ανάμεσα στους ώμους. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κάθισε. Μάζεψε τα πόδια κοντά στο σώμα και σήκωσε με τα χέρια τα μαλλιά της. Χτένισε με τα δάχτυλά της από επάνω τους τη λάσπη και τα έδεσε σε έναν άσχημο ψηλό κότσο. Έκανε να σηκωθεί και παραπάτησε. Ο γέρος της έδωσε το χέρι. Τον κοίταξε.

«Έλα, πάμε».

Έπιασε το χέρι του και σηκώθηκε. Πήραν να περπατάνε μέσα από το λεπτό χιόνι που σιγά-σιγά έπεφτε παγώνοντας τον αέρα. Μια παράξενη τριάδα: εκείνη, ξυπόλητη, κουτσαίνοντας, το κόκκινο φόρεμα να κρέμεται στο μισό της κορμί, στη μέση ο γέρος, μισοπεθαμένος. Στα δεξιά το μωρό, με αστεία, αβέβαια, γρήγορα βηματάκια να πλατσουρίζει στις λακκούβες, να κλωτσάει πετραδάκια, το βλέμμα να χαϊδεύει τα κτίρια τους δρόμους, τις κολώνες, ρουφώντας τις νέες πληροφορίες, αφήνοντας εδώ κι εκεί μικρά πνιχτά γελάκια. Το δεξί του χέρι πίσω από την πλάτη, η γροθιά σφιγμένη σε ένα καλοσχηματισμένο κωλοδάχτυλο.