Βιασμός, σεξισμός & στρουθοκαμηλισμός

Το κείμενο δεν είναι δικό μου, δημοσιεύτηκε εδώ https://www.facebook.com/notes/irini-georgi/%CE%B2%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82/10153679528812844

Θα μπορούσε, όμως, να ειναι και δικό μου και, νομίζω, όλων των γυναικών εκεί έξω – είτε το παραδέχονται είτε όχι. Φτάνει να γράφαμε τόσο καλά

Καμένα Σουτιέν

Απο την Ειρήνη Γεωργή
[το κείμενο είναι αναδημοσίευση από το προσωπικό της προφίλ]

[Προειδοποίηση περιεχομένου για αναφορές σε σεξουαλική παρενόχληση και βιασμό.]

Αυτό είναι ένα κείμενο που κανείς δεν θέλει να διαβάσει. Αλλά έπρεπε να το γράψω, κι ας άργησα. Μην αρχίσεις να διαμαρτύρεσαι καν. Ξέρεις πόσες φορές έχω ακούσει «μην μου πεις πάλι για φεμινισμό/ σεξισμό»; (Το ερώτημα είναι ρητορικό. Αλλά είναι πολλές). Τι να κάνω, απ’ όλα αυτά για τα οποία αξίζει να παλέψεις, εγώ τάχθηκα σ’ αυτό.

Μέσα στην εβδομάδα έγινε μεγάλος ντόρος (κυρίως στα ξένα Μέσα) για την απόφαση της δίκης του Brock Turner, του βραβευμένου πολλά υποσχόμενου κολυμβητή που φοιτούσε στο Stanford, ο οποίος έτυχε να πιαστεί στα πράσα από δυο περαστικούς Σουηδούς, την ώρα που έχωνε τα δάχτυλά του στα γεννητικά όργανα ενός αναίσθητου κοριτσιού πίσω από κάτι σκουπιδοτενεκέδες, έξω από ένα πάρτι.

Οι Σουηδοί ήταν αυτόπτες μάρτυρες, τον κράτησαν μέχρι να έρθει…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 4.521 επιπλέον λέξεις

Advertisements

Ανατολή

Beach near San José del Cabo, Mexico at sunrise

«Δεν σε αγκαλιάζει η ανατολή. Εσύ βυθίζεσαι στα χρώματά της»

Γύρισε το κεφάλι αργά και με κοίταξε με μισόκλειστα μάτα.

«Σκάσε βρε μαλάκα, θα με πνίξεις»

Γελάσαμε και βήξαμε τη μπύρα μας. Ο ήλιος συνέχισε να σκαρφαλώνει νωχελικά στον ουρανό κι εμείς συνεχίσαμε να τον κοιτάζουμε, ακουμπισμένες στους αγκώνες μας, τα πόδια βυθισμένα σε μια δροσερή άμμο. Έριξα πίσω το κεφάλι έκλεισα τα μάτια. Με κλώτσησε με το γόνατο και τραγούδησε.

Ο χρόνος δεν κυλουσε.

«Κι αν δεν έφευγα; Αν έμενα εδώ; Για πάντα…»

Στήριξε το μπουκάλι στην άμμο, στραβά και αγκάλιασε τα γόνατά της. «Εγώ θα μείνω εδώ. Εσύ θα φύγεις»

Κοίταξα τον ήλιο, ακίνητο σε ένα αέναο σκαρφάλωμα. Πήρα το μπουκάλι και ήπια δυο γουλιές. Πετραδάκια έπεσαν στην αγκαλιά μου, στη μπλούζα μου στα μαλλιά μου. Το έχωσα πάλι πίσω στην άμμο και κάθισα πάλι πίσω.

«Δεν μας κυνηγάει κανένας», είπα και έριξα πάλι πίσω το κεφάλι. Μου τράβηξε τα κόκκινα μαλλιά και της πέταξα ένα σπασμένο κοχύλι. Γελάσαμε.

«Όχι, δεν μας κυνηγάει κανένας», είπε. Πήρε μια βαθιά άδεια ανάσα.

Ο ήλιος ακόμη ανέβαινε.

 

Εμμονές

eggs-04Η συνείδηση με έβγαλε από το όνειρο τραβώντας με ξαφνικά από τα μαλλιά, για να ανακαλύψω έντρομη πως η εμμονή ήταν εκεί. Τραχιά, παγωμένη, τριβελιστική.
Τίναξα τα χέρια μου βάζοντας τα ρούχα μου, μήπως και φύγει. Αλλά όχι. Εκεί.
Μπήκα στο ντουζ, γύρισα στο κρύο και σόκαρα όλο μου το κορμί, μήπως και φύγει. Όχι. Εκεί.
Βγήκα από το ντουζ, θόλωσα το μυαλό μου με το πιστολάκι μήπως και την ψήσω. Τίποτα. Εκεί.
Άνοιξα τα παράθυρα και άφησα ένα δροσερό αεράκι να γαργαλήσει το δωμάτιο. Άνοιξα και την πόρτα και στάθηκα στη μέση, μήπως την παρασύρει το ρεύμα. Την είδα να κρατιέται από τα αυτιά μου, από τα χείλη μου, από τα ματόκλαδά μου, κόντρα στον αέρα, να μου πετάει τη γλώσσα. Εκεί.
Περπάτησα αργά προς την κουζίνα. Ήπια ένα μεγάλο ποτήρι νερό, μήπως και την πνίξω. Μπα. Εκεί.
Κοντοστάθηκα. Έψαξα μέσα μου, μήπως κάνω λάθος. Όχι. Ήταν εκεί. Σίγουρα εκεί.
Διστακτικά άνοιξα το ψυγείο. Ήταν εκεί, προκλητική, αυθάδης. Θα υποκύψεις, μου σφύριξε.
Έκλεισα τα μάτια και κράτησα την ανάσα μου. Δεν πρέπει να υποκύψω. Δεν πρέπει.
Άνοιξα ξανά τα μάτια και κοίταξα ίσια μπροστά. Γιατί;
Γιατί όχι;
Με μία υπόκλιση αριστερά, μια υπόκλιση δεξιά, μια επταπλή πιρουέτα και μια απόλυτη αναγνώριση του θριάμβου της, ακούμπησε στο ένα της γόνατο, μου απέδωσε τα σέβη της και αποχώρησε με χάρη ντίβας του μπαλέτου.
Άπλωσα το χέρι αποφασιστικά και έβγαλα δύο αυγά. Τα κράτησα στις δύο μου παλάμες σαν μικρά, νεογέννητα μωρά. Το μυαλό μου γέλασε, τα αυτιά μου γέλασαν, το γέλιο ξέσπασε στο στομάχι μου, έγδαρε το λαρύγγι μου, βούιξε τα αυτιά μου, κόλλησε στους τοίχους και στο ταβάνι.

Τώρα, τρεις ώρες μετά, πίνω καφέ και το σώμα μου καίει. Πού και πού στάζει λίγο γέλιο από το ταβάνι στο κεφάλι μου. Αλλά δεν μετανιώνω τίποτα. ΤΙΠΟΤΑ. Η φάση είναι yolo.

Τώρα ο Μάσιμο μαζεύει DVD και κάνει λίστες στο Spotify, για να περάσει ευχάριστα η εβδομάδα που θα περάσω κλεισμένη στο σπίτι.

Καταραμένες αλλεργίες.

#yolo

ΥΓ Πριν από την αναγκαστική κατ’ οίκον απομόνωσή μου κατάφερα να γυρίσω ένα αποκαλυπτικό βίντεο που καταδεικνύει τις άθλιες συνθήκες κάτω από τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να επιβιώνουν οι κάτοικοι της δύστυχης τούτης πόλης. Το ανέβασα με κίνδυνο της ζωής μου στο YouTube ώστε να ενημερωθεί ο κόσμος και να αφυπνιστούν οι ευαίσθητες ψυχές για το μόχθο και τις κακουχίες που τόσο επιδέξια κρύβουν από την κοινή γνώμη οι υπεύθυνοι αυτής της τραγωδίας.

#of_course_not

Κάπου εκεί μέσα, με ένα ποδήλατο, ο Μάσιμο μας κλείνει το μάτι.

Mort

Terry«I shouldn’t be able to see you» said the Writer to the tall stranger. He set his black cloak straight at the elbows, patted some dust off his shoulder with his long, bony fingers and held his scythe up again. The heavy implement twinkled in the early afternoon light. «THEN AGAIN, MAYBE YOU SHOULD» He said.

The author sighed and nodded. «So what happens now?» he asked.

«WHY DON’T WE TAKE A WALK TOGETHER» He said.

And the two of them walked away, like father and son, both Father and Son. Equals.

So long Sir Terry Pratchett. You shall be sorely missed.

O Damon Albarn στη Ρώμη: Heavy seas of music

DamonΗ ζωή είναι περίεργη. Κάποιες φορές μοιάζει με τρίχρονο σε κρίση, που τρέχει από μαχαίρι σε ανοιχτό παράθυρο σε αφύλαχτες πρίζες σε χάπια που ξέχασες στο τραπεζάκι του σαλονιού, καθώς σου πετάει στο κεφάλι μια πλαστική χελώνα και πίνει μονορούφι το Σπριτς σου. Και, πάνω που βρίσκεσαι λίγο πριν πέσεις στα γόνατα και ξεσπάσεις σε λυγμούς, κουρνιάζει στην αγκαλιά σου, σου χαϊδεύει τρυφερά το μάγουλο με τα δύο χέρια και σου λέει «είθαι η πιο όμολφη».

Κάπως έτσι ξέρεις πως όλα θα πάνε καλά, όταν ξεκινάς από την Ελλάδα το πρωί για να δεις μια συναυλία στην Ιταλία το βράδυ, μόνο για να ανακαλύψεις πως μια ξαφνική ασυνήθιστη βραδινή μπόρα μες στην καρδιά του καλοκαιριού προκάλεσε τετράωρη καθυστέρηση της πτήσης σου, έχασες το λεωφορείο που θα σε πήγαινε στη Ρώμη και δύο ώρες πριν από τη συναυλία εσύ παρακαλάς τον Ιταλό οδηγό να ξεκινήσει επιτέλους γιατί αλλιώς θα πάρεις το πούλμαν μόνη και θα φύγεις.

Ίσως γι’ αυτό είχε τόσο γλυκιά γεύση το αεράκι που δρόσιζε το ανοιχτό αμφιθέατρο Cavea, του Auditorium Parco della Musica της Ρώμης, όταν φτάσαμε – κανείς δεν ξέρει πώς – ακριβώς την ώρα που θα έπρεπε ώστε να πάρουμε από ένα panino και ένα ποτήρι κρασί λίγο πριν μπούμε στο venue για να βρούμε τις θέσεις μας.

Σε ένα πανέμορφο αμφιθέατρο 3.000 θέσεων, με υπέροχη ακουστική, ζεστό, σχεδόν οικογενειακό, με τη σκηνή να υψώνεται, χωρίς κάγκελα και εμπόδια, απλά εκεί μπροστά από τις καρέκλες. Εκεί όπου, λίγη ώρα αργότερα, θα στεκόταν ο Damon Albarn.

Η πρώτη φορά που είδα τους Blur ζωντανά ήταν το 1998, στο Glastonbury Festival της Αγγλίας. Η ενέργεια που μετέδιδαν από τη σκηνή, η θεατρικότητα του Damon, η επικοινωνία του με το κοινό, ήταν κάτι το ανεπανάληπτο, και, παρότι το ύφος του από τότε έχει αλλάξει σημαντικά, δεν μπορεί κανείς παρά να ελπίζει πως κάποια στοιχεία παρέμειναν αναλλοίωτα.

Το σίγουρο είναι ότι έχει αλλάξει μουσικά. Έχοντας εδώ και χρόνια ακολουθήσει τελείως διαφορετικούς μουσικούς δρόμους από εκείνους πάνω στους οποίους έγινε γνωστός με τους Blur, ο Albarn, με ένα θαρρείς γνώριμο, άνετο στυλ, συνεχίζει να αποδεικνύει πως, από μουσική, κατέχει. Και, κυρίως, το ξέρει. Σε μια βιομηχανία που συνεχώς περιορίζει τη δημιουργικότητα και βρίσκει τρόπους για να κονσερβοποιεί, ο Albarn μέχρι και σήμερα επαναστατεί. Αρνείται να παραδώσει το πνεύμα και ανακαλύπτει τρόπους να εκφράζει το ταλέντο του. Το τελευταίο του άλμπουμ – το πρώτο που βγάζει ως σόλο καλλιτέχνης – με τίτλο Everyday Robots είναι ένα από τα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς, το οποίο, ακόμη και αν δεν σε συνεπάρει με το πρώτο άκουσμα (κάτι που είναι δύσκολο να συμβεί), δεν θα αργήσεις να σιγοτραγουδάς, ίσως και χωρίς να το καταλάβεις, το γλυκύτατο Mr. Tembo, το καταπληκτικό Heavy Seas of Love, το νοσταλγικά μελαγχολικό Lonely Press Play, το στοιχειωτικό Hollow Ponds.

Το πρώτο που καταλάβαμε, όμως, μόλις, στις 9:15μ.μ. ανέβηκε στη σκηνή ήταν ότι ένα πράγμα δεν άλλαξε ποτέ: ο Albarn ξέρει να κρατάει το κοινό του. Με την πρώτη νότα του Lonely Press Play όσοι βρίσκονταν στην πλατεία πήδηξαν από τις καρέκλες και κόλλησαν επάνω στη σκηνή, ενώ όσοι βρίσκονταν στο επάνω διάζωμα σηκώθηκαν στα πόδια τους. Ήταν πια τόσο σίγουρο, που μπορούσες να το μυρίσεις: δεν θα καθόταν πια κανείς. 

Το setlist ήταν με μαεστρία φτιαγμένο, έτσι ώστε η περίφημη «κοιλιά» που παραδοσιακά κάνουν οι συναυλίες να μην φανεί ποτέ. Ακόμη και στα πιο αργά κομμάτια, εκεί που συνήθως το κοινό λίγο χαλαρώνει (ίσως για να αντέξει την κορύφωση του τέλους) ο Damon ήξερε καλά πώς να κρατάει το ενδιαφέρον αμείωτο. Επικοινωνιακός, χαμογελαστός, αλλά και σεμνός, χόρευε, τραγουδούσε, γέμιζε τη σκηνή με την παρουσία του αλλά και με το μουσικό του ταλέντο. Συνομιλούσε με το κοινό σαν να συζητούσε με έναν παλιό φίλο. Πόσο του άρεσε η Ρώμη, παρόλο που είχε πάρα πολλή ζέστη (αν και δεν είχε, στην πραγματικότητα, πολλή ζέστη, μάλλον ο Albarn φανέρωνε το πόσο… Άγγλος είναι!). Πόσο εντυπωσιάστηκε με το θέαμα των πλανόδιων «διασκεδαστών», που «κρατούν» το συνεργάτη τους με το ένα χέρι πάνω από το κεφάλι τους «σίγουρα με τεράστια δύναμη»! Με πόση νοσταλγία θυμάται τα καλοκαίρια που πέρασε ως παιδί με την οικογένειά του στη Λίμνη Τραζιμένο, εκεί όπου για πρώτη φορά φίλησε κορίτσι, τότε που «για να πας με μια κοπέλα βόλτα στην παραλία έπρεπε να έρθει μαζί και ο αδερφός της».

Μέσα σε όλα αυτά, πρωταγωνιστής η μουσική. Τον Albarn συνόδευε μια εξαιρετική μπάντα, οι Heavy Seas, ένας μπασίστας βγαλμένος απευθείας από μαγικά blues όνειρα, ένας τρομπετίστας, γιος του πρώτου ανθρώπου που γνώρισε ο Damon στην Ισλανδία το 1997, αλλά και ο Manifest, ράπερ από τη Γκάνα, που ερμήνευσε μαζί του ένα κομμάτι των Rocket Juice and the Moon, του σούπεργκρουπ που σχημάτισε μαζί με τον Flea και τον Tony Allen.

Damon2Το highlight της βραδιάς, για όλους, ήρθε όταν κατά τη διάρκεια του encore και καθώς ερμήνευε το Clint Eastwood, προσκάλεσε το κοινό μαζί του στη σκηνή. Η σκηνή γέμισε ασφυκτικά από Ιταλούς που αγκάλιαζαν τον Albarn, προσπαθούσαν να βγάλουν μαζί του φωτογραφίες, ή απλά χόρευαν και τραγουδούσαν. Εκείνος, για αρκετή ώρα, προσπαθούσε να τελειώσει το κομμάτι, η αλήθεια, όμως, είναι πως ήταν αδύνατο. Δέκα λεπτά αργότερα το πάρτι τελείωσε, και ο κόσμος κατέβηκε. «Να σας ευχαριστήσω, αρχικά, που δεχτήκατε να κατεβείτε» είπε με ειλικρίνεια, μιας και πραγματικά οι από κάτω πιστέψαμε πως κάπου εκεί η συναυλία θα τελείωνε.

Για εμάς, πάντως, το highlight ήρθε λίγο νωρίτερα, όταν στο τέλος του End of a Century ένας fan σκαρφάλωσε στη σκηνή και τον αγκάλιασε. Αντίθετα με όλα όσα πίστευα, δεν ήταν ένας εναγκαλισμός αμήχανος. Σαν δύο παλιοί φίλοι, αγκαλιάστηκαν για μερικά δευτερόλεπτα σφιχτά, με τον Damon να χαμογελάει και να σφίγγει τον άγνωστο άντρα στα χέρια του. Όταν η ασφάλεια της σκηνής του ζήτησε να κατέβει, εκείνος το έκανε, και ο Damon κατευθύνθηκε στο μικρόφωνο λέγοντας «σε ευχαριστώ φίλε. Το χρειαζόμουν αυτό».

Η συναυλία έκλεισε με το εξαιρετικό Heavy Seas of Love να παρασύρει τους παρόντες σε φουσκοθαλασσιές ικανοποίησης και γαλήνης. Η βραδιά τελείωσε με τόσο χαμόγελο, που μέχρι και ο οδηγός του λεωφορείου μας άφησε να ανεβούμε χωρίς εισιτήριο.

Μέσα σε περίπου δύο ώρες είδαμε τον Albarn, πρωταγωνιστή και πάλι στη σκηνή (κάτι που δεν συμβαίνει στα υπόλοιπα projects του) να ξετυλίγει όλες τις πλευρές της μουσικής του καριέρας, τον ίδιο να περνάει από φωνητικά σε πιάνο, σε κιθάρα, σε μελόντικα, σε χορό. Aκούστηκαν κομμάτια των Gorillaz, αλλά και των Blur, με τον Albarn μάλιστα να ξεχνάει την αρχή από το End of a Century στο encore, προκαλώντας και στον ίδιο το γέλιο. Είδαμε έναν καλλιτέχνη που δεν φοβάται το κοινό του, είναι κοντά του και το κοιτάζει στα μάτια, με θάρρος, θράσος αλλά και ευγνωμοσύνη.

Είδαμε, κυρίως, έναν άνθρωπο που έχει περάσει από όλες τις φάσεις, και βρίσκεται τη στιγμή αυτή καλλιτεχνικά ίσως στην καλύτερη περίοδο της ζωής του. Χαλαρός, συνειδητοποιημένος, ώριμος, πλήρης.

 

 

(Γράφτηκε για αλλού αλλά δεν μπορούσε να λείψει από εδώ)

 

Που τα είχε με τον Άρη πριν τα φτιάξει με τη Μάρη

«Καταλαβαίνω. Δεν έκανες κάτι κακό. Κι εγώ το ιδιο θα έκανα. Λένε όσοι δεν ξέρουν. Μην τους ακούς, δεν τους ξέρεις πια, τώρα θα τους γνωρίσεις;»
Ένα βαρύ χέρι στο κεφάλι, ένα άγαρμπο χτύπημα στον ώμο. Αν ήταν πιο στοργική, θα ήταν χάδι. Αλλά η στοργή θέλει καρδιά.
Η απορία εύλογη.
«Μα… Τότε γιατί με τιμωρείς;»
Το γελάκι αυθόρμητο, μια μικρή απορία στο βλέμμα. Τι δεν καταλαβαίνεις.
«Γιατί μπορώ»
Ο σουρεαλισμός του παράλογου στο ροζοκόκκινο πιάτο μιας άδειας εξουσίας με τις ντόπες μιας ανίδεης και διψασμένης κάστας εκδικητικών κατίνων.
Εκεί βαδίζουμε κύριοι.

Stating the obvious

ImageΤο πλήθος είχε πια συγκεντρωθεί. Πέντε λεπτά απέμεναν για το θαύμα, κι εκείνος, κολλημένος στο χέρι μου, κρατούσε σφιχτά το μωβ αυγό του και προσπαθούσε να περπατήσει, μέσα σε ένα δάσος από παπούτσια, καλσόν, φούστες και χρυσές τσάντες. Κανείς δεν του έδινε σημασία, γιατί κανείς δεν κοιτούσε χαμηλά.

Βρήκα ένα σημείο για να σταθούμε και τον κοίταξα. Με κοίταξε κι εκείνος, απορημένος, ίσως απηυδισμένος. Ίσως να αναρωτιόταν γιατί τον έφερα εκεί.

Κι εγώ το ίδιο αναρωτιόμουν.

Ο παπάς σταμάτησε να ψέλνει και άρχισε να θυμιατίζει. Ο κόσμος σταμάτησε να μιλάει – σχεδόν σταμάτησε να αναπνέει, εν αναμονή του θαύματος.

Ένα βλέμμα γύρω, ένας στιγμιαίος δισταγμός, ένα μικρό κλείσιμο των ματιών, μια φευγαλέα σκέψη («τι θα σκεφτούν οι γύρω; Χέστηκα»), έδωσα σε κάποιον τη λαμπάδα μου και τη δική του, τον άρπαξα και τον έβαλα στους ώμους.

Μπορούσα να ακούσω τα μάτια του να ανοίγουν ορθάνοιχτα. Αναπήδησε στους ώμους μου και έβγαλε μια μικρή κραυγούλα θαυμασμού.

Ο παπάς θυμιάτιζε. Γκλιν γκλιν. Γκλιν γκλιν. Εκατοντάδες άνθρωποι έστεκαν σιωπηλοί σε μια μικρή πλατεία ενός μικρού χωριού, εκατοντάδες ζευγάρια μάτια στραμμένα προς την πρόχειρη εξέδρα από όπου σε δευτερόλεπτα θα ακουγόταν το Χριστός Ανέστη.

Ο Μικρός, για πρώτη φορά, θα έβλεπε Ανάσταση. Έριξε μια γρήγορη ματιά στους συγκεντρωμένους, στον παπά, στις αναμμένες λαμπάδες. Σήκωσε το δάχτυλο μέσα από τη χούφτα μου, πήρε βαθιά ανάσα και, με όλη τη δύναμη που του έδιναν τα μικροσκοπικά του πνευμόνια, φώναξε: «Φουτιάαααα!»

Τα εκατοντάδες ζευγάρια μάτια έκαναν απότομη στροφή προς τα αριστερά, όπου σε μια γωνία, ένας ανιψιός έδειχνε την πλατεία εντυπωσιασμένος, στους ώμους μιας θείας που κοιτούσε άφωνη, χαμογελώντας, ανεξήγητα υπερήφανη.

…Ντροπή να είναι άδεια – Σαν τα ποτήρια μας

Image«Υπάρχουν άνθρωποι που η ευτυχία των άλλων τους πληγώνει. Δεν τους αρκεί να ζουν ανάμεσα στους ευτυχισμένους του κόσμου. Γι’ αυτούς, η ολοκληρωμένη απόλαυση απαιτεί την αποκλειστικότητα».

Εντάξει, ο Pierre Assouline με έχει από τις τρεις πρώτες προτάσεις. Τόσο προχώρησα, εξάλλου, στους «Προσκεκλημένους» του, αλλά δύσκολα θα με χάσει.

Γιατί, ναι. Υπάρχουν. Δεν υπάρχουν, όμως, απλώς ανάμεσά μας. Ζουν ανάμεσά μας. Μας αγγίζουν, μας χαϊδεύουν, μας χαμογελάν, μας αποκαλούν «φίλους». Γιατί ο πόνος τους, η δυσφορία τους, είναι εσωτερική. Κρυφή. «Αυτά τα πράγματα όμως δεν τα λες, τα αισθάνεσαι», λέει ο Assouline. Σου το λέει, δηλαδή, καθαρά: κανείς δεν θα σου το φανερώσει πως νιώθει έτσι.

Όσο τους στερείς την αποκλειστικότητα στην ευτυχία, τους πληγώνεις.

Είσαι από τους κακούς.

Έτσι, δεν αρκεί να έχουν χρήματα. Πρέπει εσύ να μην έχεις.

Δεν αρκεί να είναι ήρεμοι. Πρέπει εσύ να μην είσαι.

Δεν αρκεί να έχουν δουλειά. Πρέπει εσύ να μην έχεις.

Δεν αρκεί να ζουν καλά. Πρέπει εσύ να γονατίσεις.

Δεν θα σου το πούνε ποτέ. Αλλά θα κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να πετύχουν την απόλυτη ευτυχία.

Η αποκάλυψη αυτή είναι το μικρό πασχαλινό δώρο τούτου εδώ του μπλογκ.

Καλές γιορτές.

 

Υ.Γ. Μπόνους το παρακάτω status update από το Facebook:

«One man’s ways may be as good as another’s, but we all like our own best… How quick come the reasons for approving what we like».

Τα έλεγε η Jane Austen, ξέρεις, όχι τώρα, στις αρχές του 1800. Και δεν είχε καν Facebook, να φανταστείς, και ούτε και υπήρχαν τα Ίντερνετ και οι υπολογιστές, που μπορούσαν να σώσουν και μετά να ξαναβρούνε όλα όσα λέτε κουνώντας το δάχτυλο στα μούτρα του άλλου και μετά ξεχνάτε και τα ξελέτε, και το ίδιο δάχτυλο το σηκώνετε στον αέρα χορεύοντας γιορτινά τσιφτετέλια.
Αυτά
Άντε καλές γιορτές

 

Δύο χιλιάδες δεκατέσσερα

ImageΑκόμη νιώθω το 2013 να με κοιτάζει, πίσω από τις γωνίες. Όταν στρίβω απότομα για να το πιάσω στα πράσα αυτό πάντα καταφέρνει να κρύβεται, και, το ορκίζομαι, ακούω παντού το πνιχτό κοροϊδευτικό του γελάκι να με ακολουθεί.

Όχι ότι μου φέρθηκε άσχημα. Απλά ήταν τόσο περίεργο και creepy, όσο αυτή η εικόνα.

Το 2014 διατηρεί προς το παρόν την αθωότητα ενός μικρού παιδιού. Η μουσική από το πρωτοχρονιάτικο πάρτι ακόμη αντηχεί στο μυαλό μου και, πού και πού, πέφτω πάνω σε μικρά αιωρούμενα φτεράκια που μου φέρνουν φτέρνισμα.

Ή κρύωσα.

Εν πάση περιπτώσει, ένας από τους λίγους ανθρώπους που ανέχονται την φυσική μου παρουσία (αυτή), ευθαρσώς και ανοιχτά εξεδήλωσε τον θαυμασμό της για το μπλογκ μου. Όχι με τόσα (ή αυτά τα) λόγια, αλλά μου αρκεί και το «σχεδόν». Στο πλαίσιο αυτού του θαυμασμού, μου έθεσε κάποια καθήκοντα: Να γράψω έντεκα πράγματα για εμένα, να απαντήσω σε έντεκα ερωτήσεις, να «βραβεύσω» έντεκα μπλογκ και να ενημερώσω αυτούς τους έντεκα.

Όχι, δεν θα συνεχίσω αυτή την ανίερη αλυσίδα βραβεύσεων, γιατί είμαι κακός άνθρωπος. Θα γράψω, όμως, 11 πράγματα για εμένα, κυρίως γιατί θεωρώ πως πολύ θα ωφεληθεί ο πλανήτης.

*Φωνή επίσημη* Καλώωωω, όμωωωως, όλους όσουυυυς το επιθυμούυυυυν, όπως πράξουυυυν ως έπραξα εγώωωω και όπως μας ενημερώσουυυυν για τους εαυτούυυυς τους, καθότι είναι όμορφοοοο και λίαν εποικοδομητικόοοο να γνωρίζουμεεεε ο ένας τον άλλοοοοοον.

Αυτά.

1. Είμαι πολύ κακός άνθρωπος.

2. Όπου γης πατρίς

3. Αγαπάω το μπαλέτο

4. Εκτός από το ότι το αγαπάω, το κάνω κιόλας. Δεν είμαι θαυμαστής εκ του μακρόθεν. Αν θέλω κάτι, απλά το κάνω.

5. Έχω δύο μαύρες γάτες. Ναι, μέσα στο σπίτι. Όχι, δεν είναι γρουσουζιά (φτου φτου φτου). Η μία βρωμάει.

6. Θεωρώ πως ποτέ δεν είσαι πολύ νέος για να σπουδάσεις. Φέτος το απέδειξα κιόλας.

7. Παθαίνω αμόκ αν πάθουν κάτι τα βιβλία. Έχω βιβλία από 30 χρόνια (εεε.. πριν γεννηθώ δηλαδή…) που σχεδόν μπορώ να τα πουλήσω σαν καινούργια. Αλλά δεν θα το κάνω. Γιατί είναι δικά μου. ΔΙΚΑ ΜΟΥ!!

8. Μαγειρεύω. Πολύ. Συνήθισέ το.

9. Ανά πάσα στιγμή ξέρω τα επόμενα δύο τατουάζ μου.

10. Αν είσαι φίλος μου, θα σου συγχωρήσω τα πάντα. Αν δεν είσαι φίλος μου, δεν θα σου συγχωρήσω απολύτως τίποτα. Το πού θα βρίσκεσαι κάθε φορά εξαρτάται αποκλειστικά από εσένα.

11. Μπορώ να κρατήσω κρυφό ακόμη και το σημαντικότερο πράγμα. Αν δεν θέλω, δεν θα το μάθεις.

(Bonus: 12. Ακόμη και μετά από αυτά, συνεχίζεις να μην γνωρίζεις τίποτα για εμένα)

———————————————————————————————————————

Αν είσαι ακόμη εδώ, ακολουθούν απαντήσεις στις ερωτήσεις που μου τέθηκαν.

Ποια είναι η δουλειά των ονείρων σου;
Καλοπληρωμένος συγγραφέας

Σε ποια χώρα θα ήθελες να ζεις και γιατί;
Στην ύπαιθρο της Ιρλανδίας, ή της Ισλανδίας. Ήταν το όνειρο που κάναμε με την αγαπημένη Τίνα Χρόνη, όποτε μας έπιανε σχεδόν ξημέρωμα και ήμασταν ξαπλωμένες, η μία πάνω στην κοιλιά της άλλης, κρατώντας τις μπυρίτσες μας σε περίεργη ισορροπία σε εκείνο το ασπρόμαυρο ριχτάρι. Εκείνη ήθελε και Βαρκελώνη, αλλά εγώ επέμενα. Βέβαια, σήμερα έμενα και καρφωμένη στα Εξάρχεια, φτάνει να μην σκάλωναν ποτέ εκείνα τα βράδια στο δίχτυ του παρελθόντος…

Αγαπημένο φαγητό;
Ντάμιτ, γούμαν! Δεν υπάρχει αυτό! Σαν να με ρωτάς «αγαπημένο βιβλίο;». Δεν υπάρχει αυτό! Τι να πω; Γιουβαρλάκια; Λαζάνια; Σπανακόρυζο; Τα μελιτζανάκια της Ολυμπίας; Ντολμαδάκια; Δεν υπάρχει σου λέω.

Μισημένο φαγητό;
Αυτό υπάρχει: Συκώτι. Και ξύδι.

Αν έπρεπε να διαλέξεις ένα μόνο βιβλίο για να διαβάζεις για την υπόλοιπη ζωή σου (εφιάλτης, ξέρω), ποιο θα ήταν και γιατί;
Εεεεε… Θα έραβα όλα μου τα βιβλία μαζί και θα είχα το πιο μεγάλο βιβλίο του κόσμου.
*Έλα μου;*
*Δηλαδή θα έκανα τρύπες στα βιβλία;; Ποια είμαι; Τι μου έκανε το 2014;;*

Αγαπημένος χαρακτήρας βιβλίου;
Aw, crap. Δεν έχω. Πώς γίνεται να έχω; Χμμμ… Νταξ, επειδή δεν μου αρέσει να μην απαντάω, θα πω ο Άρθουρ Ντεντ, γιατί δεν ήξερε τι του γινόταν από την αρχή μέχρι το τέλος. Μου μοιάζει. Ποτέ δεν ξέρω τι μου γίνεται. Όσο σκέφτομαι αυτή τη σειρά, μου έρχεται και ο Μάρβιν, γιατί ήταν τόσο καταθλιπτικός και υπέροχος, όσο κι εγώ. Αμέ.

Ένα ελάττωμά σου.
Δεν έχω χιούμορ

Ένα προτέρημα σου.
Έχω χιούμορ

Πες ότι μπορείς να αλλάξεις το όνομά σου. Ποιο θα διάλεγες;
Μπιλ Γκέιτς

Ποδήλατο ή πόδια;
Προτιμώ τα πόδια. Δεν θα μου έμπαιναν τα παντελόνια αν είχα ποδήλατα.

Μια ευχή για το 2014…
Εύχομαι στο τέλος του 2014 να είμαστε ακόμη όλοι μαζί, χαρούμενοι και υγιείς, και στις 31 Δεκεμβρίου του 2014, στις 23:59:59 να μην σκεφτεί κανένας μα κανένας «Πόσο θα ήθελα να ήσουν ακόμη εδώ…»

Η πάχνη σαν άχνη κεφάλι σου φτιάχνει

ImageΤο κρύο από το σκαλοπάτι εδώ και πολλή ώρα έχει σκαρφαλώσει στη σπονδυλική  μου στήλη και κάνει μονόζυγο στο τελευταίο μου πλευρό. Επί 45 λεπτά είμαι πεταμένη στα σκαλιά του σινεμά «Αλέξανδρος» με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια και προσπαθώ να καταλάβω πότε γύρισα το κινητό μου σε ελληνική ώρα, υποχρεώνοντάς με να έρθω μια ώρα νωρίτερα στο ραντεβού μου – αφού νόμιζα πως το κινητό μου είναι σε ώρα Ιταλίας άρα ετοιμάστηκα σε ώρα Ιταλίας, αφού όμως αυτό είχε μπει σε ώρα Ελλάδας από μόνο του, εγώ έφτασα σε ώρα Ιταλίας σωστά, σε ώρα Ελλάδας μια ώρα νωρίτερα και δεν μπορώ παρά να σκεφτώ πως κανείς στην Ελλάδα δεν κάνει τίποτα στην ώρα του, κι αυτό ίσως τελικά να οφείλεται στο ότι δεν έχουν τη σωστή ώρα, μόνο εγώ, όμως, είμαι πάντα στα ραντεβού μου νωρίς, ακόμη και τόσο νωρίς, ακόμη και όταν τα ραντεβού είναι άγρια χαράματα. Οποιασδήποτε χώρας.

Και τι σκατά είναι αυτό το «Μαμασίτα» που τραγουδάω από την ώρα που προσγειώθηκα;

«Ντόντεστασάντουκλος» ψιθυρίζω μισοσουρωμένη ακόμη από τη χθεσινοβραδινή κραιπάλη και παρατηρώ με το μισό μάτι ανοιχτό πως κι εκείνο με παρατηρεί με το μισό μάτι ανοιχτό. Είναι βρώμικο, χοντρό και με κοιτάζει με αυθάδεια. Εντοπίζει την αδυναμία μου, από αυτή αντλεί το θράσος του και στέκεται ατρόμητο μισό μέτρο από τη μύτη της αρβύλας μου.

Εικάζω πως ο φαντάρος που φορούσε τη συγκεκριμένη αρβύλα στον ιταλικό στρατό δεν είχε κλωτσήσει ποτέ δεκοχτούρα. Ή, τουλάχιστον, έτσι θέλω να πιστεύω. Σίγουρα, όμως, θα το είχε σκεφτεί. Οι σκέψεις μας συναντήθηκαν όταν το πουλί τέντωσε το αριστερό πόδι, το έφερε πιο μπροστά από το δεξί, και χωρίς καθόλου να τραβήξει το βλέμμα του από το δικό μου, σταμάτησε ένα βήμα πιο κοντά μου.

«Challenge accepted».

Με 26 αποφασιστικές κινήσεις ξεκόλλησα αργά – αργά το τομάρι μου από τα σκαλιά του σινεμά και όρθωσα το ανάστημά μου μπροστά του. Η σκιά μου έπεσε βαριά επάνω στο κεφάλι του, εκείνο, όμως, δεν σάλεψε.

«Πώς σου φαίνεται αυτό;», το ρώτησα και με μια απότομη κίνηση έσκυψα, άνοιξα τα χέρια και ξεφύσησα πολύ κοντά στο αυτί του.

Δεν σάλεψε.

Έκανα ένα μικρό βήμα προς το μέρος του και έκανε ένα μικρό βήμα προς τα πίσω.

«Μικρό αναιδές κάθαρμα» σκέφτηκα και χαμογέλασα. Έκανα άλλο ένα βήμα κι εκείνο γύρισε την πλάτη και, και καλά αμέριμνα, άρχισε να προχωράει προς την άλλη πλευρά.

Συνέχισα να περπατάω από πίσω του. Αργά εκείνο μπροστά, αργά κι εγώ από πίσω. Τα χέρια μου, βαθιά στις τσέπες του παλτού, παρότι δεν κρύωνα πια, τα βήματά μου μετρημένα μα αποφασιστικά, η σκιά μου απειλητική πάνω στο μικρό, γκρίζο σώμα του. Με πεταχτές κινήσεις γυρνούσε στα κλεφτά και με κοιτούσε, συνεχίζοντας την πορεία του σταθερά προς την αντίθετη πλευρά από εκείνη που με βρήκε.

Ενδόμυχα (όχι και τόσο) διασκέδαζα τον ολοφάνερο κεκαλυμμένο φόβο της δεκοχτούρας, η οποία τάχα ανέμελα αλλά με τα μάτια κολλημένα όσο μπορούσε στο πίσω μέρος του κεφαλιού της, όπου δέσποζε η παρουσία μου, περπατούσε προς το παρκάκι.

Μπρος η τρομαγμένη δεκοχτούρα, πίσω η μεγαλοπρέπειά μου, πλακάκι – πλακάκι το φάγαμε το πεζοδρόμιο. Λίγο εντυπωσιασμένη, λίγο ενοχλημένη που το ανήμπορο πουλί δεν επέλεξε να ανοίξει τα φτερά του και να πετάξει – πόση αυθάδεια, πόση αμφισβήτηση της εμφανούς εξουσίας μου επάνω του – μπήκα μαζί του στο παρκάκι. Ένιωσα την πάχνη του πρωινού γρασιδιού επάνω στις αρβύλες μου και ένα μικρό ρίγος με διαπέρασε, λόγω της απότομης αύξησης της υγρασίας. Ή λόγω των δεκάδων μικρών, μαύρων, έντονων βλεμμάτων που ξαφνικά καρφώθηκαν επάνω μου.

Σήκωσα τα μάτια και τα κοίταξα. Είκοσι, μπορεί και τριάντα, γκρίζες, βρώμικες δεκοχτούρες κάθονταν στο γρασίδι, σε παγκάκια, στα κάγκελα, στο πεζούλι, σε κλαδιά δέντρου και με κοίταζαν.

«Ο εχθρός» γύρισε σιγά – σιγά προς το μέρος μου και σήκωσε το κεφάλι. Το βλέμμα του, μοχθηρό, παγωμένο, θριαμβευτικό.

«Τώρα;»

Έστριψα αργά-αργά στη φτέρνα μου και άρχισα να περπατάω προς το σκαλοπάτι. Πίσω μου, η σκιά είκοσι, μπορεί και τριάντα δεκοχτούρων που μετρούσαν τα βήματά μου με τα βήματά τους. Ένιωσα το σάλιο μου να στεγνώνει. Έβγαλα τα χέρια από την τσέπη για να μπορέσω να περπατήσω πιο γρήγορα και, το ορκίζομαι, σαν να άκουσα είκοσι, μπορεί και τριάντα καγχασμούς. Σχεδόν άρχισα να τρέχω, όταν, ξαφνικά, είδα το ραντεβού μου να έρχεται. Φρέναρα απότομα και τον κοίταξα έντρομη στα μάτια.

«Τι έπαθες;» με ρώτησε ξαφνιασμένος.

«Τίποτα. Δεν έπαθα τίποτα. Έμαθα κάτι, όμως. Φαίνεται πως κανείς δεν είναι πολύ μικροσκοπικός για να σου την φέρει…»